Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μ. Ρεβέλι: Από την Ιταλία για μια Ευρώπη της δημοκρατίας εναντίον των λαϊκισμών και του ρατσισμού

Η ομιλία του Μάρκο Ρεβέλι στο Προοδευτικό Φόρουμ της Αθήνας για το μέλλον της Ευρώπης

Αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι,

Η Ιταλία προχωράει προς τις ευρωεκλογές του 2019 σε ένα πλαίσιο πλήρους πολιτικής αστάθειας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα αποτελεί μια εξίσωση με πάρα πολλούς άγνωστους παράγοντες τόσο για το ευρωπαϊκό establishment όσο και για εμάς.

Όπως είναι γνωστό, οι εκλογές της 4ης Μαρτίου αποτέλεσαν ένα σεισμό.

Συνθέτοντας θα έλεγα ότι μας άφησαν τρία πολιτικά μηνύματα:

1. Ένα πολιτικό πλαίσιο, ή μάλλον καλύτερα, μια πολιτική γεωγραφία που άλλαξε ριζικά, που αποδόμησε σε βάθος τη δομή του πολιτικού συστήματος, μεταφέροντας ξεκάθαρα τον άξονα προς τα αντισυστημικά κόμματα ή εάν προτιμάτε αυτά εναντίον του establishment

2. Ένα εκλογικό αποτέλεσμα που δεν παράγει καμία κυβερνητική πολιτική πλειοψηφία (παρόλο που είναι ξεκάθαρο ποιος κέρδισε και ειδικά ποιοςέχασε, το αποτέλεσμα αποτελεί ένα κενό για το σχηματισμό κυβέρνηση και διακυβέρνησης)

3. Εμφανίζεται η ξεκάθαρη περιθωριοποίηση (και θα μπορούσαμε να πούμε πιο ανελέητα η μηδαμινότητα) της αριστεράς, όλων των αριστερών δυνάμεων, από αυτή που μέχρι χθες αποτελούσε την ραχοκοκαλιά της κυβέρνησης, το Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι, (τον μεγαλύτερο χαμένο ανάμεσα σε όλους, του οποίου το λαϊκιστικό κυβερνητικό σχέδιό του διαγράφηκε στις κάλπες), αλλά και των σχηματισμών στα αριστερά του.

Όσον αφορά τη ριζοσπαστικότητατης της αλλαγής της εκλογικήςγεωγραφίας, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν αμφιβολίες.

Απλά ρίξτε μια ματιά στο χρώμα του χάρτη των αποτελεσμάτων στις μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες που εκλέχθηκαν με το πλειοψηφικό(που είναι σαφές ποιος κερδίζει και ποιος χάνει), με μια Ιταλία χωρισμένη στα δύο: Το Κεντρικό και Βόρειο τμήμα είναι όλο χρωματισμένο με το μπλε, το χρώμα της κεντροδεξιάς με άξονα τη Λέγκα του Βορρά, και το επίσης Κεντρικό και Νότιο τμήμα με το κίτρινο χρώμα του Κινήματος Πέντε Αστέρων.

Η μισή Ιταλία ευθυγραμμίζεται προς τα πάνω με την Ευρώπη του Βίζεγκραντ, (την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Σλοβακία, την Τσεχία, περνώντας από τον διάδρομο της Αυστρίας), ενώ η άλλη μισή Ιταλία προς τα κάτω συνθλίβεται από το αίσθημα της απελπισίας, της μεσογειακής εγκατάλειψης (αποτελώντας την νότιο ακτή της ευρωπαϊκής Μεσογείου).

Η πρώτη φοβάται ότι θα χάσει αυτό που έχει, πνιγμένη από τη φορολογική πίεση και για αυτό γοητευμένη από την ιδέα του ενιαίου φόρου Flat Tax, ενώ η δεύτερη είναι κατεστραμμένη από την φτωχοποίηση που επιδεινώθηκε από τις άγριες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, που επιθυμεί μια δημόσια προστασία και ως εκ τούτου, παραδομένη στην υπόσχεση ενός κοινωνικού εισοδήματος του πολίτη, που στη Νότιο Ιταλίαθεωρείται προϋπόθεση για την επιβίωση.

Στη μέση ανάμεσα σε αυτά τα δύο τμήματαεκεί που υπήρχαν οι παραδοσιακές εκλογικές περιφέρειες της αριστεράς, η Εμίλια-Ρομάνια, η Τοσκάνη, η Ούμπρια, η Μάρκε, υπάρχει μια λεπτή κόκκινη γραμμή (στην πραγματικότητα ροζ), που στο περιθώριο της έχει διαβρωθεί από την κάθοδο της Λέγκας του Βορρά (που κέρδισε ιστορικές αριστερές περιφέρειες όπως της Πίζαςτου Λιβόρνο, του Ρίμινι ...) και από το άνοδο του Κινήματος Πέντε Αστέρων (που σάρωσαν στον άξονα των περιφερειών της Αδριατικής, ιδιαίτερα στις Marche), γεγονός που υποδηλώνει ότι τοσεισμικό κύμα δεν έχει τελειώσει, και ότι επίσης ακόμη και αυτή η γραμμή αντίστασης θα καταρρεύσει.

Γεγονός που δείχνειστο φως των γεγονότων, ότι η ιταλική αριστερά, όπως την γνωρίζαμε μέχρι σήμερα αποτελεί μια υπολειπόμενη οντότητα.

Από την άλλη πλευρά, η πλειοψηφική της συνιστώσα, το Δημοκρατικό Κόμμα, είχε ήδη αλλάξει, εδώ και καιρό, πολιτική φύση και κοινωνική σύνθεση (έχοντας υποστεί μια υπόγεια γενετική μετάλλαξη), που έγινεσαφής σήμερα τόσο από τις αναλύσεις των εκλογικών ροών όσο και από την κατανομή των ψήφων με άξονα το κέντρο και την περιφέρεια.

Μια πρόσφατη ανάλυση των προθέσεων ψήφου με βάση την κοινωνική τάξη, που πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από τις εκλογές της ς Μαρτίου, αποκάλυψε ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είχε τη μέγιστη συναίνεση μεταξύ της ανώτερης τάξης και της ανώτερης μεσαία τάξηςείχε μια πτώση στη μεσαίακαι στη μεσαία - κατώτερη μεσαία τάξη, για να φτάσει την ελάχιστη συναίνεση ανάμεσα στην “εργατική τάξη”.

Αντίθετα, η σχέση ανάμεσα στην ψήφο και την αγοραστική δύναμη ανά επαρχία αποκαλύπτει μια αντίστροφη σχέση για το Κίνημα Πέντε Αστέρων (με τη συναίνεση προς αυτό να αυξάνεται όσο πιο χαμηλό είναι το διαθέσιμο εισόδημα των ψηφοφόρων), ενώ στο Δημοκρατικό Κόμμα η συναίνεση αυξάνεται όσο αυξάνεται το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των ψηφοφόρων. Θα μπορούσε να πει κανείςένας ανάποδος κόσμος, γιατί ότι έχει απομείνει από την αριστερά κερδίζει τη συναίνεση των προνομιούχων, ενώ αντίθετα η πολιτική δύναμη που υποστηρίζει ότι ξεπέρασε τον διαχωρισμό δεξιάς – αριστεράς είναι πλειοψηφική στις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο.

Για παράδειγμα στη Ρώμη το Δημοκρατικό Κόμμα απέκτησε την πλειοψηφία μόνο σε δύο πολύ πλούσιες και αστικές συνοικίες, το Παριόλι και το Κέντρο, όπως και στο Τορίνο κέρδισε στη συνοικία Κροτσέτα και Μπόργκο Πο, ενώ έχασε παταγωδώς σε όλες τις περιφερειακές συνοικίες των δύο αυτών πόλεων.

Θα ήθελα στη συνέχεια να διευρύνω την οπτική μας στο μακροπρόθεσμο διάστημα, χρησιμοποιώντας τα εκλογικά στοιχεία για μια αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στις πολιτικές ισορροπίες (μετατρέποντας μια πολιτική καταστροφή σε ένα εργαλείο που μας προσφέρει μεγαλύτερη κοινωνική γνώση). Τη δεκαετία που ξεκινά το 2008 (έτος που ξεκίνησε η κρίση και ταυτόχρονα έτος που πρωτοπαρουσιάστηκε στις βουλευτικές εκλογές το Δημοκρατικό Κόμμα) έως σήμερα, μετατοπίστηκαν στην Ιταλία σχεδόν 20 εκατομμύρια ψήφοι, από τους πολιτισμούς σχηματισμούς που θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε “συστημικούς” σε σχηματισμούς που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε “αντισυστημικούς” ή καλύτερα “αντι-establishment”.

Αυτό υποστηρίζει μια ενδιαφέρουσα μελέτη του Ιταλικού Κέντρου Εκλογικών Σπουδών CISE του Πανεπιστημίου LUISS της συνομοσπονδίας βιομηχάνων (που δεν έχει ασφαλώς συμπάθεια προς τους “λαϊκιστές”) με τον τίτλο “Η Αποκάλυψη της ψήφου των μετριοπαθών”, η οποία θεωρεί ως “συστημικό” τόσο τον κεντροδεξιό συνασπισμό PDL υπό την αρχηγία του Μπερλουσκόνι όσο και το τότε Δημοκρατικό Κόμμα του Βελτρόνι, που παρόλο που είναι πολύ διαφορετικοί συνασπισμοί, είναι και οι δύο ευρωπαϊστικοί, συνδέονται με ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες, που νομιμοποιούν την πολιτική του εφαρμόζεται και σέβονται τις δεσμεύσεις και τις παραμέτρους της ΕΕ.

Αυτοί οι δύο πόλοι του τότε ιταλικού διπολικού συστήματος μονοπωλούσαν τότε πάνω από 30 εκατομμύρια ψήφους από τους 36 εκατομμύρια πολίτες που συμμετείχαν στις εκλογές, περίπου το 82%, με τους δύο συνασπισμούς να είναι περίπου ισορροπημένοι, με ένα μικρό προβάδισμα στην κεντροδεξιά που πήρε την πλειοψηφία, έχοντας ο καθένας τους από 14 εκατομμύρια ψήφους, ενώ 2 εκατομμύρια ψήφους είχαν πάει σε άλλες δυνάμεις του κέντρου.

Σήμερα το Δημοκρατικό Κόμμα και η Φόρτσα Ιτάλια αθροισμένα ξεπερνούν οριακά το 30%, με το πρώτο να έχει χάσει από τότε περίπου 7 εκατομμύρια ψήφους και η δεύτερη πάνω από 9 εκατομμύρια ψήφους. Το κέντρο εξαφανίστηκε.

Το Κίνημα Πέντε Αστέρων, η Λέγκα του Βορρά και οι Αδελφοί της Ιταλίας πήραν περίπου 20 εκατομμύρια ψήφους, περίπου τα δύο τρία του εκλογικού σώματος.

Έτσι οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλλε η Ευρώπη και υλοποιήθηκαν πρώτα από την “κυβέρνηση των τεχνικών” (εξουδετερώνοντας δηλαδή τηνπολιτική) και στη συνέχεια από το καθεστώς του Ρέντσι (με μια μορφή λαϊκισμού από τα πάνω που συνδύαζε την ρητορική του λαϊκισμού με νεοφιλελεύθερες πρακτικές με την στενή έννοια του όρου), πέρασανπροκαλώντας τις επιπτώσεις ενός πολέμου στην πολιτική και κοινωνική σύνθεση της χώρας, αλλάζοντας τις ισορροπίες και το προφίλ της.

Δημιουργώντας ένα πρωτοφανές προφίλ, διφορούμενοή ακόμη χειρότερα εντελώς διπλού, όπως είδαμε, πιο κοντά σε αυτό των νέων χωρών μελών, της Βορειοανατολικής Ευρώπης, με μια ισχυρή συνιστώσα της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, με ξενοφοβικές και ρατσιστικές φλέβες, φασιστοειδείς, κινούμενη με λυπηρά πάθη, εγωιστικά ένστικτα, που τροφοδοτούν μια αντίδραση εναντίον του ευρωπαϊκού establishment, διεκδικήσεων και κλεισίματος έναντι των πολιτικών υποδοχής και ένα αίτημα ¨κυριαρχίας” και αυτονομίας, που στη Νότιο Ιταλία πήρε τα χαρακτηριστικά μιας εξέγερσης εναντίον της μορφής της κάσταςτης απόρριψης της πολιτικής τάξης των θεσμικών διαπραγματευτών που μια εποχή εγγυούνταν μορφές βοήθειας που σήμερα δεν μπορούν να εγγυηθούν πια, ένα είδος ξεκαθαρίσματος λογαριασμός στις κάλπες αντί στους δρόμους, που συνέλεξε επίσης λαϊκά αιτήματα της αριστεράς, πέρα από τους ψηφοφόρους της αριστεράς. Γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την παταγώδη πτώση της αριστεράς, την κατάρρευση του Δημοκρατικού Κόμματος και την αποτυχία των αριστερών εναλλακτικών του επιλογών.

Το Δημοκρατικό Κόμμα βιώνει τη δική του διαδικασία “Πασοκοποίησης”.

Η μαζική έξοδος των ψηφοφόρων το ανάγκασε να υποχωρήσει κάτω από το όριο ασφαλείας του 20% (και πιθανώς αυτή ήταν η αρχή).

Εδώ δεν υπήρξε ένας ιταλικός ΣΥΡΙΖΑ για να απορροφήσει αυτή την έξοδο.

Το ξεχυλισμένο ποτάμι των ψηφοφόρων που εγκατέλειψαν τα υπολείμματα της μεταρρυθμιστικής – ρεφορμιστικής αριστεράς πήγε αλλού, σε μεγάλο βαθμό στο Κίνημα Πέντε Αστέρων στη Νότιο Ιταλία και κατά κάποιο βαθμό στη Λέγκα του Βορρά στη Βόρειο Ιταλία. Ένα άλλο τμήματα, το άλλο εν τρίτο, απείχε.

Οι δύο σχηματισμοί στα αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος αγνοήθηκαν από τους ψηφοφόρους. Οι Ελεύθεροι και Ίσοι, παρόλο που είχαν στα ιδρυτικά τους μέλη ένα σημαντικό τμήμα της παλιάς ηγετικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, ξεκινώντας από τον Πιερλουίτζι Μπερσάνι και ιστορικά στελέχη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, σταμάτησαν λίγο πάνω από το όριο της επιβίωσης, στο 3%. Γεγονός που αποδεικνύει ότι η παράδοση της μεταρρυθμιστικής – ρεφορμιστικής αριστεράς έχει φθαρεί μετά από μια δεκαετία πολιτικών που συμβιβάστηκαν με τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού, και δεν ασκεί πλέον καμία έλξη στο ίδιο το εκλογικό σώμα που είχε πιο πριν, ενώ ούτε η παρουσία των υπολειμμάτων του κόμματος της Ιταλικής Αριστεράς, της παλιάς ριζοσπαστικής αριστεράς, κατάφερε κάτι το σημαντικό. Αυτή η παράδοση μπορούμε να πούμε ότι βρέθηκε εκτός εποχής.

Το ίδιο ασήμαντη αποδείχθηκε και η παρουσία του σχηματισμού Εξουσία στο Λαό, που συνέλεξε μια κλασματική συναίνεση, λίγο πάνω από το 1%, παρά την γενναιοδωρία της ηγετικής ομάδας των νέων που την πρότειναν και την προσπάθεια να χρησιμοποιήσει μια νέα γλώσσα, μιμούμενη αυτή του λαϊκισμού.

Αυτό σημαίνει ότι για να έχουμε μια αριστερά στην Ιταλία, εάν θέλουμε να έχουμε, θα πρέπει να ξεκινήσει από μια tabula rasa. Από την συνειδητοποίηση ότι βρίσκεται σήμερα στοπ σημείο μηδέν της πολιτικής της ταυτότητας και την ανάγκη να προτείνει ένα σχέδιο και ένα πολιτικό προσωπικό, που δεν θα έχει σχέσεις με το παρελθόν, με κανένα παρελθόν, γιατί όλα τα “παρελθόντα” αυτών των διαφορετικών αριστερών δυνάμεων απορρίπτονται από τον ίδιο το λαό που είχε εναποθέσει σε αυτές τις ελπίδες, που σήμερα αισθάνονται ότι προδόθηκαν.

Θα ήθελα επίσης να προσθέσω την ανάγκη να επανεξετάσουμε αυτό το σχέδιο κάτω από ένα διαφορετικό χώρο, πιο ευρύ, πιο γόνιμο, λιγότερο κατεστραμμένο, δηλαδή τον ευρωπαϊκό χώρο. Πιστεύω ότι η ελπίδα να επαναπροτείνουμε την πολιτική παρουσία της αριστεράς περνά αυτή την φορά από τις ευρωεκλογές, και στην Ιταλία, από την δυνατότητα να τοποθετηθούμε στο εσωτερικό ενός πιο γενικού ευρωπαϊκού διεθνικού σχεδίου, ευρωπαϊκών διαστάσεων.

Χρειαζόμαστε μια εκλογική πρόταση με ένα μεγάλο όραμα, ικανού να ξεπεράσει τις ασφυκτικές διαστάσεις των εθνικιστών και κυριαρχιών των μικρών πατρίδων και που την ίδια στιγμή θα έχει την αξιοπιστία σε ό,τι αφορά τις ισορροπίες και τις σχέσεις δύναμης με τις σημερινές ομάδες εξουσίας που ηγεμονεύουν σε ηπειρωτικό επίπεδο. Ένα σχέδιο που να στοχεύει σαφώς στην ανατροπή των γραμμών και πολιτικών που κυριαρχούν στην Ευρώπη, που καταδικάζουν τις χώρες μας σε μιαυπανάπτυκτη κατάσταση φυτοζωίας, φθείροντας την κοινωνική τους σύνθεση. Με λίγα λογία τη δυνατότητα να ανοίξουμε έναν νέο ορίζοντα.

Έχουμε ανάγκη θετικά παραδείγματα.

Έχουμε ανάγκη να επιβεβαιώσουμε την εγκυρότητα της πορείας που ακολούθησαν άλλοι, όπως το παράδειγμα της Πορτογαλίας και κυρίως τις επιλογές που έκανε την τελευταία τετραετία η ελληνική κυβέρνηση, παρά τις ισχυρές πιέσεις που δέχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη μοναξιά που αφέθηκε, και εκείνες που μπορεί να υιοθετήσει μετά την απελευθέρωσή της Ελλάδας από τα Μνημόνια.

Για αυτό ατενίζουμε, με τη θέληση να συνδράμομε, στη γέννηση ενός ενωτικού σχεδίου, μιας αδιάλλακτης και ρεαλιστικής αριστεράς, ευρωπαϊκής και όχι εθνικιστικής – κυριαρχικής, αποφασισμένης να αγωνιστεί για κοινωνικές διεκδικήσεις, χωρίς σεκταρισμούς στην αναζήτηση επαρκών συμμαχιών. Μια αριστεράς της νέας χιλιετίας. 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κ. Μητσοτάκης: ανεπαρκής, καιροσκόπος, έμπορος εθνοπατριωτισμού

Για να καλύψει την πολιτική του αγωνία μπροστά στο τέλος των ελληνικών προγραμμάτων, αλλά και για να διαχειριστεί τη γενικότερη πολιτική του ανεπάρκεια, ο Κ. Μητσοτάκης καταφεύγει στο πιο χυδαίο είδος πολιτικής

Δειτε ολοκληρο το αρθρο