Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αναγκαία η προστασία γυναικών προσφύγων από την έμφυλη βία

Μειοψηφία οι γυναίκες - θύματα που επιλέγουν τις δομές της Γενικής Γραμματείας Ισότητας

Με την επισήμανση ότι μία στις πέντε γυναίκες πρόσφυγες, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πέφτουν θύματα βίας, το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) παρουσίασε χθες έρευνα που αποτυπώνει τις ανάγκες για την εξυπηρέτηση και την κοινωνική ενσωμάτωση αυτού του πληθυσμού που διαμένει σε δομές φιλοξενίας στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα, εκτιμάται πως οι γυναίκες πρόσφυγες, που διαμένουν σε δομές προσωρινής φιλοξενίας αριθμούν τις 28.000, εκ των οποίων οι 3.000 είναι ανήλικες. Ωστόσο, όπως κατέγραψε η έρευνα του ΚΕΘΙ για την περίοδο από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2016 είναι χαμηλός ο αριθμός των γυναικών, που, παρ' ότι είναι θύματα βίας, επιλέγουν να φιλοξενηθούν σε κρατικές δομές που διατηρεί υπό την εποπτεία της η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων. Από τα ευρήματα της έρευνας προκύπτει η ανάγκη για σύσταση ειδικών ξενώνων για ευάλωτες γυναίκες πρόσφυγες που έχουν πέσει θύματα έμφυλης βίας.

Οι περισσότερες γυναίκες πρόσφυγες που φιλοξενούνται σε ξενώνες για κακοποιημένες γυναίκες, προέρχονται από τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και από χώρες της Αφρικής (Αιθιοπία, Σομαλία, Μαρόκο, Καμερούν, Νιγηρία). Η πλειονότητα αυτών διαμένουν προσωρινά σε ξενώνες της Αθήνας και του Πειραιά ύστερα από διαμεσολάβηση των ΜΚΟ. Η πλειονότητα των γυναικών προσφύγων είναι ηλικίας 20-45 ετών, με τρία παιδιά κατά μέσο όρο. Η διάρκεια διαμονής των γυναικών προσφύγων στους ξενώνες κυμαίνεται από 2,5 έως 6 μήνες, αλλά υπό προϋποθέσεις αυτός ο χρόνος αυξάνεται, καλύπτοντας μία από τις πολλές συνέπειες έμφυλης βίας, που είναι και η αστεγία.

Κατά την περίοδο της έρευνας, μόλις 12 συμβουλευτικά κέντρα σε σύνολο 37 εξυπηρέτησαν γυναίκες πρόσφυγες, καθώς τα περισσότερα κρούσματα βίας καταγγέλθηκαν στα αστικά κέντρα. Ωστόσο, ο αριθμός των φιλοξενούμενων γυναικών είναι περιορισμένος και κυμαίνεται από 1 έως 14. Από την έρευνα προκύπτει ότι “οι επωφελούμενες που αιτούνταν φιλοξενίας ήθελαν σε μικρότερο βαθμό νομική υποστήριξη και πολύ λιγότερο ψυχοκοινωνική υποστήριξη [...] γιατί η φιλοξενία ήταν η πιο επείγουσα ανάγκη, ειδικότερα στις περιπτώσεις ενεργούς ενδοοικογενειακής βίας, όπου η απομάκρυνσή τους από τον θύτη ήταν ζωτικής σημασίας”.

Στο σύνολο των 20 ξενώνων, μόλις από το 50% υπήρξε απόκριση στα ερωτηματολόγια, καθώς είναι αυτοί που φιλοξένησαν γυναίκες πρόσφυγες από 1 έως 15 σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα. Για το διάστημα που έγινε η έρευνα καταγράφηκε ότι 134 γυναίκες πρόσφυγες φιλοξενήθηκαν σε ξενώνες. “Ο αριθμός αυτός βαίνει διαρκώς αυξανόμενος στον βαθμό που υπάρχει μεγαλύτερη και στοχευμένη ενημέρωση και πληροφόρηση από τις ΜΚΟ, όπως και παροχή διερμηνείας” επισημαίνει η έρευνα.

Πάντως, στην έρευνα επισημαίνεται η ανάγκη για “δημιουργία δομών άμεσης φιλοξενίας ευάλωτων ομάδων γυναικών προσφύγων με πρόβλεψη για την παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, διερμηνείας, δράσεων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της νομικής διαδικασίας, καθώς και μέριμνα για την ψυχολογική υποστήριξη, τη δημιουργική απασχόληση και εκπαίδευση των παιδιών, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις εμποδίζονται από τη γλώσσα και παραμένουν αποκλεισμένα από τα άλλα παιδιά που διαμένουν σε ξενώνες με μοναδική αναφορά τη μητέρα τους”.

Ωστόσο, οι περιορισμοί που υφίστανται στις δομές στήριξης κακοποιημένων γυναικών αποτρέπουν τις γυναίκες πρόσφυγες να απευθυνθούν σε αυτές. Όπως προκύπτει από την έρευνα, αποτρεπτικά λειτουργεί τόσο η χρονοβόρα διαδικασία συντονισμού και διασύνδεσης εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων όσο και η επιτρεπόμενη φιλοξενία ανήλικων αγοριών ηλικίας έως 12 ετών και όχι μεγαλύτερης. Στους ανασταλτικούς παράγοντες για να καταφύγουν γυναίκες πρόσφυγες σε ξενώνες περιλαμβάνεται ο φόβος ότι θα χάσουν το δίκτυο επαφών με τους συγγενείς τους, ο φόβος ότι θα χάσουν τη θέση τους στις ανοιχτές δομές φιλοξενίας, όπως και το κουπόνι που λαμβάνουν από εκεί για να αγοράσουν είδη πρώτης ανάγκης. Επίσης, καταγράφεται ότι αυτές οι γυναίκες φοβούνται πως θα χάσουν την πρόσβαση στην Υπηρεσία Ασύλου. Την ίδια στιγμή που εκφράζουν τον φόβο ότι τυχόν απομάκρυνσή τους θα προκαλέσει τα αντίποινα του συζύγου τους.

Η απεύθυνση των γυναικών προσφύγων στις αρχές, παρ’ ότι είναι περιορισμένη, παρατηρείται ότι ποικίλει. Αυτό που καταγράφεται στην έρευνα είναι ότι “η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η τοπική κοινότητα φαίνεται να λειτουργούν και να καλύπτουν το σύστημα παραπομπών με πιο αποτελεσματικό τρόπο σε λιγότερο αστικές περιοχές της Ελλάδας”. Ωστόσο, “ιδιαίτερα περιορισμένη” κατά τους ερευνητές φαίνεται “η συμμετοχή της αστυνομίας στην οικοδόμηση διαδρομών παραπομπών” και συνεπώς “καταγράφεται περιορισμένος βαθμός απόκρισης της αστυνομίας σε περιστατικά έμφυλης βίας”.

Πάντως, κρίνεται αναγκαία η εκπαίδευση των στελεχών των δημόσιων φορέων (στρατός, αστυνομία, Τοπική Αυτοδιοίκηση) στην έγκαιρη ταυτοποίηση και διαχείριση των περιστατικών έμφυλης βίας, αλλά και στην ενθάρρυνση της γυναίκας πρόσφυγα να αναφέρει το περιστατικό και να αναζητήσει βοήθεια. Στην έρευνα καταγράφεται ότι “η αποκάλυψη για παρέμβαση ή σύσταση προς τον σύζυγο να πάψει στην κακοποίηση, καθώς η λήψη νομικών μέτρων θεωρείται από τις ίδιες τις γυναίκες υπερβολική”. Επισημαίνεται, όμως, ότι “χρειάζεται προσοχή ώστε να μη συσχετιστεί πολιτισμικά η έμφυλη βία, δηλαδή να μην αποδοθεί στο πολιτισμικό υπόβαθρο η βασική αιτία που επιτρέπει στις γυναίκες πρόσφυγες να αναλαμβάνουν δράση για την προσωπική τους ασφάλεια και ευημερία, καθότι η εμπειρία της έμφυλης βίας και η δυσκολία διαχείρισής της αποτελεί φαινόμενο χωρίς διάκριση στη βάση της εθνικότητας, της ηλικίας, της κοινωνικής τάξης, του μορφωτικού επιπέδου, του οικονομικού στάτους”.

Δείτε όλα τα σχόλια