Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το πρώτο "Αντί"

Όταν, το 1972, ο Αντώνης Καρκαγιάννης με βρήκε και μου πρότεινε ένα περιοδικό για αντιπολίτευση στη Χούντα, δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήμουν έξω με αναστολή μετά την πρώτη δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας και δεν ήξερα τι να κάνω, αφού είχα "καεί" και δεν μπορούσα να συμμετέχω πια σε παράνομη αντιστασιακή οργάνωση.

Της Λένας Δουκίδου

Συνήθως εμένα με ρωτάνε για την προϊστορία του "Αντί". Γιατί ήμουνα εκεί από την αρχή.

Όταν, το 1972, ο Αντώνης Καρκαγιάννης με βρήκε και μου πρότεινε ένα περιοδικό για αντιπολίτευση στη Χούντα, δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήμουν έξω με αναστολή μετά την πρώτη δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας και δεν ήξερα τι να κάνω, αφού είχα "καεί" και δεν μπορούσα να συμμετέχω πια σε παράνομη αντιστασιακή οργάνωση.

Από την πρώτη μέρα στη δικτατορία είχα αυθόρμητα σκεφτεί αντίσταση κι αμέσως είχα δηλώσει ένταξη στο σχήμα που πήρε τη μορφή της Δημοκρατικής Άμυνας.

Αλλά η δραστηριότητα του περιοδικού, τώρα, μου ταίριαζε ακόμα περισσότερο: Την άνοιξη του 1967, όταν ξεκινούσαμε τη Δημοκρατική Άμυνα, είχα επανειλημμένα υποστηρίξει την ανοιχτή αντίσταση. Το πολιτικό μου κριτήριο ήταν ότι, αν μας συλλάμβαναν, κάθε σύλληψη που θα γινόταν γνωστή, θα καταδείκνυε -στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό- την ανομία του καθεστώτος. Δεν θα χρειάζονταν μυστικές, συνωμοτικού τύπου συνεννοήσεις. Όλα θα ήταν απλούστερα και η αντίσταση θα ήταν αποτελεσματικότερη. Δεν εισακούστηκα.

Δέχτηκα λοιπόν τότε με χαρά την ιδέα του περιοδικού. Θα ήταν δημόσιο, θα ήταν ανοιχτό. Ο Αντώνης ήθελε έναν αριστερό, αλλά χωρίς προηγούμενες καταδίκες, φυλακίσεις και εξορίες όπως ο ίδιος, για να εμφανιστεί ως εκδότης. Και είχε ήδη στον νου του την ιδανική περίπτωση: Κάλεσε τον αρχιτέκτονα Χρήστο Παπουτσάκη, του οποίου γνώριζε καλά τον αδελφό, τον Μανώλη, από την εξορία.

Ο Χρήστος δέχτηκε αμέσως. Το σπίτι και το γραφείο του στη Δεινοκράτους -στο σχεδιασμένο από τον ίδιον κτήριο- ήταν ήδη τότε πυρήνας συναντήσεως για συναδέλφους του αρχιτέκτονες, αλλά και γενικότερα πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Σύντομα, έγινε και δικό μας στέκι. Η τότε σύζυγός του Εύα Πατίκη, που συμμερίστηκε όλη την περιπέτεια, αρχιτέκτων και η ίδια, θυμόταν ότι ο Χρήστος δεν ταλαντεύτηκε ούτε δευτερόλεπτο. Είχε ταλέντο, ήταν ήδη πετυχημένος αρχιτέκτονας, οι επαγγελματικές προοπτικές του ήταν εξαιρετικές αλλά, χωρίς να διστάσει, τα παραμέρισε όλα και προτίμησε το απόλυτο ρίσκο ενός ρόλου στην αντίσταση.

Στην πρώτη συνάντηση με τον Χρήστο, οι τρεις μας συζητήσαμε το όνομα του αρχισυντάκτη. Πρότεινα τότε τον Μίμη Παπαναγιώτου. Έναν δημοσιογράφο ικανό, έντιμο, με απολύτως διαφανή καριέρα και, με βεβαιότητα, αντίπαλο της χούντας.

Έτσι, απλά και χωρίς μυστήριο, συναντηθήκαμε οι τέσσερις και βάλαμε πλώρη για δεκαπενθήμερο αντιπολιτευτικό περιοδικό, αλλά συγχρόνως και κυρίως ένα περιοδικό αμφισβήτησης που θ' απηχούσε τα καινοτόμα, προοδευτικά ρεύματα της εποχής διεθνώς, τόσο στην πολιτική όσο και στη διανόηση, στην τέχνη, στον πολιτισμό. Παρών στη συνάντησή μας ήταν και ο Γιάννης Θεοδωράκης, αδερφός του Μίκη, δημοσιογράφος της προδικτατορικής "Αυγής".

Φτάσαμε στον τίτλο. Σε κλάσμα δευτερολέπτου, με τα τόσα "αντί" των αμφισβητήσεων που αραδιάζαμε, μου ήρθε στον νου η απλή πρόθεση "αντί". Είναι η ελληνική πρόθεση που σε κάθε γλώσσα σχεδόν εκφράζει την ίδια έννοια: Μια πρόθεση ελληνική διεθνοποιημένη. Όλοι στο εξωτερικό θα την καταλάβαιναν. Συγχρόνως όμως συνέλαβα και την αντίδραση του διδακτορικού καθεστώτος. Συζητούσαμε για ένα περιοδικό που θα έπαιζε κάποιο ρόλο. Διαπαιδαγώγησης, αναπτέρωσης του ηθικού, ενημέρωσης για το τι συνέβαινε έξω από τον ασφυκτικά περιορισμένο πνευματικά χώρο που είχε επιβάλει με τη λογοκρισία του το ανεγκέφαλο πολιτικό καθεστώς στον τόπο. Ένα έντυπο που θ' άνοιγε δρόμους σκέψης και αναζήτησης. Όλ' αυτά θα ματαιώνονταν. Γιατί ήμουνα σίγουρη από τα πρώτα δευτερόλεπτα που μου ήρθε η ιδέα στο νου ότι, αν έβγαινε πρώτο τεύχος, δεύτερο δεν θα υπήρχε. Η Χούντα θα το έκλεινε. Να το πω; Να μην το πω; Ήξερα ότι οι άλλοι τρεις θα αντιδρούσαν θετικά. Αναγνώριζα ότι ο τίτλος που είχα σκεφτεί ήταν ευρηματικός. Θα τον δέχονταν όλοι χωρίς συζήτηση.

Στο τέλος δεν άντεξα. Τον είπα. Ενθουσιασμός! Δεν πα' να τους προειδοποιούσα: "Προσέξτε. Θα μας κλείσουν αμέσως". Ο Μίμης, σαν έμπειρος δημοσιογράφος, αμέσως έπιασε την αξία του. Ο Χρήστος, νέος κι ορμητικός, τον δέχτηκε ασυζητητί. Και ο Αντώνης, είμαι σίγουρη ότι ζύγισε τις συνέπειες και σκέφτηκε ότι η "βουτιά στο κενό" ήταν μια σπουδαία πράξη αντίστασης. έτσι βαφτίστηκε επιτόπου, χωρίς κολυμπήθρα. Το περίφημο "Αντί"!

Το εξώφυλλο ήταν έργο της Ηρώς Κανακάκη. Όπως έγραφε στο επετειακό 600στό "Αντί" τον Μάρτιο του 1996 ο Αντώνης Καρκαγιάννης: "...Η Ηρώ Κανακάκη, γνωστότατη σήμερα ζωγράφος, τότε μόλις είχε τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχε συλληφθεί την 21η Απριλίου και είχε εξοριστεί στη Γυάρο. Πήγα και τη βρήκα στο ατελιέ της κάπου στην οδό Μετσόβου... Μία εβδομάδα αργότερα ξαναπήγα. Ήταν εκεί, νομίζω, ο Χρήστος Καρανίκας και ο Βασίλης Καπετανγιάννης. Κοιτούσαμε όλοι τη μακέτα που είχε ετοιμάσει, μάλλον διστακτικοί. Τότε η Ηρώ πήρε τη μακέτα και, με σχεδόν βίαιη κίνηση, την έσχισε από πάνω μέχρι κάτω. Άπλωσε τα δύο κομμάτια πάνω σ' ένα λευκό τραπέζι και τα πλησίασε. Το αποτέλεσμα ήταν μεγαλειώδες: Το εξώφυλλο του πρώτου 'Αντί'!"

Μόλις κυκλοφόρησε, συναγερμός. Ακόμα και αστυνομικοί με στολή ξέσχιζαν τις διαφημιστικές αφίσες του πρώτου τεύχους. Ακολούθησαν κλήσεις στην Ασφάλεια και αργότερα η σύλληψη του Χρήστου και ο βασανισμός του στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Πραγματικά, δεύτερο τεύχος, στην περίοδο της Χούντας, δεν υπήρξε.

Το πρώτο εκείνο τεύχος είχε συνταχθεί και στοιχειοθετηθεί στην οδό Υπατίας στην πλατεία της Μητρόπολης, στα γραφεία των εκδόσεων "Ολκός" του Αντώνη, όπου είχαν ήδη εκδοθεί "Η Ελληνική Τραγωδία" του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, το "Φασισμός και Δικτατορία" του Νίκου Πουλαντζά και άλλα βιβλία της εποχής.

Τα γραφεία είχαν γεμίσει φίλους και συνεργάτες από την πρώτη μέρα: νεολαίοι απ' το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και πολλοί γνωστοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες της Αριστεράς που το πλαισίωσαν χωρίς δισταγμό. Οι δικηγόροι, ο Γ.Β. Μαγκάκης και ο Χριστόφορος Αργυρόπουλος, ανέλαβαν αμισθί την υποστήριξη του περιοδικού.

Μετά τη σύλληψη του Χρήστου, εμείς συνεχίζαμε. Το δεύτερο τεύχος ωστόσο δεν κυκλοφόρησε, παρ' όλο ότι ετοιμάστηκε και θα ήταν ένα διαμάντι, ξεχειλισμένο από συμμετοχή Ελλήνων διανοουμένων και φοιτητών, με συμμετοχή τώρα στην έκδοση και του Δημήτρη Σαπρανίδη και του αλησμόνητου Γιάννη Θεοδωράκη: Ο Γιάννης έφερε στο δεύτερο "Αντί", όλο τον έξω κόσμο: Αποκλειστικές συνεντεύξεις με τον Μαρκούζε, τον Ούλοφ Πάλμε, τον Τούρκο αριστερό συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ, τον Ζαν Ντανιέ του "Νουβέλ Ομπσερβατέρ", Ισπανούς αριστερούς, Ιταλούς και Τούρκους κομμουνιστές, ανώνυμους Τουπαμάρος, ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων Βαλέριο Οκέτο, Λάιφ Πέρσον. Αλλά το τεύχος δεν έγινε δυνατό να εκδοθεί. Ύστερα από περιπέτειες, έκλεισε.

Μετά τη δικτατορία, αμέσως, ο Χρήστος Παπουτσάκης το πρώτο που σκέφτηκε ήταν η επανέκδοση του "Αντί". Έδωσε ψυχή, περιουσία, την ίδια τη ζωή του ώς το τέλος, με τη συνέπεια και με το πάθος που χαρακτηρίζουν τους μεγάλους αγωνιστές. Από το 1974 ώς το τελευταίο του τεύχος με αριθμό 919, το 2008, με τον αποχαιρετιστήριο τίτλο "Αντί-ο", η πολύχρονη έκδοσή του αποτελεί μια άλλη, πολύ μεγάλη ιστορία.

Όπως το εκφράζει η Άντεια Φραντζή, σύντροφος του Χρήστου ώς το τέλος της ζωής του, με ενεργό συμμετοχή στη δημιουργία και την έκδοση του μεταπολιτευτικού "Αντί": "Το 'Αντί' ήταν ένα σπιτικό με την πόρτα του πάντα ανοιχτή. Η ευρυχωρία της σκέψης και της καρδιάς του Χρήστου Παπουτσάκη έδινε στους ανθρώπους που τον γνώρισαν αλλά και στους αναγνώστες του τη δυνατότητα να παλεύουν για μια εναλλακτική μορφή ζωής, για την αλήθεια, την αυθεντικότητα, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία".

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιες Πρέσπες; Οι συντάξεις είναι το θέμα του

Απλή λογική: Αν ο Κ. Μητσοτάκης πιστεύει στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση παζάρεψε το μακεδονικό με τις συντάξεις, προφανώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να λυθεί το μακεδονικό εις βάρος της Ελλάδας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο