Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η πόλη ως περιβάλλον μάθησης και πεδίο δράσης

Των Ναταλίας Μπαζαίου και Αναστασίας Νουκάκη*

 

Η διαδρομή από και προς το σχολείο είναι το βασικότερο εργαλείο που έχουν τα παιδιά στα χέρια τους για να κατανοήσουν την πόλη. Είναι μια διαδρομή που στα μάτια τους μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα θαυμαστό ταξίδι παρατήρησης και δράσης. Είναι μια διαδρομή που στοιχειοθετεί την τοπογραφική μνήμη των παιδιών και καθορίζει τις προ-εικόνες και τα σύμβολα με τα οποία το παιδί θα ερμηνεύει στην πορεία της ζωής του τον κόσμο. Το παιδί δεν έχει αποκτήσει ακόμα εκείνη την επιλεκτική όραση που «ξεχωρίζει την ομορφιά των λουλουδιών από εκείνη των αγριοβοτάνων», όπως λέει ο Κόλιν Γουάρντ στο βιβλίο του «The child in the city»1. Το βλέμμα του δεν βασίζεται σε προκαταλήψεις και στερεότυπα, αλλά είναι ανοιχτό σε κάθε λογής δυνατότητες.

Κατά τη Γαλλίδα ψυχολόγο Φρανσουάζ Ντολτό2, είναι δικαίωμά των παιδιών να μετακινούνται μόνα τους στην πόλη, καθώς αυτή «είναι το καλύτερο σχολείο για την εκπαίδευση στην ανεξαρτησία». Η ιδανική συνθήκη της ζωής των παιδιών στην πόλη θα ήταν να μπορούν να τη βιώνουν και μόνα τους, μέσα από δίκτυα κυκλοφορίας φιλικά προς αυτά.

Οι παραπάνω δηλώσεις μοιάζουν σήμερα ολότελα εξωπραγματικές, καθώς τα παιδιά πλέον δυσκολεύονται να βιώσουν την πόλη ανεξάρτητα από την επιτήρηση ενηλίκων, ακόμα και σε επίπεδο γειτονιάς. Στην πραγματικότητα, η εξάπλωση της Αθήνας και η μετακίνηση στην πόλη με το αυτοκίνητο κατασκευάζουν στα μάτια των παιδιών μια αποσπασματική αστική εμπειρία με σαφείς αφετηρίες και προορισμούς, αλλά με αδύνατη τη στοιχειοθέτηση μιας χωρικής συνέχειας. Αποτέλεσμα είναι να χάνεται η επαφή με την πραγματική πόλη και τα πραγματικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν τη φυσιογνωμία της. Μπορούμε να πούμε ότι το περιβάλλον τής πόλης σήμερα, εκτός από τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που προσφέρει, συνολικά στερεί ευκαιρίες αυτοανάπτυξης που άλλοτε «έδιναν», κατά την Ντολτό, «οντότητα στο παιδί». Κι αυτό στην ουσία συνιστά περιθωριοποίηση και απομόνωσή από την πόλη ως περιβάλλον μάθησης. Είναι μια διαδικασία με συνέπειες στη δόμηση της προσωπικής ταυτότητας, καθώς, για να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο που μας περιβάλλει, πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε, να τον νοηματοδοτήσουμε. Η αίσθηση των παιδιών ότι η πόλη είναι σε γενικές γραμμές ένα άγνωστο πεδίο, του οποίου δεν αποτελούν μέρος και κατά συνέπεια δεν δικαιούνται να έχουν λόγο σε ζητήματα που τα αφορούν, τα αποδυναμώνει και, επιπλέον, αυξάνει τον βαθμό εξουσίας των ενηλίκων απέναντί τους. Αλλά και η πόλη δεν επωφελείται από τον ανθρώπινο χαρακτήρα που θα προσέφεραν τα παιδιά στη δομή και τη λειτουργία της. Παραφράζοντας τον Βαν Έικ, η πόλη θα ξαναγίνει πόλη μόνο αν τεθεί στην υπηρεσία των παιδιών. Αλλά και τα παιδιά να τεθούν στην υπηρεσία της πόλης, θα προσθέταμε εμείς, γιατί «μόνο αυτά έχουν γνήσια άποψη του κόσμου, που τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν τα αληθινά προβλήματα και τις ανάγκες των ανθρώπων»3.

Η ανάγκη συσχετισμού των παιδιών με την πόλη τους και ευαισθητοποίησης απέναντι στα ζητήματά της μας ώθησε στη δημιουργία των εργαστηρίων Αρχιτεκτονικής. Στα εργαστήρια, τα παιδιά μαθαίνουν να παρατηρούν, να κατανοούν το αστικό περιβάλλον με περιέργεια, παρατηρητικότητα και κριτική ματιά. Εισάγουν τον πειραματισμό στην επίλυση προβλημάτων με νέους και αναπάντεχους τρόπους που δίνουν ισάξια έμφαση στο τελικό αποτέλεσμα αλλά και στην ίδια τη διαδικασία. Ασκούνται στο να εντοπίζουν ζητήματα, να διερευνούν και να αξιολογούν και να εκφράζουν τις ιδέες τους σε τρεις ή τέσσερις διαστάσεις. Είναι μια διαδικασία με στόχο όχι την εκκόλαψη μελλοντικών αρχιτεκτόνων, αλλά τη δημιουργία υπεύθυνων πολιτών με ενεργό ενδιαφέρον για τη σημασία του δημόσιου χώρου, ως αντίδοτο στην εμπειρία της απάθειας, της αδιαφορίας ή της άγνοιας που βιώνουμε σήμερα απέναντι στο χτισμένο περιβάλλον. Η δημιουργία πολιτών που εκδηλώνουν ενεργά το ενδιαφέρον τους για τον κόσμο και προχωρούν στη δράση4 προϋποθέτει μια αισιόδοξη οπτική θεώρηση, μια συμπεριφορά που προσδιορίζεται όχι από το παρελθόν, αλλά από τις προσδοκίες μας για το παρόν και το μέλλον.

Μεθοδολογικά, τα εργαστήρια αρχιτεκτονικής έχουν στόχο, σε πρώτο στάδιο, να στρέψουν το βλέμμα των παιδιών προς το άμεσο περιβάλλον τους και να τα ωθήσουν προς μια συνειδητή παρατήρησή του μέσα από την επεξεργασία του προσωπικού τους χώρου και των οικείων σε αυτά διαδρομών μέσα στην πόλη.

Σε δεύτερο στάδιο, θέτουμε ως βασικό βήμα τον εμπλουτισμό των αναπαραστατικών εργαλείων, αφού τα όρια της αναπαραστατικής γλώσσας θέτουν και τα όρια του κόσμου των ιδεών των παιδιών. Όπως διατείνεται ο Νέλσον Γκούντμαν5, ο κόσμος υπάρχει με τόσους τρόπους με όσους είναι δυνατό να περιγραφεί. Επομένως, με όσα περισσότερα μέσα μπορούμε να τον περιγράψουμε, τόσες περισσότερες πληροφορίες μας δίνει. Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιούμε πολλαπλούς γλωσσικούς κώδικες και σημασιοδοτικά συστήματα, όπως αεροφωτογραφίες, φωτογραφίες, χάρτες, νοητικούς χάρτες, τεχνικές χαρτογράφησης, κολάζ, ερωτηματολόγια, κείμενα, κατασκευές, εικονογράφηση, και ενθαρρύνουμε τον αλληλοσυσχετισμό τους.

Σε τρίτο στάδιο, με την εξοικείωση στην παρατήρηση και τη χρήση των εκφραστικών αναπαραστατικών μέσων-εργαλείων, τα παιδιά συνειδητοποιούν τη δύναμη που τους δίνει ο συνδυασμός των μέσων για τη σύσταση μιας νέας συνθήκης, μιας νέας ιδέας και, κατ’ επέκταση, για την επικοινωνία της νέας ιδέας προς τα έξω. Όπως το παιχνίδι που, σύμφωνα με την Τζ. Κρίστεβα (1982: 32), είναι το βασικό όχημα μετάβασης των παιδιών από τον προσωπικό τους κόσμο στον κοινωνικό, με τον ίδιο τρόπο τα πολλαπλά εκφραστικά μέσα της τέχνης δίνουν στα παιδιά τη δυνατότητα ερμηνείας του άμεσου περιβάλλοντός τους και κατ’ επέκταση τη δυνατότητα επανερμηνείας του.

Η πρώτη άρα προσέγγιση της πόλης από το παιδί είναι μέσα από την αναπαράστασή της. Σχηματίζοντας εικόνα για την πόλη, τα παιδιά κατακτούν τη δυνατότητα να επεμβαίνουν, να προτείνουν λύσεις, να οραματίζονται, να φαντάζονται μια άλλη πόλη, μια πόλη που τα αφορά άμεσα, στην οποία μπορούν να αναφερθούν και η οποία αναφέρεται σε αυτά. Η ανυπολόγιστη δύναμη της φαντασίας των παιδιών αποδομεί τις τρέχουσες απόψεις ερμηνείας της πόλης. Τις οικειοποιείται και τις ανασυστήνει, ανοίγοντας ρωγμές στον κανονιστικό χαρακτήρα της.

Η δυνατότητα έκφρασης συναισθημάτων και ιδεών σε σχέση με την πόλη μέσα από ένα ευρύ πεδίο μέσων έρχεται ως μια απάντηση τόσο στη μονοδιάστατη προσέγγιση του συμβατικού σύγχρονου παιδαγωγικού συστήματος, όσο και στην προβληματική και αποσπασματική σχέση του παιδιού με το περιβάλλον της πόλης. Τα εκφραστικά μέσα της αρχιτεκτονικής και της τέχνης προσφέρουν στα παιδιά τη δυνατότητα να εξωτερικεύσουν τις ιδέες τους και να τις επικοινωνήσουν αποτελεσματικά. Σύμφωνα εξάλλου με τον Άντλερ6, η ολοκλήρωση στον άνθρωπο έρχεται με την προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Είναι πρωτεύων στόχος να εμφυσήσουμε στα παιδιά την πεποίθηση ότι οφείλουν να οραματίζονται με τη σιγουριά ότι έχουν τη δύναμη να ορίσουν την πραγματικότητα που τα αφορά προς όφελος της κοινότητας. Μιας κοινότητας τόσο ευρείας, που μπορεί να αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα.

 

* Η Ναταλία Μπαζαίου και η Αναστασία Νουκάκη είναι αρχιτέκτονες

 

 

1 Ward C. (1990), «The Child in the City», London, Bedford Square Press.

2 Ντολτό Φ. (2000), «Το παιδί στην πόλη», Αθήνα, Πατάκης.

3 Κατσαβουνίδου Γ. (2012). «Το παιδί, η πόλη, το παιχνίδι. Μια πολυφωνική βιογραφία», διδακτορική διατριβή, Βόλος, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πολυτεχνικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

4 Ο τύπος αυτός ανθρώπου κατά τον Άντλερ δηλώνει την επιτομή της ψυχολογικής ωρίμανσης. Περισσότερα: Άντλερ Α. (1990), «Το κοινωνικό ενδιαφέρον», Αθήνα, Μπουκουμάνης.

5 Γκούντμαν Ν., «Οι γλώσσες της τέχνης», Αθήνα, Εκκρεμές, 2005, σ. 25.

6Είναι ο λεγόμενος Κοινωνικά χρήσιμος τύπος: Χαρακτηρίζεται από δραστηριότητα και ενεργητικότητα, στοιχεία που βρίσκονται σε αρμονία με τις ανάγκες των άλλων και είναι θετικά - ευεργετικά γι’ αυτούς. Περισσότερα: Άντλερ Α. (1990), «Το κοινωνικό ενδιαφέρον», Αθήνα, Μπουκουμάνης.

Δείτε όλα τα σχόλια