Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΟΛΜΕ και ΔΟΕ: Ευκαιριακές πλειοψηφίες και μετασυνεδριακή αμηχανία

Στα συνέδρια των δύο μεγάλων εκπαιδευτικών ομοσπονδιών του Δημοσίου που πραγματοποιήθηκαν φέτος επιβεβαιώθηκε το χάσμα που χωρίζει τελευταία τις προτεραιότητες των παρατάξεων που ασκούν «αντιπολίτευση» στην κυβέρνηση από τα πραγματικά συμφέροντα της εκπαίδευσης και των λειτουργών της. Όσο κι αν η πραγματικότητα επιχειρείται να συσκοτιστεί με μια περίτεχνη συνδικαλιστική ορολογία, είναι φανερή η «αξιωματική» λογική που συνέχει στην πράξη ένα ευρύ φάσμα ετερόκλητων παρατάξεων. Το μανιχαϊστικό ψευτοδίλημμα «φιλοκυβερνητισμός - αντικυβερνητισμός», που βρίσκεται πίσω από τις ευκαιριακές συμπράξεις αυτού του είδους, θυμίζει την πρακτική ενός διαβόητου ομότεχνου του Προκρούστη, του Σίνη του Πιτυοκάμπτη: Όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο των εκπαιδευτικών προσδένονται στις λυγισμένες κορυφές δύο πεύκων που στη συνέχεια απελευθερώνονται για διαμελίσουν το οικτρό θύμα.

Ο τρόπος επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρακτικής. Όταν ανακοινώθηκε η πρόθεση της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας να δώσει τη δυνατότητα στους συλλόγους εκπαιδευτικών να διατυπώσουν καθοριστική γνώμη για την επιλογή τους, οι αντιδράσεις της συγκυριακής πλειοψηφίας στις δύο ομοσπονδίες ήταν από ουδέτερες ως αρνητικές. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της πλειοψηφίας στο Δ.Σ. της ΔΟΕ, που απαξίωσε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση γιατί είχε άλλα σοβαρότερα ζητήματα να αντιμετωπίσει. Με τη στάση αυτή ενισχύθηκε ένα αρνητικό κλίμα τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην κοινωνία, μόνο και μόνο γιατί κάποιοι δεν ήθελαν να φανεί πως συμφωνούν με μια ορθή κυβερνητική επιλογή, που ήταν αίτημα του κλάδου. Τελικά, αυτή η πρακτική αντικειμενικά ενίσχυσε τις συντηρητικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας και συνέβαλε, κατά το μέρος που της αναλογεί, στην αρνητική απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας. Αλλά και μετά την εξέλιξη αυτή -αρνητική σελίδα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης-, δεν φάνηκε να αλλάζει κάτι στην κυρίαρχη συνδικαλιστική πρακτική. Αντίθετα, με απόφαση του Δ.Σ. της ΔΟΕ προωθήθηκε η αποχή και από τη νέα διαδικασία έκφρασης γνώμης του συλλόγου, που υποκατέστησε την προηγούμενη με νομοθετική ρύθμιση.

Θα περίμενε κανείς εύλογα μια τέτοια τακτική να ακολουθείται με συνέπεια από τις συντηρητικές δυνάμεις στον χώρο της εκπαίδευσης και ώς εκεί. Ούτε αυτό όμως δεν συνέβη. Το σχήμα «φιλοκυβερνητισμός - αντικυβερνητισμός» επιστρατεύτηκε για ακόμα μια φορά, ενάντια στα πραγματικά συμφέροντα του κλάδου, για να απομονώσει και να ενοχοποιήσει όχι τον αντιδημοκρατικό αναχρονισμό, αλλά εκείνες τις δυνάμεις που υποστήριζαν τις ψηφισμένες θέσεις του κλάδου για διεκδίκηση και περαιτέρω διεύρυνση της συμμετοχής των συλλόγων σε κάθε σχολείο στη διαδικασία επιλογής των διευθυντών. Με σαθρά και έωλα επιχειρήματα του στιλ «πρόκειται για παιχνίδι αποπροσανατολισμού από τα μεγάλα προβλήματα του κλάδου», «έτσι ανοίγει ο δρόμος για την αξιολόγηση», «δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για τέτοια μέτρα» ή «τίποτε ουσιαστικό δεν πρόκειται να αλλάξει όσο υπάρχουν τα Μνημόνια», οι παρατάξεις αυτές έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπονομεύσουν και να ακυρώσουν ακόμα και αυτές τις ανεπαρκείς ρυθμίσεις. Και χρειάστηκε να παρέμβουν οι σύλλογοι διδασκόντων από τα κάτω, με συγκεκριμένα ψηφίσματα και προτάσεις, για να αναγκαστεί τουλάχιστον η πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ να αρνηθεί να ακολουθήσει τους συναδέλφους της της ΔΟΕ στην αντιδημοκρατική πρακτική τους.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα της επιλογής των διευθυντών δεν είναι το μόνο. Θα μπορούσε να γίνει εκτενής αναφορά στην περίπτωση της καθιέρωσης της μαθητείας στα Επαγγελματικά Λύκεια, που ούτε ανασφάλιστη ούτε απλήρωτη είναι, ούτε σε ανήλικους απευθύνεται. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα η Θεματική Εβδομάδα, που ούτε τις «έκφυλες» ταυτότητες προωθούσε, όπως πρόβαλαν κάποιοι από τη μία πλευρά, ούτε την αξιολόγηση επανέφερε, όπως υποστηρίχτηκε από διάφορους καλοθελητές της άλλης πλευράς. Ακόμα και η επιστροφή στη νομιμότητα στην Επαγγελματική Εκπαίδευση, με την επανένταξη των ειδικοτήτων και των αντίστοιχων εκπαιδευτικών που είχαν απολυθεί το 2013, θα μπορούσε να αναφερθεί ως παράδειγμα που υποβαθμίστηκε σε τυπική υπόθεση ρουτίνας από κάποιες χαρακτηριζόμενες προοδευτικές παρατάξεις.

Καθένα από αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσε να περιγράψει εξίσου παραστατικά το κλίμα που κυριάρχησε στα συνέδρια της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ: Ένα πολωτικό και διχαστικό κλίμα, όχι στη βάση των προβλημάτων και των πραγματικών συμφερόντων του κλάδου και της εκπαίδευσης, αλλά με κριτήριο το δίπολο «κυβερνητισμός - αντικυβερνητισμός» που θέλησαν κάποιες παρατάξεις να επιβάλουν. Μια προσεκτική ανάγνωση των πρακτικών των δύο συνεδρίων θα αποκαλύψει ότι ελάχιστες ήταν οι στιγμές που πραγματικά «άξιζαν τον κόπο». Κυριάρχησαν ανούσιες αντιπαραθέσεις και ανώφελες αντεγκλήσεις, με μοναδικό στόχο να «ενοχοποιηθούν» και να στιγματιστούν εκπαιδευτικοί που εξακολουθούν να διεκδικούν και να αγωνίζονται στη βάση των συμφερόντων του κλάδου και της εκπαίδευσης.

Σε αυτές τις συνθήκες, η παράταξη της Δεξιάς, έχοντας τα νώτα της καλά προφυλαγμένα, σχεδόν στο απυρόβλητο, εξαιτίας των αντιπαραθέσεων στον αριστερό χώρο, ήταν αναμενόμενο να βγει ωφελημένη, έστω και όχι και όσο ανέμενε. Η διπλή προεδρία που αποκόμισε, στη ΔΟΕ και την ΟΛΜΕ, με την απροκάλυπτη αρωγή των κατάλοιπων του πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικού» χώρου, δεν μπορεί παρά να ωφελήσει τις συντηρητικές τάσεις στον χώρο της εκπαίδευσης και να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο σε οποιαδήποτε αξιόλογη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Από την άλλη πλευρά, θα αξιοποιηθεί και στη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση ως ένδειξη ενίσχυσης των πιο αντιδραστικών τάσεων στον εκπαιδευτικό χώρο και στην ελληνική κοινωνία.

Οι αριστερές δυνάμεις της «αντιπολίτευσης» δεν είδαν κάποια αξιόλογη ενίσχυση των δυνάμεών τους ούτε στην Πρωτοβάθμια ούτε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Με την ανερμάτιστη, ευκαιριακή τακτική τους και κατά περίπτωση με την πρακτική του συνδικαλιστικού «τσαμπουκά», είδαν να ενισχύονται η αφερεγγυότητα και η αναξιοπιστία τους στο εκπαιδευτικό σώμα. Και, το πιο σημαντικό, συνέβαλαν με την τακτική τους στην ενίσχυση της ανυποληψίας του συνδικαλιστικού κινήματος.

Τέλος, οι παρατάξεις που κινούνται στον ευρύτερο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς (ΕΡΑ, ΣΥΝΕΚ), παρά τη σφοδρή επίθεση που δέχτηκαν από κάθε πλευρά, κράτησαν τις δυνάμεις τους τόσο στην ΟΛΜΕ όσο και στη ΔΟΕ, με αναμενόμενες μικρές απώλειες. Στηριγμένες σταθερά στην αντίληψη ότι, για να μπορέσει να αντισταθεί ο κλάδος αποτελεσματικά στις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές πολιτικές, χρειάζεται ενότητα και ξεκάθαρες θέσεις, επανέφεραν τις ψηφισμένες θέσεις των προηγούμενων συνεδρίων και κατέθεσαν τεκμηριωμένες προτάσεις για την επικαιροποίηση και τη συμπλήρωσή τους όπου ήταν αναγκαίο. Τις θέσεις αυτές οι συγκεκριμένες παρατάξεις δεσμεύτηκαν να προωθήσουν και το επόμενο διάστημα, με σταθερό προσανατολισμό στη σύνθεση των απόψεων στη βάση των προβλημάτων του κλάδου και στην ανάπτυξη ενωτικών αγώνων για την προάσπιση του δημόσιου σχολείου και των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών.

Ε.Σ.

 

Δείτε όλα τα σχόλια