Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Περνώντας τα σύνορα» μέσα από την τέχνη

Κώστας Θεριανός

Εκπαιδευτικός

 

«Ο μαρξισμός σήμερα κατηγορείται συχνά ότι παραμελεί όλα τα είδη των διαφορών, του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της υπηκοότητας, της κουλτούρας και ούτω καθεξής. Αλλά δεν είναι ο μαρξισμός που δεν αναγνωρίζει τις έμφυλες διαφορές. Αυτές οι διαφορές καταργούνται άμεσα από τον καπιταλισμό μετατρέποντας τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες σε εργαλεία παραγωγής. Αυτές οι διαφορές διατηρούνται, επίσης, μέσω της διαταξικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης, για να μην μιλήσουμε για τις διαφορετικές αμοιβές, όπου οι γυναίκες πληρώνονται λιγότερα από τους άντρες για την ίδια εργασία, ή τον άμεσο σφετερισμό της εργασίας των γυναικών στην οικιακή οικονομία.

Ομοίως, δεν είναι ο κομμουνισμός που επιδιώκει την κατάργηση της έννοιας της εθνικότητας. Η εθνικότητα έχει καταργηθεί από τον ίδιο τον καπιταλισμό, μέσω του ιμπεριαλισμού, μέσω της διακίνησης χρήματος και εμπορευμάτων, μέσω της πραγμοποίησης της ίδιας της διαδικασίας της εργασίας, ενώ τα έθνη κράτη παραμένουν, απλώς, μηχανισμοί για τη διαχείριση διαφόρων ενοτήτων της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας στο πλαίσιο της διεθνούς άνισης ανάπτυξης».

Aijaz Ahmad (1998) The Communist Manifesto and the problem of universality. Monthly Review 50(2): 12-38.

 

Ο κόσμος φαίνεται να μικραίνει λόγω της εξέλιξης των μέσων μεταφοράς. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη περνούν καθημερινά τα σύνορα της χώρας τους και ταξιδεύουν -υπό διάφορες συνθήκες και με διαφορετικό σκοπό- σε άλλες χώρες, μέσα σε ελάχιστες ώρες. Όμως, την ίδια στιγμή που οι λαοί «μπορούν να έρθουν» κοντά, οι ανισότητες μεγαλώνουν. Το χάσμα πλούσιων και φτωχών στις ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις αυξάνεται, την ίδια στιγμή που οι μητροπόλεις του καπιταλισμού πλουτίζουν εκμεταλλευόμενες τις χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας.

Ιδιαίτερα οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες είναι αυτοί που διαπιστώνουν γρήγορα ότι τα σύνορα είναι δύσκολο να τα διαβεί κάποιος/α. Μπορεί, όμως, τελικά να τα διαβεί. Με τα πόδια, με βάρκα, στριμωγμένος σε ένα βαγόνι, σε ένα αμπάρι πλοίου ή στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου, με κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα ή τη ζωή του πολλές φορές, διαπιστώνει ότι τα γεωγραφικά σύνορα μπορεί, τελικά, να τα διαβεί. Αυτό που είναι αδύνατο να διαβεί είναι τα κοινωνικά σύνορα της χώρας προέλευσης ή της χώρας υποδοχής.

Η οικονομία του ιμπεριαλισμού έχει αλλάξει δομικά. Το κεφάλαιο ανασυγκροτείται χωρίς όρους προσπαθώντας να διαλύσει κάθε κατακτημένο δικαίωμα των εργαζομένων. Οι δημόσιοι χώροι, η ψυχαγωγία, κάθε είδος ανθρώπινης δραστηριότητας εμπορευματοποιούνται και γίνονται πεδίο επένδυσης για το κεφάλαιο. Η παραδοσιακή δουλειά στο εργοστάσιο αντικαθίσταται από την ανασφάλεια των McJobs. Οι δυνάμεις της αγοράς μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταστρέψουν επαγγέλματα.

Αυτές οι εξελίξεις αλλάζουν την εργασία, τη ζωή, τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τον κόσμο, τις κοινωνικές τους σχέσεις, την αισθητική τους. Τα κλειστά μαγαζιά των μεγαλουπόλεων, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, τα πρόσωπα των ανθρώπων που περιμένουν στα συσσίτια, οι πιτσιρικάδες που κάνουν ταχυδακτυλουργικά με μπάλες του τένις στους πεζόδρομους, οι αμίλητοι και ακίνητοι -μεταμφιεσμένοι σε κούκλες- στις τουριστικές περιοχές, οι εργαζόμενοι με συμβάσεις «της μιας ημέρας» και με αμοιβές 150 ευρώ τον μήνα είναι τα «νέα επαγγέλματα» που υπόσχεται ο ιμπεριαλισμός. Η υπόσχεση της ανάπτυξης αποδεικνύεται καθημερινά δυστοπία.1

Η εξατομίκευση της εργασίας και η αδυναμία τμήματος του θεσμικού πλαισίου να ανταποκριθεί στη νέα πραγματικότητα επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τον κόσμο. «Η λογική μετατρέπεται σε παραλογισμό» έλεγε ο Χέγκελ, με αποτέλεσμα πρωτόγονες μορφές ερμηνείας του κόσμου, οι οποίες στην εποχή μας συγκροτούν όψεις του ανορθολογισμού, να επανέρχονται στο προσκήνιο της καθημερινότητας.

Στο έδαφος αυτό, της εξατομίκευσης, του κατακερματισμού, της ανυπαρξίας ενός συνολικού πολιτικού σχεδίου για μια άλλη κοινωνική οργάνωση, της αναβίωσης του μυστικισμού, της υποχώρησης των συλλογικών αναπαραστάσεων, αναπτύχθηκαν όψεις της μεταμοντέρνας κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας που προτάσσουν την ενδοσκόπηση στο πεδίο των πολιτικών της ταυτότητας.

Αυτό οδήγησε στο να μετατοπιστεί ο πολιτικός λόγος πολλών κινημάτων από την ανατροπή των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων στην αποδυνάμωση του «κυρίαρχου λόγου» μέσω της άσκησης της «πολιτικής των δικαιωμάτων» σε μια σειρά από «υποτελείς» λόγους, πρακτικές, συμπεριφορές και συνήθειες ζωής. Η ιδεολογία και η κουλτούρα, σε αυτή τη λογική, διαχωρίστηκαν, με αποτέλεσμα η κοινωνική τάξη, η σχέση δηλαδή των ανθρώπων με τα μέσα παραγωγής και η θέση τους στον εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, να αποσυνδέεται από τη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλική συμπεριφορά, την ταυτότητα.

Έτσι, αντί να διασυνδέονται επιμέρους κινήματα που διεκδικούν «δικαιώματα» και άρση καταπιεστικών όψεων της κοινωνικής ζωής -όπως αποκλεισμοί, στερεότυπα κ.λπ.- με ένα κεντρικό νήμα, που είναι η ανατροπή των παραγωγικών σχέσεων, οι οποίες κυρίως παράγουν τους αποκλεισμούς, αναδύονται αποσυνδεδεμένα κινήματα «ταυτοτήτων» που διεκδικούν τα δικαιώματά τους αγνοώντας τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της κοινωνίας και τις σχέσεις παραγωγής.2 Αυτό δεν σημαίνει να περιοριστούμε στον «εργατισμό», αλλά να αναπτύξουμε δράσεις όπως η Raison d’ Agir του Πιερ Μπουρντιέ στη Γαλλία, ο οποίος προσπάθησε να συντονίσει πολυάριθμα ευρωπαϊκά κοινωνικά κινήματα.

Η κοινωνική τάξη είναι μια εννοιολογική κατηγορία, η οποία δεν είναι «ορατή» όπως η φυλή, το φύλο, η εθνικότητα, η σεξουαλικότητα ή η αναπηρία. Ο καπιταλισμός ενώ παράγει την ταξική ανισότητα και στηρίζεται σε αυτήν, έχει το περιθώριο να δώσει «ελάχιστα» δικαιώματα αναγνώρισης στις υπόλοιπες κατηγορίες, στον βαθμό που αυτές δεν εμπλέκονται στην παραγωγή και αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτό γίνεται κατανοητό στο πόσο δύσκολη και μακροχρόνια ήταν η πάλη για την κατάργηση της δουλείας στις ΗΠΑ, καθώς οι Αφρικανοί δούλοι ήταν πάμφθηνο εργατικό δυναμικό για τις φυτείες.

Αυτό δεν πρέπει να οδηγεί στο μηχανιστικό συμπέρασμα ότι κάθε μορφής καταπίεση θα εξαφανιστεί με την πτώση του καπιταλισμού ούτε ότι μέσα στα ίδια τα κινήματα δεν υπάρχουν στερεότυπα όπως η κυριαρχία της λευκότητας (whiteness) ή η απόρριψη ανθρώπων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό κ.λπ. Άλλωστε οι αποκλεισμοί είναι αυτοί που, σε μεγάλο βαθμό, αναδεικνύουν ένα χαρακτηριστικό του ατόμου (θρησκεία, σεξουαλικός προσανατολισμός, χρώμα δέρματος, εθνότητα) σε καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ενδεχόμενης ένταξής του σε διακριτές ομάδες.

Όπως επισημαίνει ο Βίλχελμ Ράιχ, «η ανατροπή στο πολιτισμικό οικοδόμημα θα καθυστερήσει διότι ο φορέας και υποστηρικτής αυτής της ανατροπής, η ψυχική διάρθρωση του ανθρώπου, δεν θα έχει αλλάξει ποιοτικά».3 Αυτή η διαπίστωση ισχύει και για το εσωτερικό των κινημάτων και για τον τρόπο που αρθρώνουν τα αιτήματα τους και συνεργάζονται ή δεν συνεργάζονται μεταξύ τους.

Όμως, όπως δείχνει η Ιστορία, οι αγώνες των κινημάτων των δικαιωμάτων της «ταυτότητας» βρίσκουν τη δικαίωσή τους μόνο μέσα σε εγχειρήματα χειραφέτησης του ανθρώπου από τον οικονομικό καταναγκασμό, τον εκμεταλλευτικό και καταναγκαστικό καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Μετά τη ρωσική επανάσταση του 1917, οι μπολσεβίκοι προχώρησαν σε μια σειρά από μέτρα που αναγνώριζαν τις πολλαπλές διαφορετικότητες, αρκεί αυτές να ήταν ενταγμένες στην προοπτική της χειραφέτησης του ανθρώπου και της ανατροπής του καπιταλισμού.

Στο πεδίο των σχέσεων οι μπολσεβίκοι ήταν αυτοί που κατάργησαν όλους τους νόμους εναντίον της ομοφυλοφιλίας και αναγόρευσαν το σεξ σε προσωπικό ζήτημα.

Στο πεδίο της εκπαίδευσης οι μπολσεβίκοι, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, ίδρυσαν το Ενιαίο Σχολείο, στο οποίο καταργήθηκαν οι τιμωρίες και όλες οι εξετάσεις (εισαγωγικές, προαγωγικές, απολυτήριες). Επίσης καταργήθηκαν οι εργασίες για το σπίτι και όλη η δουλειά των μαθητών γινόταν στο πλαίσιο του σχολείου. Το περιεχόμενο του σχολείου ήταν η γενική μόρφωση σε συνδυασμό με την πολυτεχνική μόρφωση για όλους τους κλάδους της παραγωγής, την καλλιτεχνική μόρφωση και τις αθλητικές δραστηριότητες. Το σχολείο αποσκοπούσε στη συνολική ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Είναι ενδεικτικό ότι το πρόγραμμα του δεύτερου κύκλου περιείχε γλώσσα, μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία, φυσική, χημεία, ξένες γλώσσες, φωτογραφίες, αισθητική, γυμναστική, χορό. Η εργασία αποτελούσε τη βάση της μάθησης και της σχολικής ζωής. Μέρος των μαθημάτων πραγματοποιούνταν έξω από το σχολείο, σε εργαστήρια, εργοστάσια, αγρούς κ.λπ. Σημαντική καινοτομία είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης αναγνωστικών και βιβλίων σε όλες τις γλώσσες που μιλιούνταν στην απέραντη χώρα. Περίπου 40 γλώσσες βρήκαν τη θέση τους στην εκπαίδευση και είναι αξιοσημείωτο ότι το πρώτο λεξικό της τσιγγάνικης γλώσσας γράφτηκε από τους μπολσεβίκους.

Κλείνοντας, δράσεις όπως το «Σχολικό Street Festival Τέχνης και Αποδοχής» που διοργανώνει η συλλογικότητα εκπαιδευτικών και καλλιτεχνών «Δίκτυο Τέχνης και Δράσης» σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων ανοίγει δρόμους συνάντησης ανθρώπων με κοινούς προβληματισμούς που μπορεί να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη προβληματισμών, όπως αυτοί που εκτέθηκαν σε αυτό το κείμενο. Η τέχνη μπορεί να γίνει παράγοντας ώσμωσης και ανταλλαγής απόψεων, μέσο υπέρβασης των κοινωνικών συνόρων, σημείο συνάντησης και προβληματισμού των ανθρώπων.

1

Ο όρος Δυστοπία (Dystopia) σημαίνει έναν κακό τόπο, όπου οι άνθρωποι ζουν μίζερα. Είναι νεολογισμός που αντιπαραβάλλεται στον όρο Ουτοπία, που χρησιμοποίησε στην αγγλική γλώσσα ο Θωμάς Μορ ως τίτλο του βιβλίου του Utopia (1516). Ο όρος, σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, πλάστηκε από τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος σε έναν λόγο του στο Βρετανικό Κοινοβούλιο ανέφερε: «Είναι πιο κολακευτικό να αποκαλείσαι Ουτοπιστής παρά Δυστοπιστής (dys-topian) ή Κακοτοπιστής (caco-topian)».

 

2

Διεξοδική ανάλυση στο P. McLaren –-R. Farahmandpur, Για μια παιδαγωγική της αντίστασης, εκδ. Τόπος.

3

Β. Ράιχ, Η σεξουαλική επανάσταση, εκδ. Ράππα, σ. 267.

Δείτε όλα τα σχόλια