Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

H εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917

Ι. Η Δημοτική ως σχολική γλώσσα   Μπάμπης Νούτσος   Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από την έναρξη και εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, που αποτέλεσε, από την άποψη της σχολικής...

Ι. Η Δημοτική ως σχολική γλώσσα

 

Μπάμπης Νούτσος

 

Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από την έναρξη και εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, που αποτέλεσε, από την άποψη της σχολικής γλώσσας, ίσως την πιο σημαντική ιστορική στιγμή στην περαιτέρω εξέλιξη της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Θα επιχειρήσω λοιπόν να αναδείξω εδώ, στο πρώτο από τα άρθρα που θα ακολουθήσουν, ορισμένες όψεις από την καινοτομία της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το 1917, οι οποίες ελάχιστα μελετήθηκαν από την έως τώρα σχετική ιστοριογραφία της εκπαίδευσης.

 

Σύντομο χρονικό

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, ως ιστορικό γεγονός, δεν μπορεί να αναλυθεί και να κατανοηθεί σ’ ένα πρώτο επίπεδο ανεξάρτητα από τη γνώση της πολιτικής συγκυρίας του 1914-1918 τόσο στον διεθνή χώρο όσο και στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η συγκυρία είναι ευνόητο πως δεν μπορεί εδώ να αναλυθεί.

Σπεύδω έτσι να τονίσω για το θέμα μου πως ο Δ. Γληνός, αρχιτέκτονας των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων του 1913, φεύγει κρυφά τον Απρίλιο του 1917 για τη Θεσσαλονίκη, όπου ο Βενιζέλος, μετά το κίνημα της «Δημοκρατικής Άμυνας» (1916), είχε σχηματίσει «Προσωρινή Κυβέρνηση». Διορίζεται από τον Βενιζέλο πρόεδρος του τριμελούς εκπαιδευτικού συμβουλίου και συμβάλλει αποφασιστικά, με «σύμβουλο» (δηλ. υπουργό) Παιδείας τον Γ. Αβέρωφ, στον καθορισμό του περιεχομένου και της κατεύθυνσης της εκπαιδευτικής πολιτικής της «Προσωρινής Κυβέρνησης». Τότε συντάσσει την εισήγηση και το ιστορικό Διάταγμα 2585 «Περί διδακτικών βιβλίων» (11.5.1917), που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της λίγες μέρες αργότερα (30.5.1917).

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Διατάγματος, για να εγκριθεί διδακτικό βιβλίο στο δημοτικό σχολείο, οφείλει «Να είναι όσον το δυνατόν απλούν και σαφές κατά την γλώσσαν και το ύφος. Τα δε διά τας τέσσαρας πρώτας τάξεις των δημοτικών σχολείων προοριζόμενα αναγνωστικά, ως και τα βιβλία των αριθμητικών ασκήσεων διά την γ’, δ’, ε’ και στ’ τάξιν των αυτών σχολείων, οφείλουσι να είναι γεγραμμένα εις την κοινήν ομιλουμένην (δημοτικήν) γλώσσαν, απηλλαγμένην παντός αρχαϊσμού ή ιδιωτισμού».

Το Διάταγμα αυτό συνιστά τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του κρατικού δημοτικισμού. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, με τη στήριξη των στρατευμάτων της «Αντάντ» (Entente), επιστρέφει και εγκαθίσταται στην Αθήνα, στις αρχές Ιουνίου 1917, ο Βενιζέλος έχει κιόλας διορίσει το Γληνό γενικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας και ο νέος υπουργός Δημ. Δίγκας (από 14.6.1917) τροποποιεί με απόφασή του τη σύνθεση του υπάρχοντος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Πριν χαλαρώσει η «επαναστατική ορμή των φιλελευθέρων», η τριανδρία του Εκπαιδευτικού Ομίλου (Γληνός, Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης), με σύντονες και πολλαπλές παρεμβάσεις της, έχοντας τελικά την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη του Βενιζέλου και του Δίγκα, πέτυχε δύο αλληλένδετους βασικούς στόχους:

1. Να κυρωθεί από τον νέο υπουργό και τη Βουλή -ο Βενιζέλος είχε επαναφέρει τη σύνθεση της Βουλής της 31.5.1915- το Διάταγμα της Θεσσαλονίκης (αρχικά με το Ν.Δ. της 11.7.1917 και λίγο αργότερα με τον Νόμο 827/5.9.1917).

2. Να ελέγξουν την κατεύθυνση και την περαιτέρω εφαρμογή της αρχόμενης γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης με τον θεσμό των Ανωτέρων Εποπτών της Δημοτικής Εκπαίδευσης (Ν. 1439/5.9.1917). Στις δυο θέσεις του διορίζονται ο Δελμούζος και ο Τριανταφυλλίδης. Έτσι ο «Όμιλος μπαίνει στο κράτος» και ο χαρακτήρας της νέας μεταρρύθμισης δομείται πλέον με βάση τις γλωσσικές, παιδαγωγικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις των ηγετών του. Σε συνεργασία με το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο θα εξειδικεύσουν με συναφή νομοθεσία (Ν. 1332/27.4.1918 και Β.Δ. της 15.5.1918, που κωδικοποίησε σε ένα ενιαίο κείμενο τους Νόμους 827 και 1332) τη νέα πραγματικότητα που προέκυψε από την αρχική εφαρμογή της μεταρρύθμισης.

Γνωρίζουμε πως τον Αύγουστο του 1917, πριν δηλαδή διοριστούν οι δυο Ανώτεροι Επόπτες, το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο είχε κιόλας εγκρίνει τα έξι πρώτα διδακτικά βιβλία της μεταρρύθμισης (τρία Αλφαβητάρια και τρία Αναγνωστικά για τις δυο πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου αντίστοιχα). Προφανώς οι συγγραφείς τους έσπευσαν ταχύτατα, μετά το Διάταγμα της Θεσσαλονίκης, να συντάξουν ή να μεταγράψουν στη δημοτική γλώσσα τα βιβλία τους με τη βεβαιότητα ότι η δημοτική γλώσσα θα αποτελούσε και στην Αθήνα τη μορφή της σχολικής γλώσσας.

Η γλωσσική μορφή με την οποία υποβλήθηκαν αυτά τα βιβλία φαίνεται, με βάση ελάχιστα δείγματα που διασώθηκαν, πως δεν ικανοποιούσε το γλωσσικό τύπο της «κοινής δημοτικής», σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Εποπτών και το υπόδειγμα που είχε παλαιότερα προταθεί από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο. Γι’ αυτό ο Τριανταφυλλίδης, αμέσως μόλις διορίστηκε, παρέλαβε τα ήδη εγκριθέντα βιβλία και τα διόρθωσε μόνο γλωσσικά, δίνοντάς τους «γραμματική ενότητα» σύμφωνα με το «πανελλήνιο γλωσσικό αίσθημα, τον κοινό τύπο που διαμορφώθηκε στη σύγχρονη λογοτεχνία και τις πραχτικές ανάγκες της κοινωνίας και του σχολείου». Ήταν κατάδηλο ότι η σχολική γλώσσα των αναγνωστικών δεν ήταν πια η ψυχαρική γλωσσική ορθοδοξία.

Οι προγραμματικές ιδέες για τη γλώσσα και το περιεχόμενο των αλφαβηταρίων και των αναγνωστικών της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αποτυπώνονται με σαφήνεια στο Πρακτικό (18.3.1918) της λεγόμενης «Επιτροπείας προς σύνταξιν αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου» (Β.Δ. της 13.2.1918) και εξειδικεύτηκαν στη συγγραφή και έκδοση του κρατικού αναγνωστικού Τα ψηλά βουνά και του επίσης κρατικού Αλφαβηταρίου (γνωστού ως «Αλφαβητάρι με τον ήλιο») το 1919.

Για το περιεχόμενό τους θα γίνει λόγος στο επόμενο άρθρο μου. Εδώ θα τονίσω πως ο «τύπος της νέας σχολικής γλώσσας, με ενότητα γραμματική και με σύστημα ορθογραφικό» παρουσιάστηκε αναλυτικά στην έκδοση των δυο «γραμματικών οδηγιών»: Η Γραμματική Διδασκαλία των τριών πρώτων τάξεων του Δημοτικού Σχολείου (1919) και Η Γλωσσική Διδασκαλία της Δ’ τάξεως του Δημοτικού Σχολείου (1920). Θα ακολουθήσει συναφώς το Β.Δ. της 30.6.1920 «Περί ορθογραφικής και γραμματικής διδασκαλίας της Ε’ τάξεως του δημοτικού σχολείου».

Τα δυο αυτά φυλλάδια, μόλο που εγκρίθηκαν από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και εκδόθηκαν ως παραρτήματα (αρ. 3 και 5) του Δελτίου του υπουργείου Παιδείας, συντάχθηκαν από τον Τριανταφυλλίδη, στον οποίο είχε ανατεθεί από την αρχή η συγγραφή μιας σχολικής γραμματικής για τους δασκάλους - δασκάλες (Β.Δ. της 8.2.1918). Για τους Ανώτερους Επόπτες η γλώσσα είναι και σκοπός του σχολείου και θέμα ιδιαίτερης γλωσσικής διδασκαλίας. Όπως τόνισε αργότερα (1926) ο Τριανταφυλλίδης: «Γλώσσα σημαίνει γραμματική, σύστημα κανόνων και, αν θέλωμε να καταρτίσωμε κοινή γραπτή γλώσσα, πρέπει να τη θεμελιώσωμε σε κριτήρια αντικειμενικά».

Οι «Οδηγίες» αποτέλεσαν, συνεπώς, το ενιαίο και ορισμένο «γραμματικό σύστημα», με βάση το οποίο, ξεκαθαρισμένο από παλαιότερα στον Εκπαιδευτικό Όμιλο, «ρυθμίστηκε» η γλώσσα των αναγνωστικών ως «πρότυπη σχολική γλώσσα» του κρατικού δημοτικισμού. Οι «Οδηγίες» αποτέλεσαν, έτσι, μια πρόδρομη συνοπτική εκδοχή του «γραμματικού τύπου της σχολικής γλώσσας», που θα ολοκληρωθεί με την προεδρία του Τριανταφυλλίδη στην έκδοση της μεγάλης Νεοελληνικής Γραμματικής (της δημοτικής) το 1941.

Γνωρίζουμε την τύχη της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Η αντιβενιζελική πολιτική εξουσία των «Λαϊκών», που θα προκύψει μετά την ήττα του Βενιζέλου στις βουλευτικές εκλογές της 1.11.1920, θα άρει την έγκριση όλων των βιβλίων της δημοτικής γλώσσας (Ν. 2677/19.8.1921, άρθρο 4) και η προηγούμενη σχολική καθαρεύουσα με τα αναγνωστικά της θα θρονιαστεί για μια τριετία περίπου στο δημοτικό σχολείο. Η ελληνική κοινωνία έμπαινε συνολικά σε μια νέα ιστορική περίοδο (1922).

 

Σχολική γραμματική και ιδεολογία

Οι επόμενες σύντομες παρατηρήσεις δεν εξαντλούν, ασφαλώς, το θέμα. Δείχνουν όμως την ερευνητική κατεύθυνση για τη θεμελίωση μιας ορθής ιστορικής εξήγησης της γλωσσικής καινοτομίας του 1917.

1. Οι πρωτεργάτες της μεταρρύθμισης αντιλαμβάνονταν πως σ’ εκείνες τις συνθήκες, στις οποίες δεν ήταν δυνατό να επαναφέρουν συνολικά το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του 1913, για την «αληθινή αναγέννηση» του σχολείου «αμεσώτερη και ουσιαστικώτερη συνάφεια με τη γλωσσική μεταρρύθμιση είχε το περιεχόμενο των νέων αναγνωστικών και σ’ αυτό δόθηκε αναγκαστικά τα πρώτα χρόνια η μεγαλύτερη φροντίδα» (1921).

Για μια σειρά λόγους που σχετίζονται και με τον χαρακτήρα της σύγκρουσης για το περιεχόμενο των αναγνωστικών το 1919-1920 και κυρίως με πολιτικά αιτήματα της μεταπολιτευτικής συγκυρίας του 1974 η κυρίαρχη ερμηνευτική προσέγγιση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, ιδιαίτερα μετά το 1977, έδωσε πολύ μεγαλύτερο ερευνητικό βάρος στην ανάλυση - κατανόηση αυτού του περιεχομένου, χωρίς να θέσει ως ερευνητικό αντικείμενο την ίδια τη «συνάφεια» γλωσσικής μορφής και περιεχομένου ή «ουσίας». Πρόκειται βέβαια για υπόθεση που χρειάζεται ξεχωριστή διερεύνηση.

2. Το ζήτημα αυτής της «συνάφειας» -κομβικό στην κατανόηση της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917- προϋποθέτει ασφαλώς μια προηγούμενη απάντηση στο ερώτημα: Πώς αντιλαμβανόταν η τριανδρία του Ομίλου τη δημοτική γλώσσα; Χωρίς να μακρηγορήσω εδώ, θα υποστηρίξω σύντομα πως, τουλάχιστον οι ηγέτες του Ομίλου, από την αρχική θέση «δημοτικισμός ίσον γλώσσα» θα οδηγηθούν στην αντίληψη πως «δημοτικισμός ίσον δημοτική γλώσσα, ίσον ζωντανή παράδοση του έθνους, ίσον γνήσιος νεοελληνικός κόσμος».

Στην αντίληψή τους λοιπόν η έννοια της γλωσσικής μορφής - τύπου αποχτάει ευρύτατο κοινωνικό περιεχόμενο, όπως αποτυπώνεται στο τροποποιημένο Καταστατικό του σωματείου (1914). Γι’ αυτό ο Δελμούζος θα τονίσει απερίφραστα πως «επικράτηση του δημοτικισμού -και με τη στενή ακόμα έννοια- στην παιδεία μας σημαίνει ριζική αλλαγή ιδεολογίας (1916). Η γλωσσική μορφή της δημοτικής, δηλαδή τελεσίδικα η γραμματική και το σύστημα των κανόνων της, συμπυκνώνουν και εκφράζουν μια νέα ιδεολογία. Ποια και με ποιο τρόπο;

3. Η «εδραία», η «ακλόνητη βάση» της γλωσσικής μορφής είναι για τους κορυφαίους «ομιλικούς» η «γραμματική της γλώσσας του λαού» ή αλλιώτικα το «τυπικό της λαϊκής γλώσσας». Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο θα εργαστεί κυρίως ο Τριανταφυλλίδης για να δώσει τον τύπο της «λαϊκής γραμματικής» στο σχολείο αναγορεύοντάς την σε «εθνική γραμματική» (όπως είχε τονίσει παλαιότερα ο Ψυχάρης).

Μόνο που τώρα στη μεταρρύθμιση του 1917 δεν πρόκειται για την ψυχαρική γραμματική. Πάνω στο τυπικό της λαϊκής γλώσσας η σχολική γλώσσα «οδηγημένη από το κοινό πανελλήνιο αίσθημα και τη λογοτεχνική χρήση αναγνωρίζει μερικές απαραίτητες συμπληρώσεις ή διαφορές». Χάρη στην εργασία του Τριανταφυλλίδη και τη βενιζελική εξουσία, οι «ομιλικοί» κατορθώνουν να πετύχουν «τη συμφωνία της σχολικής γραμματικής με τη γλώσσα των αναγνωστικών και με την κοινή προφορική χρήση».

4. Η «συνάφεια» έχει τώρα μεταβληθεί σε ευρύτερη «συμφωνία» σχολικής γραμματικής - περιεχομένου αναγνωστικών - κοινής προφορικής γλώσσας. Η δημοτική γλώσσα μπορεί έτσι να ανυψωθεί, χάρη στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, σε «εθνική γραφομένη». Πάνω σ’ αυτή τη «γραφομένη» μπορούμε κατά τον Τριανταφυλλίδη «ν’ αποχτήσουμε ως έθνος μία γλώσσα και να καθιερώσωμε τη γλώσσα της ζωής» (1919).

Στο θεμέλιο της γλωσσικής μορφής, δηλαδή στον τύπο της λαϊκής γραμματικής, «καθρεφτίζεται, για τον ίδιο, η σκέψη του έθνους». Σ’ αυτό το ίδιο θεμέλιο συμπυκνώνεται και εκφράζεται η «ριζική αλλαγή ιδεολογίας» στην Παιδεία, όπως τόνιζε ο Δελμούζος. Πρόκειται για θεμελιακή αντίληψη, την οποία συμμερίζονταν τότε ποικιλότροπα και οι τρεις κορυφαίοι «ομιλικοί».

5. Όπως έγραφε ο Α. Γκράμσι, λίγα χρόνια αργότερα, στα Τετράδια της Φυλακής, «οι γραπτές γραμματικές, οι βασισμένες σε κανόνες, τείνουν να αγκαλιάσουν ολόκληρο το έθνος και ολόκληρο τον “γλωσσολογικό όγκο”, για να δημιουργήσουν έναν ενοποιητικό, εθνικό, γλωσσολογικό κονφορμισμό […]. Η γραπτή γραμματική η βασισμένη σε κανόνες προϋποθέτει λοιπόν πάντοτε μια “επιλογή”, μια πολιτιστική κατεύθυνση, είναι δηλαδή πάντοτε μια πράξη πολιτιστικο-εθνικής πολιτικής, […] πρόκειται για μια πολιτική πράξη».

Από μια τέτοια οπτική θα μπορούσα να ισχυριστώ βάσιμα πως η «εθνική ή λαϊκή γραμματική» της σχολικής γλώσσας του 1917 συμπύκνωσε και εξέφρασε μια φιλελεύθερη, δημοκρατική αστική ιδεολογία, σύστοιχη με τις επιδιώξεις και τις πρακτικές της βενιζελικής εξουσίας. Για πρώτη φορά η γλωσσική καινοτομία αποκρυστάλλωσε και πραγμάτωσε, έστω μερικώς, σε μια ορισμένη καίρια βαθμίδα (Πρωτοβάθμια) του κυρίαρχου τότε ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους (Σχολείο) την άρση της προηγούμενης αντινομίας ανάμεσα στο «εθνικό» και το «κοινωνικό» ή, αλλιώτικα, την ανάδειξη του κοινωνικού σε οργανικό στοιχείο του «εθνικού».

6. Τρία ακροτελεύτια παραθέματα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αρκούν εδώ για να στηρίξουν αποδεικτικά τον ανωτέρω ισχυρισμό μου. Έγραφε ο Γληνός το 1915: «Δεν είναι βέβαια καιρός διά να εξετασθή κατά πόσον είναι δυνατόν να λυθή το ζήτημα της γλωσσικής διδασκαλίας μονομερώς διά τους ξενοφώνους Έλληνας. Κατά την γνώμην μου δεν είναι δυνατόν το τοιούτον […]. Το ζήτημα της γλωσσικής διδασκαλίας είναι εκπαιδευτικόν πρόβλημα φλέγον και ζωτικώτατον δι’ όλην την Ελλάδα».

Ο καιρός «επέστη», ως γνωστόν, το 1917 και ο Τριανταφυλλίδης θα γράψει: Η μητρική γλώσσα με τη γραμματική της «αποκαθιστά μέσα στο σχολείο τη γλωσσική αρμονία μεταξύ παιδείας και λαού» (1919), για να γενικεύσει ο Δελμούζος: «Να κοιτάξωμε τα συμφέροντα όλων των κοινωνικών τάξεων και όχι μονάχα λίγων προνομιούχων, με πνεύμα αληθινά φιλελεύθερο και δημοκρατικό» (1919).

Παραμένει βέβαια από τότε ανοιχτό το ζήτημα για τις σχέσεις αυτής της φιλελεύθερης αστικής ιδεολογίας με την αναπαραγωγική κοινωνική λειτουργία του σχολείου. Αυτό είναι βέβαια μια άλλη κοινωνική ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

 

Δείτε όλα τα σχόλια