Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα πάθη της σχολικής ιστορίας

Η αντίφαση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η σχολική ιστορία έχει μια σειρά από ιδιαιτερότητες. Καταρχάς, λόγω της αυτονόητης σύνδεσης της Ιστορίας με την εθνική ταυτότητα, θεωρείται ότι τα παιδιά θα πρέπει να διδαχθούν ακριβώς τα ίδια που έμαθαν οι παππούδες και οι γονείς τους. Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, η Ιστορία «δεν ξαναγράφεται» και επομένως δεν υπάρχει λόγος ανανέωσης των περιεχομένων της ανάλογα με νέα επιστημονικά πορίσματα. Η άποψη αυτή ακυρώνει τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ιστορίας και έχει μια σειρά από συνέπειες.

Χριστίνα Κουλούρη*

 

 

Κανένα άλλο μάθημα δεν μοιάζει να συγκεντρώνει τόσες επικρίσεις από εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς για τον τρόπο που διδάσκεται όσο η Ιστορία. Και όμως, παραδόξως, κανενός άλλου μαθήματος η απόπειρα αλλαγής ως προς τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια δεν προκαλεί τόσες αντιδράσεις.

Η αντίφαση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η σχολική ιστορία έχει μια σειρά από ιδιαιτερότητες. Καταρχάς, λόγω της αυτονόητης σύνδεσης της Ιστορίας με την εθνική ταυτότητα, θεωρείται ότι τα παιδιά θα πρέπει να διδαχθούν ακριβώς τα ίδια που έμαθαν οι παππούδες και οι γονείς τους. Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, η Ιστορία «δεν ξαναγράφεται» και επομένως δεν υπάρχει λόγος ανανέωσης των περιεχομένων της ανάλογα με νέα επιστημονικά πορίσματα. Η άποψη αυτή ακυρώνει τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ιστορίας και έχει μια σειρά από συνέπειες.

Η σημαντικότερη για τον χώρο του σχολείου είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα μαθήματα για τα οποία θεωρείται απαραίτητη η επιστημονική ειδίκευση του εκπαιδευτικού για να τα διδάξει, η διδασκαλία της Ιστορίας ανατίθεται σε μια σειρά από ειδικότητες που δεν έχουν προφανή σχέση με την επιστήμη της Ιστορίας. Ένας σημαντικός αριθμός των διδασκόντων δεν έχουν καν διδαχθεί Ιστορία στη διάρκεια των πανεπιστημιακών τους σπουδών.

Παρόλο που, σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης και μείωσης του αριθμού των εκπαιδευτικών, η συμπλήρωση του ωραρίου απαιτεί παρόμοιες αναθέσεις, οι συνέπειες για το μάθημα είναι σοβαρές γιατί επηρεάζουν τον τρόπο που διδάσκεται αλλά και την αντίληψη που διαμορφώνουν οι μαθητές σχετικά με τους στόχους της διδασκαλίας της Ιστορίας. Ο εκπαιδευτικός που δεν έχει ο ίδιος διδαχθεί Ιστορία στο πανεπιστήμιο (και που δεν έχει επιμορφωθεί για να τη διδάξει) αναπόφευκτα θα «αναγιγνώσκει» το σχολικό εγχειρίδιο μέσα στην τάξη και οι μαθητές θα αξιολογούνται βάσει της ικανότητάς τους να το αποστηθίζουν.

H Ιστορία δηλαδή, σε αντίθεση με τα άλλα μαθήματα, θεωρείται ότι δεν χρειάζεται να διδάσκεται από εξειδικευμένους καθηγητές, αλλά ότι μπορεί να διδαχθεί από καθηγητές διαφορετικών ειδικοτήτων, σαν να είναι ένα απλό «ανάγνωσμα» που δεν έχει ανάγκη ούτε ερμηνείας ούτε βαθύτερης κατανόησης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ιστορία διδάσκεται με στόχο την απομνημόνευση δεν οφείλεται τόσο στον εκπαιδευτικό που τη διδάσκει όσο στη συνολική αντιμετώπιση του μαθήματος από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, η οποία γνωρίζει το απόγειό της στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Ενόψει των εισαγωγικών η ιστορική ύλη ακρωτηριάζεται για να περιλάβει τις σελίδες εκείνες μόνο που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι προσπάθειες αναμόρφωσης της διδασκαλίας και του τρόπου εξέτασης, με τη χρήση των πηγών, ώστε να προωθείται η κριτική ικανότητα, κατέληξαν απλώς στο να ενισχυθεί η δυσκολία της απομνημόνευσης.

Πράγματι, η χρήση των πηγών είναι καθαρά προσχηματική εφόσον ο σχολιασμός τους, που αποτελεί μέρος της εξέτασης, στηρίζεται και πάλι στην αποστήθιση των παραγράφων του εγχειριδίου που αντιστοιχούν στην πηγή. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Γ’ Λυκείου. Λόγω της υψηλής συμβολικής αξίας που έχουν για την ελληνική κοινωνία οι Πανελλαδικές Εξετάσεις, όλη η διδασκαλία της Ιστορίας -ακόμη κι από το Δημοτικό- στοχεύει σε αυτές καθορίζοντας τον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι μαθητές και στη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Το σύστημα της αποστήθισης στηρίζεται στο σύστημα του ενός και μοναδικού σχολικού εγχειριδίου, το οποίο επενδύεται με «αυθεντία» (που επιβεβαιώνει την άποψη ότι η Ιστορία είναι «μία» και «δεν ξαναγράφεται»), προσφέρεται σε πολιτική χειραγώγηση, εφόσον είναι κρατικό και δυνάμει εκφράζει τις απόψεις τις εκάστοτε κυβέρνησης, και το οποίο, λόγω μοναδικότητας, είναι εξαιρετικά ευάλωτο στην κριτική.

Αντί λοιπόν το σχολικό εγχειρίδιο να χρησιμοποιείται επικουρικά στη διδασκαλία, στην ελληνική περίπτωση τον επικουρικό ρόλο έχουν αναλάβει εγχειρίδια που «εξηγούν» το εγχειρίδιο και τα οποία διατίθενται βεβαίως στην ελεύθερη αγορά. Επικουρικό ρόλο έχουν αναλάβει επίσης και τα φροντιστήρια (μέρος εξίσου της ελεύθερης αγοράς), έτσι ώστε το ίδιο, ένα και μοναδικό, εγχειρίδιο -προϊόν κατά τα άλλα της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας- να διδάσκεται πολλές φορές από πολλούς δασκάλους και με το ανάλογο κόστος.

Είναι σαφές ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η Ιστορία αποτελεί ένα κρίσιμο μάθημα για την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, για τη διαμόρφωση του μελλοντικού δημοκρατικού πολίτη και για την εμβάθυνση της συλλογικής αυτογνωσίας. Κατά καιρούς έχουν κατατεθεί πολλές προτάσεις που προτείνουν αλλαγές στη διδασκαλία της Ιστορίας και όλες συμφωνούν στην ανάγκη να απεγκλωβιστεί ο μαθητής από την πνευματοκτόνο διαδικασία της απομνημόνευσης που οδηγεί σε «ιστορικό αναλφαβητισμό» τις νέες γενιές.

Τα βασικά ελλείμματα που εντοπίζονται στους αποφοίτους του Λυκείου αφορούν στην απουσία κάθε αίσθησης ιστορικότητας (την ικανότητα δηλαδή να τοποθετεί ο μαθητής τα ιστορικά φαινόμενα στον άξονα του χρόνου και να αντιλαμβάνεται τη διαφορά π.χ. της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας από τη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία) και στην πλήρη άγνοια της σύγχρονης Ιστορίας. Ωστόσο, πώς άραγε οι μαθητές μπορούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν, αν γνωρίζουν μεν τον Λεωνίδα και τον Κολοκοτρώνη αλλά δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει Ψυχρός Πόλεμος, τείχος του Βερολίνου, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας;

Αν στόχος της διδασκαλίας της Ιστορίας είναι η κατανόηση του παρόντος και η αυτογνωσία (ποιοι είμαστε, ποια είναι η ταυτότητά μας ή οι ταυτότητές μας), είναι προφανές ότι είναι απαραίτητη η γνώση κατεξοχήν της πρόσφατης Ιστορίας, και μάλιστα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής, και της παγκόσμιας.

Δεν χρειάζεται όμως να επανεφεύρουμε τον τροχό. Με λίγα μέσα, αξιοποιώντας τα πορίσματα της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης, εκσυγχρονίζοντας τα αναλυτικά προγράμματα, απο-ιδεολογικοποιώντας το ιστορικό μάθημα και ανακουφίζοντας τον εκπαιδευτικό και τον μαθητή από τον τεράστιο όγκο της διδακτέας και εξεταστέας ύλης, ας προσπαθήσουμε να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν την Ιστορία και να καταλαβαίνουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν.

 

*Διδάσκει Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Δείτε όλα τα σχόλια