Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πώς αξιολογείται το πελατειακό Πανεπιστήμιο;

Η συζήτηση περί ‘αξιολόγησης' των ΑΕΙ καλά κρατεί. Το κύριο χαρακτηριστικό της ωστόσο δεν είναι τα όποια ένθεν κακείθεν καλά ή κακά επιχειρήματα αλλά η συστηματική προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας και των συμμάχων του να σπείρουν πλατειά και να καλλιεργήσουν εις βάθος....

Αριστείδης Μπαλτάς *

 

Η συζήτηση περί ‘αξιολόγησης' των ΑΕΙ καλά κρατεί. Το κύριο χαρακτηριστικό της ωστόσο δεν είναι τα όποια ένθεν κακείθεν καλά ή κακά επιχειρήματα αλλά η συστηματική προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας και των συμμάχων του να σπείρουν πλατειά και να καλλιεργήσουν εις βάθος τη σύγχυση. Και μιλάμε για σύγχυση ολκής που αφορά όλα τα επίπεδα του ζητήματος. Δηλαδή σύγχυση ως προς το ποιο πραγματικά είναι το προς ‘αξιολόγηση' αντικείμενο, σύγχυση ως προς τους στόχους και τα κριτήρια της ‘αξιολόγησης', σύγχυση ως προς γιατί αντιδρούν όσοι αντιδρούν.

Και ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Η υπό συζήτηση ‘αξιολόγηση' δεν απευθύνεται ευθέως στους διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια. Αυτοί αξιολογούνται σε όσα αφορούν το διδακτικό, το ερευνητικό και το εν γένει επιστημονικό έργο τους μέσα από τις διαδικασίες κρίσης που θέσπισε ο περίφημος νόμος 1268 του 1982 και ο οποίος, με μικρές ή μεγαλύτερες τροποποιήσεις, ισχύει ακόμη. Η ‘αξιολόγηση', δηλαδή, δεν αφορά τους πανεπιστημιακούς και άρα η αντίδραση του συνδικάτου τους, της ΠΟΣΔΕΠ, όπως και όλων όσοι αντιτάχθηκαν επωνύμως σε εκείνη δεν οφείλεται στο ότι αυτοί δήθεν κινδυνεύουν προσωπικά από την εφαρμογή της. Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο απλώς συκοφαντούν ανενδοίαστα και με άκρα πολιτική ιδιοτέλεια, όχι μόνον τους πανεπιστημιακούς, αλλά έναν ολόκληρο θεσμό που αποτελεί αποφασιστικό πυλώνα για την πρόοδο των κοινωνιών μας για περισσότερο από χίλια χρόνια.

Η υπό συζήτηση ‘αξιολόγηση' αφορά αποκλειστικά τα πανεπιστημιακά τμήματα. Τα πανεπιστημιακά τμήματα όλα συλλήβδην και αδιακρίτως δηλαδή το ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα στο σύνολό του. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί, ενόσω προωθεί με τον προσήκοντα οίστρο την ‘αξιολόγησή' της, η κ Γιαννάκου έχει να επιλέξει, ισχυρίζομαι, μεταξύ των εξής δύο και μόνο δύο επιλογών.

Η πρώτη επιλογή είναι η γραμμή Θάτσερ. Γνωρίζουμε ή, τουλάχιστον, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι η κ. Θάτσερ καινοτόμησε ανοίγοντας τον δρόμο που σήμερα ακολουθούν με ενθουσιασμό όλες λίγο πολύ οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγαστή σύμπνοια μεταξύ τους. Ποιος είναι ο δρόμος αυτός; Πολύ συγκεκριμένα ο εξής. Η ανώτατη, τουλάχιστον, εκπαίδευση παύει να είναι δημόσιο αγαθό και κηρύσσεται εμπόρευμα. Το κράτος αποδεσμεύεται από την ευθύνη να εξασφαλίζει τους υλικούς όρους που απαιτούνται προκειμένου να συνεχίσουν τα πανεπιστήμια να αναπτύσσουν την επιστημονική γνώση και να καλλιεργούν την ευρύτερη μόρφωση και τα τελευταία αφήνονται να λειτουργούν ‘ελεύθερα' σύμφωνα με τους μηχανισμούς της αγοράς. Κύριο εργαλείο υποταγής στους μηχανισμούς αυτούς είναι οι διαδικασίες ‘αξιολόγησης' που συζητάμε σήμερα. Γιατί είναι ακριβώς αυτές που καλούνται να «πιστοποιήσουν» ποια πανεπιστημιακά τμήματα έχουν λόγο ύπαρξης, δηλαδή ποια είναι σε θέση να προμηθεύουν εμπόρευμα που μπορεί να πουληθεί. Αυτά και μόνον αυτά μπορούν να προσελκύουν από την αγορά τους ανταποδοτικούς πόρους που απαιτούνται για την παραγωγή του προϊόντος τους και άρα είναι τα μόνα που είναι σε θέση να επιβιώσουν. Από εκεί και πέρα, όσα τμήματα δεν μπορούν να ανταποκριθούν αφήνονται να σβήσουν ή υποβάλλονται σε ευθανασία. Γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι ο δρόμος αυτός οδήγησε στη διάλυση του βρετανικού πανεπιστημιακού συστήματος σχεδόν στο σύνολό του.

Αν η κ. Γιαννάκου έχει όντως ζηλώσει τη δόξα της κ. Θάτσερ, τότε, πριν θεσμοποιήσει το «εθνικό σύστημα αξιολόγησης» που επαγγέλλεται, οφείλει να κάνει ένα βήμα, που δεν ήταν αναγκαίο για την Βρετανία και για χώρες όπου η πανεπιστημιακή αυτοτέλεια είναι εμπεδωμένη ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα. Εννοώ πως οι διαδικασίες ‘αξιολόγησης' δεν μπορούν να λειτουργήσουν σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς όταν το Υπουργείο Παιδείας ελέγχει το ίδιο ασφυκτικά σχεδόν όλες τις όψεις της πανεπιστημιακής ζωής που καλούνται να αποτελέσουν το αντικείμενο, ακριβώς, αυτών των διαδικασιών. Κατά συνέπεια, η κ. Γιαννάκου οφείλει πρώτα να εδραιώσει την αυτοτέλεια του πανεπιστημιακού συστήματος στη χώρα μας. Και αυτό σημαίνει πως η Υπουργός Παιδείας οφείλει να απαρνηθεί τα μέσα τα οποία παραδοσιακά μετέρχεται το Υπουργείο της προκειμένου να διατηρεί την ισχύ που καθιστά πολιτικά ζηλευτή τη θέση του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας. Με άλλα λόγια, η κ. Γιαννάκου οφείλει να πάψει να ιδρύει νέα τμήματα ΑΕΙ σε κάθε πόλη και νέα τμήματα ΤΕΙ σε κάθε χωριό, οφείλει να πάψει να θεσπίζει νέα επιστημονικά αντικείμενα (!) ανάλογα με τις πιέσεις στις οποίες επιλέγει να αφεθεί, οφείλει να πάψει να ορίζει κατά το δοκούν τον αριθμό εισακτέων ανά τμήμα και πολλά άλλα ανάλογα. Προφανώς πρόκειται για βήμα με πολιτικό κόστος. Αλλά χωρίς την καταβολή αυτού του κόστους (για αγορά μιλάμε άλλωστε) η γραμμή Θάτσερ δεν μπορεί να υλοποιηθεί στα καθ' ημάς.

Η δεύτερη επιλογή είναι να βαφτιστούν «ανάγκες της αγοράς» οι παγιωμένες πελατειακές σχέσεις. Τα πράγματα γίνονται τότε πιο εύκολα. Το εκκλησιαστικό πανεπιστήμιο του κ. Χριστόδουλου γίνεται αγοραίο αίτημα, τα πανεπιστημιακά τμήματα που αιτούνται τοπικοί παράγοντες εν όψει εκλογών γίνονται αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, η ίδρυση τμημάτων μηδενικού επιστημονικού αντικειμένου προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ευγενείς ή μη φιλοδοξίες επιλεγμένων πανεπιστημιακών γίνονται καινοτομίες που εντάσσουν τη χώρα στο διεθνή επιστημονικό ανταγωνισμό και όλα πάνε μια χαρά. Αν η κ. Γιαννάκου, ακολουθήσει αυτήν την επιλογή, τότε ο «εθνικός φορέας αξιολόγησης» φτιάχνεται πολύ εύκολα. Αρκούν μερικοί πολιτικά προσηνείς πανεπιστημιακοί, από τους πολλούς που αποδειγμένα μπορεί να διαθέσει σήμερα η πιάτσα (δηλαδή η αγορά και πάλι), μερικοί εκπρόσωποι φορέων που θα εκφράζουν ‘τεκμηριωμένα' τις ‘αναπτυξιακές' και άλλες συναφείς ‘ανάγκες' και οι λίγοι απαραίτητοι σιωπηλοί γραφειοκράτες. Το τι πρόκειται να συμβεί τότε γίνεται προφανές. Η υπαγωγή του πανεπιστημίου στο κράτος θα ενισχυθεί αντί να εκλείψει, γιατί το «εθνικό σύστημα αξιολόγησης» θα αποτελέσει την μακρά χείρα του Υπουργείου που, ανάλογα, βέβαια, με τους εκάστοτε πολιτικούς και πελατειακούς συσχετισμούς και πάντοτε στο όνομα της αγοράς, θα επιβάλει ό,τι ακριβώς προαιρείται. Το κόστος εδώ είναι, ότι τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το πανεπιστήμιο θα πολλαπλασιαστούν ιλιγγιωδώς. Αλλά ποιος νοιάζεται για αυτά αν ο δρόμος διάλυσης του πανεπιστημιακού μας συστήματος εκφράζει γνήσια την ιδιοπροσωπεία μας;

Όμως, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως υπάρχει και μια τρίτη επιλογή. Αν η κ. Γιαννάκου θέλει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο τότε μπορεί να επιλέξει τον κινεζικό δρόμο στο νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή την αμείλικτη επιβολή του οικονομικού φιλελευθερισμού υπό καθεστώς ασφυκτικού κρατικού ελέγχου. Αλλά αυτός ο δρόμος φαίνεται περισσότερο δύσβατος στις παρούσες συνθήκες. Μην ξεχνάμε ότι η Κίνα είναι η χώρα με τις περισσότερες εκτελέσεις και πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται, τουλάχιστον ακόμη, έτοιμη να ακολουθήσει τέτοια μονοπάτια. Και μάλιστα μόνον προς χάριν της κ. Γιαννάκου και του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος.

 

*Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο

Δείτε όλα τα σχόλια