Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γνώση και επίγνωση

Βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στο εξής παράδοξο: οι οργανωμένες εφημερίδες, με προσωπικό, δομή και παραγωγή ειδήσεων να διαβάζονται από ελάχιστο κομμάτι της κοινωνίας και το...

Του Μανώλη Πιμπλή*

 

Βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στο εξής παράδοξο: οι οργανωμένες εφημερίδες, με προσωπικό, δομή και παραγωγή ειδήσεων να διαβάζονται από ελάχιστο κομμάτι της κοινωνίας και το μεγαλύτερο μέρος του κοινού να ενημερώνεται κυρίως από ειδησεογραφικά σάιτ χωρίς σοβαρή οργάνωση και δομή και με ελάχιστη πρωτότυπη παραγωγή δημοσιογραφικού υλικού, καθώς και από το Facebook όπου κυριαρχεί ο προσωπικός λόγος.

Το Ίντερνετ κερδίζει γιατί έχει το πλεονέκτημα της αναπαραγωγής και αναμετάδοσης σε πραγματικό χρόνο, κάτι που, όπως έχει πλέον αποδειχθεί περίτρανα, στην ειδησεογραφία βαραίνει περισσότερο από την ποιότητα. Επίσης, γιατί είναι δωρεάν. Πώς μια εφημερίδα, που εξ ορισμού πραγματεύεται το «εφήμερο» και την είδηση της ημέρας, να είναι ανταγωνιστική όταν σου ζητάει να πληρώσεις για να διαβάσεις για ειδήσεις που έχουν μεταδοθεί από την τηλεόραση και το Ίντερνετ την προηγούμενη μέρα δωρεάν;

Παρ' όλα αυτά, οι εφημερίδες παραμένουν σημαντικές γιατί είναι ο μόνος δημοσιογραφικός χώρος στον οποίο παράγεται ευρεία γκάμα πρωτότυπου δημοσιογραφικού υλικού και στον οποίο επίσης γίνεται μια στοιχειωδώς αξιόπιστη και αυστηρή επιλογή της προς δημοσίευση ύλης. Σε αυτές βρίσκει κανείς αναλύσεις αλλά και ειδήσεις που, εντέλει, δεν θα τις βρει πουθενά αλλού. Γιατί η καταλήστευσή τους από τα σάιτ και το Facebook γίνεται μόνο σε ορισμένους τομείς, είτε των θεωρούμενων πιο σημαντικών ειδήσεων είτε των πιο γαργαλιστικών. Εξ ου και υπάρχει μια αναγνωστική ελίτ που συνεχίζει να τις προτιμά. Οι εφημερίδες εξακολουθούν να προσφέρουν μια οργανωμένη και πιο συνολική εικόνα ενός κατά τα άλλα κατακερματισμένου κόσμου.

Το μέγα πρόβλημα των εφημερίδων σήμερα είναι ότι, καθώς η πτώση των κυκλοφοριών τους τις καθιστά ολοένα και πιο ευάλωτες, πέφτουν στα χέρια ολοένα και λιγότερο αξιόπιστων ιδιοκτητών. Καθώς δεν υπάρχει χώρος για σοβαρή, με στρατηγικούς όρους και ευρύ χρονικό πεδίο επένδυση, ο Τύπος γίνεται βορά τακτικιστών επενδυτών που ενδιαφέρονται για πολύ πρόσκαιρες προωθήσεις συμφερόντων. Αυτό κλονίζει εκ νέου την αξιοπιστία τους, αφαιρεί κι άλλους αναγνώστες και τις καθιστά θύματα ακόμα πιο αμφιλεγόμενων εκδοτών, οδηγώντας τες σε ένα καθοδικό σπιράλ με προδιαγεγραμμένο τέλος.

Η βεντάλια των λύσεων είναι γνωστή: είτε τα σάιτ θα λειτουργούν επί πληρωμή, οπότε θα αντικαταστήσουν πλήρως τις εφημερίδες, είτε οι εφημερίδες θα επιδοτηθούν, είτε, υπό όρους και προϋποθέσεις, θα καταβάλλεται μια ελάχιστη αμοιβή για κάθε αναπαραγωγή είδησης στο μέσο που την έχει παραγάγει πρώτο - ενδεχομένως και από τον διεθνή πάροχο, αν πρόκειται λ.χ. για την Google ή το Facebook. Αυτή η τελευταία μοιάζει και η πιο λογική και εφικτή λύση, καθώς άλλωστε συμβαδίζει και με τη σύγχρονη λογική αξίωσης σεβασμού των πνευματικών δικαιωμάτων.

Αν κάτι παραμένει άγνωστο, είναι γιατί το τοπίο αυτό συνεχίζει να παραμένει τόσο αρρύθμιστο για τόσο πολλά χρόνια πια και μάλιστα διεθνώς. Ο στοιχειωδώς καχύποπτος αναγνώστης θα έλεγε το περίπου προφανές: ότι δηλαδή, με το πρόσχημα της ελευθερίας της έκφρασης, αφήνεται να ανθεί ένα χαοτικό και πανηγυρτζίδικο τοπίο διακίνησης πληροφοριών που επιτρέπει, μέσα στην πληθώρα τους, την απόκρυψη ουσιωδών ειδήσεων ή την κατασκευή άλλων, ψεύτικων. Και την αναπαραγωγή ενός συστήματος που τα αλλάζει όλα για να μην αλλάξει τίποτα. Αυτό ισχύει, πράγματι, σε έναν βαθμό: είναι εντυπωσιακό λ.χ. το πόσο, μέσω της τηλεόρασης κυρίως, αναπαράγονται συντηρητικά στερεότυπα μέσα από ένα «σύγχρονο» και ελευθεριάζον αμπαλάζ που, λογικά, θα προϊδέαζε για το αντίθετο.

Ωστόσο, προσωπικά θα έλεγα ότι δεν πρόκειται τόσο για την επίθεση ενός συστήματος όσο για την άμυνά του απέναντι σε σαρωτικές αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία και το κλυδωνίζουν και το ίδιο υπαρξιακά. Πρόκειται για προσπάθεια καθυστέρησης διάδοσης μιας γνώσης ώστε να δοθεί χρόνος πριν αυτή καταστεί επίγνωση. Οι όποιες εξουσίες πάντα λειτουργούσαν φοβικά απέναντι στις εξελίξεις, τις οποίες προσπαθούσαν να ελέγξουν πριν οι ίδιες ελεγχθούν.

Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι οι αναγνώστες βρίσκονται εδώ, μπροστά μας, επί ώρες μπροστά στις οθόνες τους, με τη δίψα τους για πληροφόρηση έτοιμη να «ρυθμιστεί». Όσο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, οι μεν δημοσιογράφοι θα παραμένουν κακοπληρωμένοι, η δε πλάστιγγα της πληροφόρησης θα γέρνει περισσότερο προς τη διασκέδαση και την προπαγάνδα, παρά προς την ενημέρωση του πολίτη.

 

* Ο Μανώλης Πιμπλής είναι δημοσιογράφος, διευθυντής της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέα Δημοκρατία: Αμηχανία, πανικός και σύγχυση

Από τις 21 Αυγούστου και μετά είναι ολοένα και πιο δύσκολο να παρακολουθήσεις κανείς τη Νέα Δημοκρατία. Το νομοσχέδιο που προβλέπει μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες,...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο