Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τριπλή κρίση στον Τύπο

Κρίση αξιοπιστίας, μετάβαση σε νέα τεχνολογία, οικονομική υφεση

Σε συνολική αναδιάρθρωση οδηγείται η αγορά του Τύπου. Η πρόσφατη κρίση στο συγκρότημα Λαμπράκη του Σταύρου Ψυχάρη και στον όμιλο της Πήγασος του Φ. Μπόμπολα, που οδήγησαν τους εργαζόμενους σε απεργιακές κινητοποιήσεις, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Παρόμοιας κλίμακας καθυστερήσεις στην καταβολή αποδοχών, από δύο έως πέντε και περισσότερους μήνες, εντοπίζονται σήμερα στη συντριπτική πλειονότητα των συγκροτημάτων Τύπου: “Ελεύθερο Τύπο”, “Real”, “Πρώτο Θέμα”, “Δημοκρατία” κ.ο.κ. Οι επιχειρήσεις Τύπου είναι αδύνατον να καταφέρουν να ισοσκελίσουν τους ισολογισμούς τους, οι οποίοι παραμένουν ελλειμματικοί εδώ και χρόνια.

Οι περικοπές έχουν ξεκινήσει ήδη από το 2010, είναι συνεχείς και συστηματικές και περιλαμβάνουν κάθε είδους δαπάνη. Ως επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας οι επιχειρήσεις Τύπου ξεκίνησαν τις περικοπές από τους εργαζόμενους. Πρώτα απ' όλα με καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την επιβολή ατομικών συμβάσεων, δηλαδή με περικοπές στις αποδοχές έως και 60%. Οι ελαστικές μορφές απασχόλησης -πολύ συχνά για σταθερή, μόνιμη και καθημερινή εργασία- έχουν δώσει τη θέση τους στη μισθωτή απασχόληση.

Παράλληλα οι επιχειρήσεις Τύπου εφάρμοσαν προγράμματα απολύσεων και δήθεν συναινετικές «εθελούσιες» εξόδους χιλιάδων εργαζομένων, με αποτέλεσμα να έχουν αποψιλώσει τις εφημερίδες από παραγωγικό προσωπικό. Υπολογίζεται ότι από τις εφημερίδες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει αποχωρήσει το 50% του προσωπικού τους τα τελευταία έξι χρόνια και δεν έχει αντικατασταθεί, παρά σε μικρό βαθμό, ενώ η ΕΣΗΕΑ είχε υπολογίσει την ανεργία των δημοσιογράφων στο 60%.

Η αλήθεια είναι ότι παλαιότερο και εξειδικευμένο δημοσιογραφικό προσωπικό, αλλά και το νέο αίμα της δημοσιογραφίας βρίσκουν διέξοδο στις ενημερωτικές ιστοσελίδες χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα και συχνά με εξευτελιστικούς μισθούς και ωράρια.

Η αποψίλωση των εφημερίδων από παραγωγικό προσωπικό, εκτός από την εντατικοποίηση της εργασίας, οδήγησε στη συρρίκνωση του περιεχομένου του Τύπου και την πτώση της ποιότητάς του: ο αριθμός των σελίδων μειώθηκε, όπως και ο αριθμός των ανταποκριτών και οι αποστολές σε περιοχές ενδιαφέροντος, ενώ η ερευνητική δημοσιογραφία περιορίστηκε δραματικά. Μαζί περιορίστηκαν οι προσφορές και τα ένθετα.

Ωστόσο η ραγδαία πτώση των κυκλοφοριών στον ελληνικό Τύπο -άλλο ένα στοιχείο της δίνης που τραβάει τον Τύπο προς τα κάτω- δεν αποδίδεται μόνο στη φτωχοποίηση του περιεχομένου. Κι αυτό γιατί ο Τύπος στην Ελλάδα βάλλεται από μια τριπλή κρίση: την κρίση αξιοπιστίας απέναντι στο αναγνωστικό του κοινό, την κρίση που επιφέρει η μετάβαση από το χαρτί στην οθόνη των «έξυπνων» συσκευών (tablet, κινητά τηλέφωνα, laptops κ.λπ.) και τη γενικότερη οικονομική ύφεση στη χώρα.

Η κρίση αξιοπιστίας συνδέεται με την αποξένωση που επέφερε σε μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού η στάση της εφημερίδας του απέναντι στα προβλήματα που βίωνε καθημερινά και την ολοένα πιο εμφανή εξάρτηση από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Η μετάβαση στη νέα τεχνολογία και η τάση της ενημέρωσης να μεταφερθεί από το χαρτί στην οθόνη φαίνεται πως δεν μπορεί να αναστραφεί, καθώς αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο: η πτώση των πωλήσεων του χαρτιού φαίνεται πως δεν παλεύεται πουθενά στον κόσμο, παρά τις σοβαρές προσπάθειες που γίνονται από εκδοτικούς κολοσσούς.

Στη συγκυρία της μετάβασης ο Τύπος στην Ελλάδα δέχεται το επιπλέον πλήγμα της οικονομικής κρίσης: το αναγνωστικό κοινό δεν αγοράζει εφημερίδες λόγω φτώχειας, άρα τα έσοδα από πωλήσεις μειώνονται, ενώ και η διαφημιστική αγορά συρρικνώνεται κατά 60% τουλάχιστον, οπότε μειώνονται οι ροές και από τη δεύτερη μεγάλη πηγή χρηματοδότησης.

Σε αυτή τη συγκυρία ο Τύπος θα χρειαστεί να προχωρήσει σε δομικές ανακατατάξεις. Η πραγματική μείωση των μισθών που υφίστανται οι εργαζόμενοι όταν αμείβονται για 8 μισθούς τον χρόνο αντί για 14 δεν μπορεί να μην λάβει στο επόμενο διάστημα και τυπικό χαρακτήρα. Ήδη, τα σημεία πώλησης των εφημερίδων έχουν μειωθεί στο μισό, ενώ σε αναδιάρθρωση θα οδηγηθούν και τα πρακτορεία διανομής Τύπου.

Μπορούν άραγε να διατηρηθούν οι σημερινές δομές ενός δικτύου προσαρμοσμένου στις ανάγκες διανομής 1,2 εκατ. πωλουμένων αντιτύπων κυριακάτικων εφημερίδων, όταν οι σημερινές ανάγκες δεν υπερβαίνουν τα 350.000; Όταν ο καθημερινός πολιτικός Τύπος σήμερα δεν ξεπερνά σε πωλήσεις 80.000 φύλλα και το δίκτυο το 1995 κάλυπτε μόνο για “Τα Νέα” πωλήσεις 80.000 μόνο στην Αθήνα;

Δείτε όλα τα σχόλια