Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κοινωνία των εθνών...

Ένα οδοιπορικό σε γειτονιές και δρόμους του κέντρου της πρωτεύουσας

"Όχι, όχι, αυτό δωρεάν! Να είσαι καλά!" Μ' ένα παγωμένο μπουκαλάκι νερό, λες κι ήξεραν τον ποδαρόδρομο που είχα ακόμη μπροστά, και με διάπλατα χαμόγελα, που έδιναν την εντύπωση ότι αν είχε η γενναιοδωρία πρόσωπο θα είχε τα δικά τους, με αποχαιρετούν οι δύο νέοι μετανάστες από το Πακιστάν που έχουν τα μαγαζάκια τους σε μια γωνία, από τις αρκετές της Γ' Σεπτεμβρίου. Έχουμε τελειώσει την κουβέντα μας για τη ζωή τους εδώ και φαίνεται να έχουν ξεπεράσει την αρχική τους απορία, για το τι ακριβώς ζητούσα εκεί πέρα.

Ο ένας από τους μετανάστες δουλεύει σε ψιλικατζίδικο και ο άλλος, ακριβώς δίπλα, επισκευάζει κινητά. Τους είδα από το απέναντι φανάρι να κάθονται δεξιά και αριστερά ενός μικρού τραπεζιού, να πίνουν χυμό με μάρκα από τα δικά τους μέρη και να κάνουν πλάκα, ώσπου τους διέκοψα. "Ναι, όλα καλά, δεν έχουμε πρόβλημα", μου απαντούν και αρχίζουμε μια σπάνια, όπως έδειχνε, συζήτηση για εκείνους. Την ίδια φράση θα μου την πουν αρκετές φορές ακόμη, ίσως από φόβο μην πουν κάτι που θα προκαλέσει και βρουν μετά τον μπελά τους.

Η σχέση με τη γειτονιά

Κάποιες φορές κάνουν κινήσεις με τα χέρια, ώστε να συμπληρώσουν όσα δεν μπορούν να πουν. Σε μία από αυτές, δείχνουν προς τα έξω, τα διαμερίσματα και τον δρόμο, θέλοντας έτσι να πουν ότι τα πάνε καλά με τη γειτονιά. Πράγματι. Αμέσως μετά μπαίνει μέσα ένας νεαρός και τους ρωτά τι κάνουν με την άνεση κάποιου που ξέρει τον άλλο καιρό. Ο νεαρός φεύγει, οι δύο νέοι Πακιστανοί δίνουν σήμα με ένα χαμόγελο να συνεχιστεί η κουβέντα. "Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι", λένε για τη ζωή τους. Κάποιες φορές βγαίνουν για βόλτα, αλλά στην περιοχή δεν υπάρχει νυχτερινή ζωή. Εξαίρεση αποτελούν κάποιες καφετέριες συμπατριωτών τους ή άλλων μεταναστών. "Δεν νιώθουμε ότι πρέπει να πηγαίνουμε μόνο εκεί ή ότι υπάρχει μέρος που δεν μπορούμε να πάμε. Βγαίνουμε όπου θέλουμε, όπως όλος ο κόσμος. Ας πούμε, κάποιες Κυριακές πάμε στον Πειραιά".

Λένε ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που τους έχουν μιλήσει ρατσιστικά. Κοιτάζουν όμως να διαχειρίζονται την όποια επίθεση με ψυχραιμία. Όπως κάνει λίγα μέτρα πιο κάτω, στην Αχαρνών, Αφγανός μετανάστης που δουλεύει σε εστιατόριο. "Αν τυχόν δω κάποιον που με κοιτάζει περίεργα και δείχνει ότι θέλει να κάνει κακό, θα πάω από αλλού εκεί που θέλω και τελείωσε", λέει.

Δεν φοβούνται

Αν και το αποτύπωμα της εγκατάλειψης είναι έντονο, στην Αχαρνών δεν δείχνει να φοβάται κανείς. Τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα από κόσμο που διαρκώς πηγαινοέρχεται, όπως και οι δρόμοι. Γυναίκες με μαντίλες κρατούν τα παιδάκια τους από το χέρι και προχωρούν, άλλες πάλι οικογένειες περιμένουν στη στάση του λεωφορείου, ενώ οι πιο νέοι στήνουν πηγαδάκια στα πεζοδρόμια και έτσι περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Ανάλογα τη μέρα, μπορεί να πετύχεις τη λαϊκή των Ρομά που έρχονται με τζιπάκια γεμάτα φρούτα και τα πουλούν.

Από τα διερχόμενα αμάξια βλέπεις όλα τα βλέμματα. Άλλα που κοιτούν με αγνή περιέργεια τα πολλά μαζεμένα μαγαζάκια των μεταναστών, τους φωτοσωλήνες που κυκλώνουν τις τζαμαρίες και τα μεγάλα αραβικά γράμματα στις ταμπέλες. Άλλα που κοιτάζουν αφηρημένα, απορροφημένα από τη ρουτίνα, και άλλα που κοιτάζουν με απέχθεια.

"Η Αχαρνών ήταν κάποτε αριστοκρατική. Από τις καλύτερες περιοχές της Αθήνας, όπως και η πλατεία Βικτωρίας. Τώρα έχουν φέρει όλους τους ξένους εδώ, είναι ντροπή να ζούμε έτσι". Οι λίγοι Έλληνες μαγαζάτορες, αν και λένε ότι δεν έχουν κάτι με τους μετανάστες, μάλλον έχουν. Τους καταγγέλλουν για την “κατάντια της περιοχής”,όπως και το κράτος που αφήνει να εκτυλίσσεται “ένα σχέδιο απαξίωσης της περιοχής με στόχο να ξεπουληθούν σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες.”

“Δεν λέμε ούτε γεια”

"Ούτε γεια δεν λέμε το πρωί που ανοίγουμε τα μαγαζιά μας. Είναι άλλοι άνθρωποι αυτοί, στον δικό τους κόσμο. Εξαίρεση αποτελούν μόνο κάτι Κινέζοι", μου λέει κομμωτής που έχει το μαγαζί του εκεί για 23 χρόνια. Όπως λέει ακόμη, "η κατρακύλα ξεκίνησε πριν 10 χρόνια περίπου" και πλέον οι πελάτες του είναι μετρημένοι και όχι μετανάστες.

"Έρχονται άνθρωποι που έμεναν κάποτε εδώ και βρίσκουν το κουράγιο να κατέβουν. Οι μετανάστες πάνε στους δικούς τους." Για να υπογραμμίσει την αντίθεση με το παρελθόν, αναφέρει ότι κάποτε στη διπλανή του μαγαζιού πολυκατοικία είχε 17 πελάτες και σήμερα 1. Επίσης κάποτε έρχονταν πελάτες από το City Plaza. "Από τον διευθυντή μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο. Και τώρα έχεις τους μετανάστες... Δεν έχω πρόβλημα με τους μετανάστες, αλλά δεν είναι και κατάσταση αυτή...". "Κάποτε ήμασταν γειτονιά, σήμερα κέντρο διερχομένων", προσθέτει.

Δύσκολα πάντως μπορείς να φανταστείς έναν μεγάλο δρόμο όπως την Αχαρνών σαν γειτονιά. Το σίγουρο είναι ότι κάποτε υπήρχαν πολλές βιοτεχνίες. Στην περιοχή συνάντησα τρεις κλειστές επιχειρήσεις, με τηλέφωνα στις ταμπέλες που παρέπεμπαν σε άλλη εποχή. Σε μια εναπομείνασα ανοικτή, δεν συναντώ την ίδια αγανάκτηση με τους μετανάστες. 'Όπως σε κάθε περιοχή, έτσι και στη δική μας υπάρχουν καλά και άσχημα. Σίγουρα η εγκληματικότητα είναι πρόβλημα, αλλά με τους ανθρώπους που ζουν εδώ δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα".

“Υπάρχει σχέδιο...”

Άλλος καταστηματάρχης, με έπιπλα, δείχνει ότι θέλει να μιλήσει πολύ για τη ζωή στην Αχαρνών. Τόσο που με κρατά απ' το χέρι ώστε να παραμείνω μέχρι να εξυπηρετήσει πελάτισσα με την πρωτοετή φοιτήτρια κόρη της που ήρθε μόλις στην Αθήνα για σπουδές. Τσακώνονται. Ο καταστηματάρχης δεν θέλει να δώσει απόδειξη και η πελάτισσα απομακρύνεται, κάτι που τον εξοργίζει. Της φωνάζει, της ξαναφωνάζει, αλλά εκείνη απομακρύνεται μέχρι που χάνεται πίσω από ένα τρίκυκλο με στοιβαγμένα χαρτόκουτα στην καρότσα του.

"Ε ρε κάτι άνθρωποι!" αναφωνεί κάπου ανάμεσα σε βρισιές ο καταστηματάρχης. Με καλεί να μπούμε μέσα στο μαγαζί και αρχίζει να μου μιλά για μασόνους που οργανώνουν σχέδια, προδότες πολιτικούς που τα ξεπούλησαν όλα πριν 20 χρόνια, για βουτυρόπαιδα που λερώνουν με γκράφιτι τους τοίχους και το παίζουν αντικαπιταλιστές, για τη βρομιά στον δρόμο, για τους μετανάστες που τους έχουν φέρει όλους εδώ. “Τυχαίο; Υπάρχει σχέδιο...” Δίπλα του, ακουμπισμένες σε ένα γραφείο, έχει μια κουτσομπολίστικη εφημερίδα και μία για το κυνήγι. Στη βιβλιοθήκη των 15-20 βιβλίων του, ξεχωρίζει η ελληνική σημαία. Βγαίνουμε έξω και με τραβολογάει προς ένα κάδο ώστε να διαπιστώσω και μόνος μου τη βρομιά και τη δυσωδία της Αχαρνών. "Αν κάτσεις 2-3 λεπτά, θα καταλάβεις". Κατάλαβα.

"Ντρέπομαι που ζω στην Ελλάδα", "ειδικά οι Ρουμάνοι κλέβουν πολύ", "μου έχουν έρθει με μαχαίρι", "δεν γίνεται τα παιδιά μας να φεύγουν στο εξωτερικό και να έρχονται εδώ μετανάστες να δουλεύουν", ήταν μερικές ακόμη φράσεις που άκουσα από τους Έλληνες της περιοχής. Εξαίρεση ένας παλιός στρατιωτικός, που ζει στην περιοχή από το 1962 και βλέπει μεν διαφορές στον κόσμο που έμενε και μένει, αλλά δεν τον προβληματίζουν οι.. πολλοί μετανάστες. "Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, λένε, θα πέσει να σε πλακώσει. Η γειτονιά μας είναι ωραία γειτονιά και με πολλά θετικά στοιχεία που ξεχνάμε, όπως ότι η αγορά βρίσκεται κάτω ακριβώς απ’ το σπίτι μας".

“Δεν αγοράζουν Έλληνες”

Ένας παντοπώλης από το Μπαγκλαντές, που άνοιξε πρόσφατα στην Αχαρνών, λέει πως δεν αγοράζουν Έλληνες από το μαγαζί του. Στα ράφια του πάντως συνυπήρχαν όλες οι φυλές. Είχε προϊόντα από το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, την Ινδία, την Ελλάδα. "Μαζέψει λίγα χρήματα και φύγει. Εδώ δεν είναι καλά". Για τα προβλήματα στη δουλειά λέει κι ένας παντοπώλης που βρίσκεται λίγο πάνω από την πλατεία Βάθης. Επίσης δεν ψωνίζουν Έλληνες από εκείνον. "Εμείς δεν πειράζει κανέναν. Με όλους κάλα εμείς. Είσαι Έλληνα, είσαι Ρουμάνο, για μένα το ίδιο. Δουλέψει και σπίτι".

Οι τοίχοι, ο καθρέφτης μας

Στους τοίχους της Αχαρνών και άλλων περιοχών του κέντρου βλέπεις την αντίθεση των απόψεων. "Δε θέλω φύλα και φυλές, θέλω φίλους και φίλες", γράφει ένα σύνθημα. Ένα άλλο όμως προτρέπει να "καθαρίσουμε την πόλη μας", άλλο λέει ότι "μόνη μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια", άλλο γράφει "όχι στο τέμενος" και ένα πιο πέρα ρωτάει "ακόμη σου φταίει ο μετανάστης;".

 

Στην οδό Επτανήσου, στην Κυψέλη, οι άνθρωποι συνυπάρχουν. Σε ένα ραφτάδικο, ο μαγαζάτοράς του από το Μπαγκλαντές συζητά με δυο γυναίκες για τα ρούχα τους. Τρία ζευγάρια χέρια κρατούν κάθε φορά ένα από αυτά, τα πρόσωπα είναι χαμογελαστά και κάνουν πλάκα. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι δύο γυναίκες πηγαίνουν εκεί τα ρούχα τους. "Ήρθα στην Ελλάδα πριν από 18 χρόνια. Δούλεψα φασόν και τώρα εδώ". Το μαγαζί του είναι γεμάτο χρώματα. Κουβαράκια με κλωστές κρέμονται από διάφορα σημεία και οι τοίχοι αποτελούν το κατάλληλο φόντο. Την ίδια ζεστασιά που βγάζει το ραφτάδικο βγάζει και η φωνή του, δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις γιατί όλοι τον συμπαθούν.

“Οι τζιχαντιστές δεν ξέρουν τι λέει το Κοράνι”

Πέρα από κάποιους "που δεν είναι καλά εδώ πάνω", μου λέει και δείχνει το κεφάλι του, δεν έχει υποστεί κάποια άσχημη συμπεριφορά. Ούτε μετά τις διάφορες ανά τον κόσμο τρομοκρατικές επιθέσεις από ισλαμιστές. "Ο κόσμος πρώτα απ’ όλα με ξέρει. Ξέρεις ποιος είμαι και πάλι όμως λίγοι θα ’ναι όσοι σκεφτούν άσχημα". Ονειρεύεται να ζήσει κι άλλο στην Ελλάδα και να αποκτήσει κάποια στιγμή, γιατί όχι, και την ιθαγένεια. Για την ώρα, σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι και προσευχή. “Πιστεύω, ναι, αλλά όχι σε αυτά που λένε οι τζιχαντιστές. Όταν σκοτώνεις έναν άνθρωπο, είναι σαν να σκοτώνεις όλο τον κόσμο. Αυτοί οι άνθρωποι είτε δεν έχουν διαβάσει το Κοράνι είτε δεν ξέρουν τι λέει".

Κατηφορίζοντας προς την Πατησίων, βλέπω τον κόσμο να συνυπάρχει στην ίδια καθημερινότητα. Ένας μετανάστης με τζιπάκι γεμάτο φρούτα οδηγεί δίπλα σε έναν Έλληνα οδηγό φορτηγού, που έχει στην άκρη του έναν ντελιβερά με ρώσικα πιροσκί. Μια οικογένεια μουσουλμάνων περπατάει πιο πίσω από μια οικογένεια Ελλήνων, η οποία είναι πιο μπροστά από δύο βιαστικούς Πακιστανούς.

“Όλοι χωράμε!”

Προχωρώντας κι άλλο, στη στάση του λεωφορείου και λίγο πριν τελειώσω το μπουκαλάκι με το νερό και το οδοιπορικό μου, βλέπω μια τελευταία εικόνα. Δύο μετανάστες που κάθονται στη στάση του λεωφορείου ετοιμάζονται να σηκωθούν ώστε να κάνουν χώρο σε γιαγιά Ελληνίδα. Η γιαγιά τους προλαβαίνει, τους ζητάει να μη σηκωθούν, απλώς να κάνουν λίγο πιο πέρα και τους λέει: "Όλοι χωράμε!”.

Δείτε όλα τα σχόλια