Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Έγκλημα με τιμωρία

Η απαγωγή δεν είναι και από τα πιο διαδεδομένα εγκλήματα στην Ελλάδα, αφού περίπου 25 έχουν καταγραφεί τα τελευταία 30 χρόνια. Βέβαια δεν λείπουν και οι εκτιμήσεις πως δεν αποκλείεται στα 30 αυτά χρόνια να έχουν γίνει και κάποιες ακόμα αλλά δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, καθώς οι οικογένειες των απαχθέντων πιθανόν να φοβήθηκαν τις απειλές των απαγωγέων. Η εξιχνίαση πάντως από την ΕΛ.ΑΣ. ίσως ξεπερνά και το 90%

Απαγωγείς που προσπάθησαν να αποφύγουν τα λάθη των προηγουμένων, "διαβασμένοι", καλά πληροφορημένοι όπως λένε οι αστυνομικοί και ένας άνθρωπος που για έξι μήνες (!) βρίσκεται σε ομηρεία, δεμένος με αλυσίδα, σε ένα δωμάτιο με ένα στρώμα, καλυμμένα παράθυρα και μια χημική τουαλέτα. Έξι μήνες, οι μόνες φορές που βγήκε από αυτό το δωμάτιο ήταν για να μεταφερθεί σε κάποια από τις πέντε αυτοσχέδιες "φυλακές" των απαγωγέων του. Και ξαφνικά, ένα πρωί, βλέπει μπροστά του αστυνομικούς και λίγες ώρες μετά είναι στην αγκαλιά της οικογενειάς του, στο σπίτι του. Δεν είναι το σενάριο μιας ταινίας, αλλά η πραγματικότητα του 54χρονου επιχειρηματία από την Κρήτη Μιχάλη Λεμπιδάκη.

Η υπόθεση της απαγωγής Λεμπιδάκη είναι μοναδική μέχρι στιγμής στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά, καθώς πρόκειται για την πιο μακροχρόνια απαγωγή που είχαμε στην Ελλάδα. Επίσης, η απαγωγή είχε αίσιο τέλος, χωρίς να δοθούν λύτρα ή να πέσει έστω και μια πιστολιά κατά την αστυνομική επιχείρηση απελευθέρωσης του απαχθέντα επιχειρηματία, αλλά και με συλλήψεις απαγωγέων - ακόμα και δραστών που δεν βρισκόταν τη στιγμή της επιχείρησης στο σημείο.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η απαγωγή δεν είναι και από τα πιο διαδεδομένα εγκλήματα στην Ελλάδα περίπου 25 έχουν καταγραφεί τα τελευταία 30 χρόνια. Βέβαια, δεν λείπουν και οι εκτιμήσεις, ακόμα και αστυνομικών, πως δεν αποκλείεται στα 30 αυτά χρόνια να έχουν γίνει και κάποιες ακόμα αλλά δεν έφτασαν ποτέ στην αστυνομία, καθώς οι οικογένειες των απαχθέντων πιθανόν να φοβήθηκαν τις απειλές των απαγωγέων και δεν την ειδοποίησαν. Η εξιχνίαση των απαγωγών από την αστυνομία ωστόσο δεν είναι διόλου σπάνια. Πρόκειται για ένα αδίκημα για το οποίο η ΕΛ.ΑΣ. διαθέτει ποσοστό επιτυχίας στην σύλληψη των απαγωγέων που ίσως ξεπερνά και το 90%. Συγκεκριμένα, από όσες απαγωγές έχουν γίνει γνωστές, η μόνη που δεν έχει εξιχνιαστεί μέχρι σήμερα είναι αυτή του 35χρονου τότε Μιχάλη Μεταξά, γιου του ιδιοκτήτη των ξενοδοχείων Maris στην Κρήτη, Νίκου Μεταξά, τον Φεβρουάριο του 1996. Βέβαια, για την υπόθεση αυτή υπήρξε ομολογία γνωστού ποινικού το 2001 για συμμετοχή του σε αυτή, ωστόσο δεν έχει επιβεβαιωθεί από στοιχεία ή δεν έχει γίνει γνωστό ποιοι άλλοι συμμετείχαν.

 

Οι "κρητικές" απαγωγές

 

Η απαγωγή Μεταξά μάλιστα είναι ίσως η πρώτη, όπως προκύπτει ανατρέχοντας στα δημοσιεύματα των τελευταίων 30 ετών, στην Κρήτη. Τον Νίκο Μεταξά είχαν αρπάξει οι απαγωγείς του πριν μπει στο αυτοκίνητό του. Οι απαγωγείς ζητούσαν λύτρα ύψους 1 δισεκατομμυρίου δραχμών. Έπειτα από διαπραγματεύσεις, το ποσό έπεσε στο μισό και τελικά έφτασε τις 50.000.000 δραχμές, τα οποία και παραδόθηκαν από τον αδερφό του απαχθέντα Ανδρέα Μεταξά και τρεις ώρες αργότερα ο Νίκος Μεταξάς αφέθηκε ελεύθερος στο Λασίθι.

Η απαγωγή είχε κρατήσει τέσσερις ημέρες και τότε ο απαχθείς είχε πει στους αστυνομικούς ότι φορούσε συνεχώς κουκούλα, από την πρώτη στιγμή της αρπαγής του μέχρι και την απελευθέρωσή του. Μάλιστα, οι δράστες είχαν επικηρυχθεί τότε από την ΕΛ.ΑΣ. με 200 εκατομμύρια δραχμές.

Η επόμενη όμως απαγωγή στην Κρήτη δεν αφορούσε ενήλικο γιο ή κόρη αλλά ένα 6χρονο κοριτσάκι, κόρη ενός εμπόρου αυτοκινήτων, την Ελένη Λουλάκη. Η μικρή Ελένη απήχθη το μεσημέρι της 23ης Ιανουαρίου 1997 έξω από το Παγκρήτιο Εκπαιδευτήριο.

Η «εγκέφαλος της απαγωγής ήταν η ιδιοκτήτρια ενός βρεφονηπιακού σταθμού και γειτόνισσα της γιαγιάς της μικρής, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η ιδιοκτήτρια του βρεφονηπιακού σταθμού τηλεφώνησε στο σχολείο ισχυριζόμενη πως ήταν η θεία της Ελένης και είπε ότι θα περνούσε να την πάρει. Πήρε το παιδί από το σχολείο και το παρέδωσε σε συγκατηγορούμενή της.

Η υπόθεση εξιχνιάστηκε χάρη στην παρατηρητικότητα του οδηγού του σχολικού λεωφορείου, ο οποίος είχε δει την συνεργό που παρέλαβε το παιδί, όμως εκείνη προσπάθησε να τον αποφύγει αν και τον γνώριζε, γεγονός που φάνηκε ύποπτο.

Η γυναίκα αυτή κράτησε το παιδί στο σπίτι της για δύο ημέρες και αργότερα ισχυρίστηκε πως δεν γνώριζε στην αρχή για την απαγωγή και πως φοβήθηκε να πάει στην αστυνομία όταν είδε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Για την απαγωγή καταδικάστηκαν τέσσερα άτομα.

Για την Ιστορία, οι απαγωγείς είχαν ζητήσει λύτρα 200 εκατομμύρια δραχμές. Η μικρή Ελένη μπορεί να παραδόθηκε σώα στους δικούς της, ωστόσο χρειάστηκε βοήθεια από ειδικούς εξαιτίας του μετατραυματικού στρες.

Ακόμα μία απαγωγή στην Κρήτη είχε τραγική κατάληξη δυστυχώς. Πρόκειται για την απαγωγή του 50χρονου Γιάννη Κυπριωτάκη, ιδιοκτήτη εργοστασίου χρωμάτων στη βιομηχανική περιοχή του Ηρακλείου (πατέρας τριών παιδιών και παππούς δύο εγγονιών) τον Μάιο του 2009. Ο επιχειρηματίας βρέθηκε απανθρακωμένος μέσα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του, σε ερημική τοποθεσία του Ηρακλείου, τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου του 2009. Είχε απαχθεί δύο ημέρες πριν από την περιοχή Βασιλείες, όπου είχε φτάσει σε υποτιθέμενο ραντεβού για δουλειά. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, αρχικά οι απαγωγείς ζήτησαν λύτρα 300.000 ευρώ και έπειτα από διαπραγματεύσεις έπεσαν στις 154.000 ευρώ.

Η παράδοση κανονίστηκε για το βράδυ της επόμενης ημέρας σε ερημικό σημείο στις Γούβες, όπου και άφησαν τη βαλίτσα με τα χρήματα. Ακολούθησε επικοινωνία των απαγωγέων λέγοντας ότι σε δύο ώρες θα άφηναν τον 50χρονο σε σημείο στις Ποταμιές Ηρακλείου. Αντ' αυτού όμως, οι αστυνομικοί βρήκαν το φλεγόμενο τζιπ του στις Ποταμιές Ηρακλείου έπειτα από τηλέφωνο περαστικού.

Σύμφωνα με τον τότε τοπικό Τύπο, όπως διαπιστώθηκε από την ιατροδικαστική εξέταση, οι απαγωγείς είχαν στραγγαλίσει τον 50χρονο ήδη από το μεσημέρι της Τρίτης, δηλαδή περίπου δώδεκα ώρες πριν από την παράδοση των λύτρων. Ακολούθησε μια δημόσια διαμάχη μεταξύ της αστυνομίας και της οικογένειας για τον χειρισμό και την τραγική κατάληξη της υπόθεσης.

Η υπόθεση εξιχνιάστηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2009, και όπως προέκυψε οι απαγωγείς σκότωσαν τον επιχειρηματία γιατί πίστεψαν ότι αναγνώρισε τον ένα, καθώς είχε δουλέψει για τον 50χρονο στο παρελθόν. Συνελήφθησαν ένας 33χρονος Έλληνας ελαιοχρωματιστής από τους Ασκούς Ηρακλείου και οι δύο βοηθοί του στη δουλειά, δύο Σύροι 25 και 26 ετών. Η αστυνομία είχε ταυτοποιήσει τους δράστες και περίμενε μάλιστα την κατάλληλη στιγμή για να γίνουν ταυτόχρονα οι τρεις συλλήψεις. Η στιγμή αυτή ήταν στο αεροδρόμιο Νίκος Καζαντζάκης, όταν επέστρεφε ο 26χρονος από την πατρίδα του.

Σύμφωνα με το τότε αστυνομικό ρεπορτάζ, στην κατοχή των συλληφθέντων είχαν βρεθεί και κατασχεθεί και οι δύο τηλεφωνικές συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις με την σύζυγο του θύματος για την καταβολή των λύτρων, αλλά και κάποια από τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των λύτρων. Σε πρώτο βαθμό και οι τρεις καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη.

 

Οι μεγαλύτερες σε διάρκεια απαγωγές

 

Η μέχρι πρόσφατα μεγαλύτερη σε διάρκεια απαγωγή ήταν αυτή του 34χρονου επιχειρηματία Ιωάννη Ζώνα, ο οποίος απήχθη στις 2 Οκτωβρίου του 2001 και απελευθερώθηκε δύο μήνες μετά. Η πρακτική τής κράτησης για τόσο καιρό γενικά δεν είναι συνηθισμένη, όπως τονίζεται από τους αστυνομικούς, καθώς όσο μεγαλώνει η αναμονή τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες κάποιας "διαρροής" ή λάθους και ο εντοπισμός των απαγωγέων από την αστυνομία.

Η απαγωγή Ζώνα τότε είχε θεωρηθεί και αυτή ως "επαγγελματική", που δεν θύμιζε τις προηγούμενες υποθέσεις που είχε αντιμετωπίσει η ΕΛ.ΑΣ. Ο Ι. Ζώνας ξεκίνησε το μεσημέρι της 2ης Οκτωβρίου από την έδρα της οικογενειακής επιχείρησης στον Πειραιά να επιστρέψει στο σπίτι στην Εκάλη, όταν σε μια πάροδο της λεωφόρου Πέτρου Ράλλη δύο άγνωστοι έριξαν το αυτοκίνητό τους πάνω στο δικό του. Το σκηνοθετημένο τροχαίο ήταν η αρχή της απαγωγής του. Έπειτα από διαπραγματεύσεις με έναν άνδρα που μιλούσε "σπαστά ελληνικά", ωστόσο είχε πλούσιο λεξιλόγιο, γεγονός που έκανε τότε τους αστυνομικούς να πιστεύουν ότι μιλάνε με Έλληνα που προσποιείται τον ξένο, τα λύτρα ορίστηκαν στα 1,15 εκατ. δολάρια. Η πικάντικη αλλά και "επαγγελματική" συνάμα λεπτομέρεια είναι η επιλογή του νομίσματος, καθώς ένα μήνα μετά η Ελλάδα θα έμπαινε στο ευρώ, οπότε και οι απαγωγείς θα "πιάνονταν" να πρέπει να αλλάξουν τις δραχμές σε ευρώ!

Η δε παράδοση των λύτρων ήταν και αυτή βγαλμένη από ταινία, με "πρόβες" για τρεις ημέρες και πολύωρη οδήγηση μέχρι τη Θήβα για να σιγουρευτούν οι απαγωγείς ότι οι συγγενείς δεν παρακολουθούνταν από την αστυνομία. Τελικά, ενώ ο πατέρας του απαχθέντα οδηγούσε, για άλλη μια φορά σύμφωνα με τις οδηγίες των απαγωγέων, στη λεωφόρο Κηφισού, του είπαν να πετάξει την τσάντα με τα λύτρα κάτω από τη γέφυρα της Ιεράς Οδού.

Ο Ι. Ζώνας πέθανε λίγο καιρό αργότερα από ανίατη ασθένεια, ενώ το 2015 ο Παναγιώτης Βλαστός ομολόγησε τη συμμετοχή στην απαγωγή, υποστηρίζοντας επίσης ότι την απαγωγή είχαν διαπράξει οι Χριστόφορος Λασιθιωτάκης και Άλμπερτ Νουρούσνια.

Η επόμενη σε διάρκεια απαγωγή είναι αυτή της 6χρονης τότε Μαρκέλλας Χαζάκη, κόρη εμπόρου εκκλησιαστικών ειδών από την Θεσσαλονίκη. Το κορίτσι απήχθη στις 11 Απριλίου 2002, με τους δράστες να προκαλούν τροχαίο και να αρπάζουν το παιδί από το αυτοκίνητο. Οι τρεις απαγωγείς ζήτησαν 3 εκατομμύρια δολάρια και τελικά συνελήφθησαν κατά την αστυνομική επιχείρηση που απελευθέρωσε και το κοριτσάκι.

 

Όταν το θύμα τελικά δολοφονείται

 

Ανατρέχοντας τις υποθέσεις απαγωγής, εκτός από την απαγωγή Κυπριωτάκη, ακόμα δύο είχαν τραγική κατάληξη με τον απαχθέντα να δολοφονείται τελικά από τους απαγωγείς του. Η πρώτη ίσως απαγωγή για λύτρα κατέληξε και με τον θάνατο του απαχθέντα. Πρόκειται για την απαγωγή του 17χρονου ποδοσφαιριστή Γιάννη Τσατσάνη ή αλλιώς Μαρσελίνο στις 18 Μαρτίου του 1990. Ο 17χρονος ακολούθησε ανυποψίαστος δύο καλούς του φίλους στο Σχιστό υπό το πρόσχημα ότι ξέρουν ποιος του έκλεψε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του. Εκεί του επιτέθηκαν τρεις και τον μετέφεραν σε σπίτι στο Χαϊδάρι. Οι απαγωγείς ζητούσαν 150.000.000 δραχμές ως λύτρα. Ο πατέρας κατήγγειλε την απαγωγή στην αστυνομία, ενώ οι δράστες αποφάσισαν να σκοτώσουν τον 17χρονο γιατί καθυστερούσε να τους δώσει τα λύτρα αλλά και γιατί πίστευαν ότι είχε αναγνωρίσει τους δύο φίλους του. Έτσι, οδήγησαν τον άτυχο 17χρονο σε ένα μαντρί στα Σκούρτα Βοιωτίας, όπου είχαν σκάψει μάλιστα και έναν λάκκο για να τον θάψουν. Οι δράστες συνέχισαν να τηλεφωνούν στον πατέρα για τα λύτρα, όμως στις 19 Ιουνίου κτηνοτρόφος βρήκε το πτώμα του Μαρσελίνο, το οποίο είχαν ξεθάψει τα σκυλιά του. Η υπόθεση εξιχνιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες και οι απαγωγείς κατέληξαν στη φυλακή.

Ο τρίτος νεκρός σε υπόθεση απαγωγής είναι ο 26χρονος Μάριος Παπαγεωργίου που απήχθη στις 9 Αυγούστου 2012. Ο 26χρονος είχε φύγει από το Διακοφτό, όπου βρισκόταν με τη μητέρα του, για το Αίγιο. Τελικά το αυτοκίνητό του βρέθηκε στο Παλαιό Φάληρο, αλλά χωρίς κάποιο ίχνος του. Ο "ιθύνων" νους ήταν όπως αποδείχθηκε στο δικαστήριο, ο 72χρονος φίλος της οικογένειας Πέτρος Μιχαλεάκος, ο οποίος γνώριζε ότι η μητέρα του Μάριου είχε κερδίσει κάποιο λαχείο και μάλιστα "συμβούλευε" την μητέρα στις διαπραγματεύσεις με τους απαγωγείς. Της ζήτησαν 620.000 ευρώ. Η αστυνομία εξιχνίασε την υπόθεση και ο Π. Μιχαλεάκος έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, ενώ μικρότερες ποινές έλαβαν η σύζυγός του, ακόμα τέσσερα άτομα, ενώ αθωώθηκαν ακόμα δύο που είχαν κατηγορηθεί.

Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί το πτώμα του 26χρονου Μάριου.

 

Δείτε όλα τα σχόλια