Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Διακρίσεις στην αιμοδοσία με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό

Ερώτηση από 24 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ - Περιορισμοί με βάση διατάξεις που πρωτοεφαρμόστηκαν πριν από 40 και πλέον χρόνια

Οι διακρίσεις είναι περισσότερο και λιγότερο διακριτές. Στις λιγότερο διακριτές ανήκαν μέχρι πρότινος οι περιορισμοί στην αιμοδοσία με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Το τελευταίο όμως διάστημα το θέμα έχει έρθει στο προσκήνιο χάρη στις επίμονες προσπάθειες των οργανώσεων, αλλά και στον επιπλέον χώρο που φαίνεται να δόθηκε για διάλογο από την πλευρά του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας, με το οποίο οι οργανώσεις έχουν σοβαρές διαφωνίες πάντως, αλλά και χάρη στην ερώτηση που κατέθεσαν χθες 24 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή, μία ημέρα μετά την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ομοφοβίας και Τρανσοφοβίας.

 

Διατάξεις του '80

Όπως αναφέρεται στο κείμενο της ερώτησης των βουλευτών, που απευθύνεται προς τους αρμόδιους υπουργούς, οι περιορισμοί προκύπτουν από αναχρονιστικές διατάξεις που επιβλήθηκαν τη δεκαετία του '80. Ήταν τότε που ο ιός HIV ήταν κάτι άγνωστο και εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, σκορπίζοντας έντονη ανησυχία και πανικό, αλλά και ενεργοποιώντας τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά. Στο πλαίσιο αυτό, τα εθνικά συστήματα αιμοδοσίας διεθνώς αποφάσισαν να αποκλείσουν ομάδες πληθυσμού που θεωρήθηκαν υψηλού κινδύνου. Δηλαδή άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες (MSM), γυναίκες που έχουν κάνει επαφές με άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες και τρανς άτομα που τοποθετήθηκαν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους.

 

Οι άλλοι άλλαξαν

Παρ' ότι έχουν περάσει κοντά τέσσερις δεκαετίες από τότε, η Ελλάδα εξακολουθεί να εφαρμόζει την ίδια πολιτική αποκλεισμού. Άτομα που έχουν συνάψει έστω και μία ομοφυλοφιλική σχέση από το 1977 δεν έχουν το δικαίωμα να δώσουν αίμα. Την ίδια ώρα, άλλες χώρες, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, έχουν άρει εντελώς τέτοιους περιορισμούς και άλλες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ολλανδία, διατηρούν τον περιορισμό μόνο εφόσον έχει υπάρξει ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή ένα έτος πριν από τη λήψη αίματος.

Στην ερώτηση, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ζητούν να απαντήσει το υπουργείο Υγείας αν πρόκειται “να προβεί σε επανεξέταση της πολιτικής του αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού εθελοντών αιμοδοτών”, δεδομένου ότι πλέον, τόσα χρόνια μετά, τα δεδομένα είναι διαφορετικά και η επιστημονική γνώση σαφώς πλουσιότερη.

 

"Δεν θέλουμε διακρίσεις"

Από την πλευρά της, η πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ) Χαρούλα Ματσούκα, μιλώντας στην “Αυγή”, ξεκαθαρίζει ότι δεν θέλει να υπάρχουν διακρίσεις και κάνει λόγο για παλιές διατάξεις που θεσπίστηκαν σε διαφορετικές από τις σημερινές συνθήκες. Από την άλλη, όμως, υπογράμμισε πως δεν υπάρχουν ακόμη ώριμα επιστημονικά αποτελέσματα που να αποκλείουν το σύνολο των κινδύνων. Ανέφερε ακόμη πως διαπιστώνονται περισσότερα κρούσματα HIV σε MSM και τόνισε ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη επιστημονική μέθοδος που να εντοπίζει σε απόλυτα άμεσο χρόνο πιθανότητα μόλυνσης. “Αν πάρεις αίμα από έναν άνθρωπο που είχε πολύ πρόσφατη σχέση και είχε μολυνθεί, τις πρώτες ημέρες της μόλυνσης, μέχρι να αναπτυχθεί το αντίσωμα που το ανακαλύπτει η μοριακή μέθοδος, δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί η μόλυνση ακόμη και από την πιο ευαίσθητη μοριακή μέθοδο”. Παλιότερα, το ΕΚΕΑ είχε αναφέρει ότι από τους οροθετικούς στον ιό HIV μεταξύ των αιμοδοτών, η ομάδα MSM για το διάστημα 2002-2014 φαίνεται ότι συνεχίζει να κατέχει την πρώτη θέση με 56% έναντι 30% των ετεροφυλόφιλων.

 

"Αποτελεσματικά τα τεστ"

Στο πρόσφατο όμως συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταγγισιοθεραπείας, στο οποίο συμμετείχε ενεργά το ΕΚΕΑ, η εισήγηση του ακτιβιστή για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ κοινοτήτων Αντώνη Σιγάλα περιλαμβάνει στοιχεία που παρουσιάζουν τα δεδομένα από άλλη οπτική. Όπως αναφέρει, “με βάση τις πρόσφατες στατιστικές, τα καινούργια κρούσματα του HIV είναι αυξημένα στους MSM. Ωστόσο, πλέον, τα τρίτης και τέταρτης γενιάς τεστ τύπου Elisa ανιχνεύουν τα αντισώματα στον ιό μέσα σε τρεις ή τέσσερις εβδομάδες από τη μόλυνση, συγκρινόμενα με προηγούμενης γενιάς τεστ, όπου το παράθυρο ήταν τρεις μήνες. Τα τεστ RNA ανιχνεύουν τον ιό απευθείας και όχι μέσω των αντισωμάτων, μικραίνοντας ακόμα περισσότερο το παράθυρο στις δέκα ημέρες από τη μόλυνση. Αυτές οι καινούργιες δυνατότητες μικραίνουν και το ρίσκο της μετάδοσης του ιού μέσα από την αιμοδοσία, καθώς κάθε καινούργια μονάδα αίματος ελέγχεται μέσα από τα τεστ ανίχνευσης”.

“Αναχρονιστικές” χαρακτηρίζει στην “Α” τις πολιτικές που υλοποιούνται για το θέμα η Μαρίνα Γαλανού, πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών. Το αντιλαμβάνεται κανείς, υποστηρίζει, “όταν παίρνει στα χέρια του να συμπληρώσει το έντυπο της αιμοδοσίας όπου σε αυτό καλείται να πρόσωπο να τσεκάρει θετικά ή αρνητικά εάν έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή με πρόσωπο του ιδίου βιολογικού φύλου από το 1977 (!) και μετά”. Παράλληλα, τονίζει ότι οι διακρίσεις είναι ακόμη περισσότερες, καθώς οι αποκλεισμοί “δεν είναι μόνο στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά και της ταυτότητας φύλου, καθώς οι τρανς γυναίκες ταξινομούνται επίσημα σύμφωνα με το βιολογικό τους φύλο και στην κατηγορία 'άντρες που κάνουν σεξ με άντρες' (MSM), παραγνωρίζοντας, βεβαίως, το γεγονός ότι η ταυτότητα φύλου δεν σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό”.

Την ένστασή της για το αν είναι δικαίωμα ή καθήκον και υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία το να δώσεις αίμα εκφράζει η Χ. Ματσούκα. “Δεν αποτελεί χειραφετικό δικαίωμα, όπως το να κάνεις σύμφωνο γάμου ή να μπορείς να κληρονομήσεις τα πράγματα του συντρόφου σου”.

 

Στιγματισμός γκέι και τρανς

Η συνέχιση όμως του αποκλεισμού ατόμων έχει σημαντικές συνέπειες. Όπως αναφέρει η Μ. Γαλανού, “μια πρώτη συνέπεια είναι ότι κατ’ αρχάς αποκλείεται με βάση παρωχημένες πολιτικές περίπου το 10% του πληθυσμού της χώρας, όταν, όπως είναι γνωστό, υπάρχει μεγάλη έλλειψη στην προσφορά αίματος και όταν γίνονται στοχευμένες εκστρατείες γι’ αυτό. Μια δεύτερη είναι ο επιπλέον στιγματισμός των γκέι και τρανς ανθρώπων. Αναπαράγονται στερεότυπα και διακρίσεις στη βάση ότι θεωρούνται 'ύποπτοι' για τη διάδοση νοσημάτων μόνο και μόνο για μία ιδιότητά τους και αυτό έχει σαφέστατα ρατσιστικό υπόβαθρο. Αποτελεί δε θεσμοποιημένη διάκριση, καθώς γίνεται σε βάρος των ΛΟΑΤ ανθρώπων με επίσημο τρόπο από το ίδιο το κράτος”.

Το μεγάλο πρόβλημα της αιμοδοσίας στη χώρα μας δεν είναι η συγκέντρωση αίματος τονίζει η Χ. Ματσούκα. “Η μεγάλη μας ανάγκη είναι η οργάνωση του τρόπου που λειτουργούν τα πράγματα. Δεν έχουμε ενιαίο πληροφοριακό σύστημα ώστε να ξέρουμε σε αληθινό χρόνο την προσφορά και κατανάλωση αίματος. Η χώρα μας συλλέγει αρκετό αίμα, όμως δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε σωστά. Σκεφτείτε ότι συγκεντρώνουμε 550.000 μονάδες αίματος τη στιγμή που στην Ελβετία, από την οποία εισάγουμε αίμα, συγκεντρώνουν 320.000 και η διαφορά των πληθυσμών δεν νομίζω ότι είναι τόσο δα μεγάλη”.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί φέρεται η τεχνολογία να έχει φτάσει σε μεγαλύτερο σημείο προόδου για άτομα που δεν είναι MSM και λιγότερο για άτομα που είναι, εντοπίζοντας πιο δύσκολα στους μεν από τους δε το πρόβλημα. Γιατί στη μία περίπτωση οι έλεγχοι είναι επαρκείς και στην άλλη όχι.

Η Μ. Γαλανού τονίζει ότι η διασφάλιση του μεταγγιζόμενου αίματος πρέπει να βασίζεται αφενός "στις σύγχρονες μεθόδου ελέγχου", αφετέρου σε "ορθά εστιασμένες ερωτήσεις, που θα πρέπει να επικεντρώνονται στην ασφάλεια των ατομικών σεξουαλικών πρακτικών, ανεξαρτήτως φύλου, ταυτότητας ή έκφρασης φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού του προσώπου που δίνει αίμα”.

Αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να συνεχιστεί να γίνεται, σύμφωνα με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, είναι “ευαίσθητα θέματα δημόσιας υγείας, όπως η ασφάλεια των αιμοληπτών, να αποτελούν αφορμή κοινωνικών διακρίσεων και να αναπαράγουν στερεότυπα και αδικαιολόγητες φοβικές συμπεριφορές, αντιβαίνοντας στις αρχές της ισότητας και, τελικά, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας”.

Δείτε όλα τα σχόλια