Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το μοναδικό αποικιακό αρχιτεκτονικό χρώμα της πόλης του Μπελίζ

Το κτήριο του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Μπελίζ χτίστηκε σε σχέδια του Γκούσταφ Φον Ολάφεν, αρχικά από ξύλο το 1818 και στη συνέχεια, μετά την πυρκαγιά του 1818, από τσιμέντο το 1826

Εκεί οπου το βικτωριανό υφος συναντά την αισθητική της Καραϊβικής

Κείμενο - φωτογραφίες:
ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Μαόνι και καουτσούκ. Αυτά τα δύο προϊόντα θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον των Βρετανών αποικιοκρατών για την παράκτια περιοχή μεταξύ Μεξικού και Ονδούρας, την οποία θα εποικίσουν τον 17ο αιώνα. Είναι τέτοια τα συμφέροντά τους γι' αυτά, ώστε μεταξύ 1.30 και 3.30 το απόγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου του 1798, θα δώσουν τη νικηφόρο γι' αυτούς μάχη του Σεντ Τζορτζ Κι απέναντι στους Ισπανούς, οι οποίοι διεκδικούν τα ίδια εδάφη.

Η ακτή αυτή, η οποία βρέχεται από τον Κόλπο της Ονδούρας στα νότια, την Καραϊβική στη μέση και τον Κόλπο του Τσετουμάλ στα βόρεια, θα αποτελέσει τα θαλάσσια σύνορα της αποικίας των νικητών που το 1862 θα ονομαστεί Βρετανικές Ονδούρες.

Οι Βρετανικές Ονδούρες θα μετονομαστούν τον Ιούνιο του 1973 σε Μπελίζ και θα αποκτήσουν την πλήρη ανεξαρτησία τους τον Σεπτέμβριο του 1981 ούσες η τελευταία αποικία των Βρετανών στην αμερικανική ήπειρο.

Το άφθονο μαόνι της περιοχής θα επιτρέψει στους Βρετανούς εποίκους να το χρησιμοποιήσουν κατά κόρον στα δημόσια κτήρια και τις κατοικίες τους. Κύριο υλικό θα είναι το ξύλο και ειδικά για τα ισόγεια το τούβλο. Για τις πόρτες, τα παράθυρα και την εξωτερική διακόσμηση θα χρησιμοποιηθεί βερνικωμένο μαόνι.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί ο καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννου, της πρώτης εκκλησίας που θα ανεγερθεί στις Βρετανικές Ονδούρες, το 1812, και θα ανακαινιστεί αρκετές φορές στη συνέχεια. Το εξωτερικό του καθεδρικού είναι χτισμένο από τούβλα και το εσωτερικό του από μαόνι και από σαποτία, το οπωροφόρο δένδρο από το οποίο παράγεται η φυσική τσίχλα, το περίφημο τσίκλι που μασούσαν οι Αζτέκοι και οι Μάγια.


Το κτήριο του Ερυθρού Σταυρού

Το 1869 ο έκπτωτος Μεξικανός δικτάτορας στρατηγός Αντόνιο Λόπεζ Ντε Σάντα Άννα θα συστήσει στον Τόμας Άνταμς το τσίκλι της σαποτίας. Ο Άνταμς θα επιχειρήσει να παρασκευάζει από αυτό γαλότσες και παιχνίδια, προϊόντα που θα αποτύχουν εμπορικά. Στη συνέχεια θα προσθέσει γεύση και έτσι θα δημιουργηθεί η τσίχλα, η οποία θα βγει το επόμενο έτος στο εμπόριο με την επωνυμία «Adams New York Chewing Gum».

Σταδιακά θα διαμορφωθεί στο Μπελίζ μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική με ξεχωριστό ύφος. Κάποιοι θα το αποκαλέσουν απλώς "αποικιακό". Κάποιοι μπελιζεανό αποικιακό. Κάποιοι θα προχωρήσουν περισσότερο κάνοντας λόγο για μπελιζεανό αποικιακό βικτωριανό στιλ. Βέβαια, χρονικά δεν συμπίπτουν όλα τα κτήρια με τη βικτωριανή περίοδο, η οποία τυπικώς συμπίπτει με τη βασιλεία της βασίλισσας Βικτωρίας, ήτοι μεταξύ 1837 και 1901.

Κάποια από αυτά χτίστηκαν μερικά χρόνια νωρίτερα, ενώ κάποια αργότερα, ακόμη και μετά το μέσον του 20ού αιώνα, οπότε θεωρητικά θα μπορούσε να γίνεται λόγος για γεωργιανή ή εδουαρδιανή αρχιτεκτονική. Πρακτικά, όμως, η χρονική υστέρηση παρακολούθησης των τάσεων εκτός μητρόπολης σε συνδυασμό με το έντονο τοπικό χρώμα, και εν προκειμένω της Καραϊβικής, δεν επιτρέπουν τη δημιουργία δόκιμων όρων που να χαρακτηρίζουν την αποικιακή αρχιτεκτονική του Μπελίζ.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τοπικού αποικιακού αρχιτεκτονικού ύφους είναι το λευκό διώροφο κυβερνείο με τα πράσινα παράθυρα, το οποίο θα μετατραπεί το 1961 -όταν μετά τον τυφώνα Χάτι η πρωτεύουσα θα μεταφερθεί από την πόλη του Μπελίζ στο Μπελμοπάν- σε «Μουσείο Πολιτισμού». Πρόκειται για ένα κράμα καραϊβικού ιδιώματος και βρετανικού αστικού ύφους.

Αυτό που θα μεταβάλει άρδην την αρχιτεκτονική παράδοση του Μπελίζ είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Την 31η Οκτωβρίου 1961 ο τυφώνας Χάτι θα σαρώσει την πόλη του Μπελίζ. Πολλές οικογένειες θα μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ και αλλού και ακόμη περισσότεροι θα μετακομίσουν στην ενδοχώρα. Έκτοτε η προτίμηση των ιδιοκτητών θα στραφεί στο τσιμέντο και το ξύλο θα έχει πια διακοσμητική χρήση. Σαν να μην έφθανε αυτό, τυφώνες, πυρκαγιές και τερμίτες καταστρέφουν αρκετά από τα ξύλινα κτήρια που διασώθηκαν από τη Χάτι.

Περιηγούμενος τους δρόμους και τα στενά όχι μόνο του Μπελίζ Σίτι, αλλά και άλλων κατοικημένων περιοχών της χώρας, σχηματίζω την εντύπωση πως το "αποικιακό" ύφος δεν αποτελεί γνώρισμα κάποιων δημόσιων κτηρίων και μόνο, όπως συμβαίνει σε αρκετές άλλες περιπτώσεις πρώην αποικιών, αλλά αφήνει τη σφραγίδα του και στις απλές κατοικίες.

Από τα "ορόσημα" πάντως της πόλης, ξεχωρίζω, πέραν των πιο γνωστών κτηρίων, εκείνο του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Regent Street με το λευκό χρώμα και την πράσινη επικλινή οροφή. Αν για κάτι μου αρέσει το κτήριο αυτό, είναι τα δύο ιδιαίτερα διακριτικά που του προσδίδουν προσωπικότητα.

Είναι η επιβλητική για τα δεδομένα του τοπικού ύφους διπλή εξωτερική σκάλα, υπενθυμίζοντας τις διδαχές του Ιταλού ζωγράφου και αρχιτέκτονα του 16ου αιώνα Τζόρτζο Βασάρι πως μπορείς να ξεχάσεις ένα κτήριο, αλλά όχι τη σκάλα του. Το άλλο είναι ο πυργίσκος ρολόι, ευρωπαϊκή συνήθεια την οποία έχουν δανειστεί σχεδόν όλες οι πρώην βρετανικές αποικίες.

Ένα άλλο κτήριο που μου τραβάει την προσοχή είναι αυτό στο οποίο στεγάζεται ο Ερυθρός Σταυρός. Μπορεί το κτήριο να μην είναι παλαιό, ωστόσο κρατάει το τοπικό αποικιακό ύφος. Νωρίς το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου του 2010, πυρκαγιά θα καταστρέψει τον επάνω όροφο με υπόνοιες για εμπρησμό, ενώ η ζημιά μόνο για το κτήριο, χωρίς τον εξοπλισμό ή τα αρχεία που καταστράφηκαν, θα ξεπεράσει τα 250.000 δολάρια.

Μπορεί η πόλη του Μπελίζ να μη φημίζεται για το πλήθος των αξιοθεάτων της, ωστόσο το χρώμα και η αρχιτεκτονική της την καθιστούν επισκέψιμη.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τυχοδιώκτες και επικίνδυνοι

Οι ανάγκες διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης δημιουργούν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα στο κυβερνητικό κόμμα, το οποίο προεκλογικά είχε δεσμευτεί απέναντι στην εκλογική του βάση με μια ακροδεξιά λαϊκιστική ρητορική.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο