Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Με πειθώ και με γοητεία

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΑΣ, Αυτοβιογραφία. Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 507

Οι 507 σελίδες της εξαιρετικά επιμελημένης έκδοσης της Αυτοβιογραφίας του κοσμοπολίτη και Έλληνα, καλλιτέχνη και πνευματικού ανθρώπου, Κώστα Γαβρά διαβάζονται απνευστί, με απόλαυση και ενδιαφέρον. Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη αμιγώς πολιτική του ταινία, το εμβληματικό Ζ (1969 - κεφ. «Ένας ηλίθιος τίτλος», σ. 148-167), αν κάποιος διατρέξει τη φιλμογραφία του Γαβρά μπορεί να συγκροτήσει ένα εγχειρίδιο παγκόσμιας πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας. Από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα στις ταινίες του σκηνοθέτη δεν καταγράφονται μόνο θέματα πολιτικής συγκυρίας αλλά ανακινούνται με τόλμη και οι αποσιωπημένες όψεις ζοφερών ιστορικών περιόδων. Από το Ολοκαύτωμα (Μουσικό Κουτί, Music Box, 1989), τη σχέση της Καθολικής Εκκλησίας με τον ναζισμό (Αμήν, Amen, 2002) και την ανάδυση του νεοναζισμού (Το στίγμα της προδοσίας, Betrayed, 1988) μέχρι τη διερεύνηση των «τυφλών» σημείων στα ολοκληρωτικά, καπιταλιστικά και κομμουνιστικά, εθνικιστικά και αποικιοκρατικά συστήματα: Ομολογία (LAveu, 1970), Κατάσταση πολιορκίας (État de siège, 1972), Ειδικό δικαστήριο (Section spéciale, 1975), Αγνοούμενος (Missing, 1982), Χάννα Κ. (Hanna K., 1983). Με την ίδια κριτική διαύγεια ο Γαβράς προσέγγισε τους μηχανισμούς των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Mad City, 1997), το μεταναστευτικό πρόβλημα (Παράδεισος στη δύση - Eden à l'ouest, 2009), τις συνέπειες της ανεργίας (Το τσεκούρι, Le Couperet, 2005), την κρίση στις αγορές και τη διεθνή οικονομική τρομοκρατία (Κεφάλαιο, Le Capital, 2012).

Από το βιβλίο αναδύεται η προσωπικότητα και δράση ενός καλλιτέχνη που έθεσε σε πρώτο πλάνο τα πολιτικά και ανθρωπιστικά προτάγματα. Αλλά και ένας δημιουργός του οποίου οι ταινίες γνώρισαν την αποδοχή του Δήμου και των Σοφιστών, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Στην Αυτοβιογραφία περιγράφονται οι μηχανισμοί παραγωγής και πρόσληψης του κινηματογραφικού προϊόντος. Ένας παγκοσμίου κύρους καλλιτέχνης με βραβεύσεις στα υψηλότερου κύρους κινηματογραφικά Φεστιβάλ της Υφηλίου (Φεστιβάλ Καννών, Αμερικανική Κινηματογραφική Ακαδημία, Χρυσές Σφαίρες, Φεστιβάλ Βερολίνου και Φεστιβάλ Βενετίας) περιγράφει εκ των έσω όλες τις συνθήκες και συγκυρίες μιας κινηματογραφικής πεντηκονταετίας. Βραβεύσεις όπως το όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το Ζ (1969), ο «Χρυσός Φοίνικας» για τον Αγνοούμενο (1982) και η «Χρυσή Αρκούδα» για το Μουσικό κουτί (1989) καθιστούν τον Γαβρά ένα δημιουργό που κινήθηκε με την ίδια αποτελεσματικότητα τόσο στο χολιγουντιανό κινηματογραφικό σύστημα όσο και στο ευαισθητοποιημένο και με πολιτικό πρόσιμο ευρωπαϊκό σινεμά. Αυτό το είδος κινηματογράφου αλλά και την ανανεωμένη σχέση του με το ευρύ κοινό υπερασπίστηκε ο Γαβράς και μέσα από τις θεσμικές θέσεις που ανέλαβε, με κορυφαία αυτή του Διευθυντή της Γαλλικής Ταινιοθήκης (κεφ. «Σινεματέκ», σ. 306-325). Παράλληλα, ο Γαβράς συνεργάστηκε με τις ισχυρότερες καλλιτεχνικές προσωπικότητες του γαλλικού Κινηματογράφου (Υβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ, Ρόμι Σνάιντερ) αλλά και τους εκφραστές του αμερικανικού σταρ σίστεμ, ανανεώνοντας την εικόνα τους και οδηγώντας τους σε υψηλού καλλιτεχνικού κύρους βραβεία: Τζακ Λέμμον, Ντάστιν Χόφμαν, Τζον Τραβόλτα, Τζέσικα Λάνγκ, Σίσσι Σπάισεκ, Τζιλ Κλέιμπουργκ, Τομ Μπέρεντζερ (βλ. τα κεφ. «Μοντάν» [σ. 365-377] και «Δύο σταρ» [σ. 378-391]).

Μόνιμα εγκατεστημένος στο Παρίσι, ο Γαβράς δεν παραγνώρισε τη σημασία του κινηματογράφου ως εμπορικό προϊόν: τόσο η συναρπαστική αφήγηση των ταινιών του με έμφαση στο σασπένς και τους μηχανισμούς της αστυνομικής πλοκής όσο και η διανομή των ταινιών του ανά τον κόσμο επέτρεψαν τη διάχυση των ιδεών και του προβληματισμού του. Γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι οι ταινίες του κεντρώνονται γύρω από αμφιλεγόμενες και αντιλεγόμενες ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις και προκλήσεις (κεφ. «Το μουσικό και ο τοίχος», σ. 342-351 και «Οι ομόκεντροι θάνατοι», σ. 455-483). Τα φιλμ του Γαβρά, γαλλικές ή διεθνείς συμπαραγωγές, κατήγγειλαν, με διαυγές βλέμμα, κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, ενώ ο σκηνοθέτης τοποθετήθηκε με τόλμη απέναντι σε κατεστημένες αντιλήψεις. Βασισμένες σε επίμαχης θεματικής λογοτεχνικά βιβλία (Βασίλης Βασιλικός, Χόρχε Σεμπρούν), οι ταινίες του Γαβρά υπήρξαν εισπρακτικές επιτυχίες και συγχρόνως καθιέρωσαν ένα νέο κινηματογραφικό είδος: το θρίλερ με πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες. Δεν κινήθηκαν στις παρυφές του καλλιτεχνικού κυκλώματος διανομής ταινιών αλλά στον πυρήνα του κινηματογραφικού συστήματος, γι’ αυτό και, παρά τη φήμη τους, οι ταινίες άφησαν, κατά καιρούς, αμήχανη τη συγχρονική δημοσιογραφική κριτική και προκάλεσαν αντεγκλήσεις στο χώρο της ακαδημαϊκής κριτικής του παρελθόντος. Γεγονός που όσο εξηγείται άλλο τόσο ξενίζει, ειδικά αν αναλογιστούμε την αντικειμενικότητα και την άγρυπνη πολιτική και ηθική συνείδηση του σκηνοθέτη.

Κατέχοντας πολύπλευρα την κινηματογραφική τέχνη (σκηνοθέτης, παραγωγός, σεναριογράφος, μοντέρ), ο Γαβράς υπήρξε εκφραστής ενός σινεμά που (εγ)καλεί το θεατή να διαλογιστεί γύρω από τους πολυποίκιλους μηχανισμούς εξουσίας. Με τη φιλμογραφία του ο καλλιτέχνης τοποθετείται στον αντίποδα εκείνης της αντίληψης η οποία, στο πλαίσιο της δημοφιλούς κουλτούρας, προκρίνει την κινηματογραφική Τέχνη ως εύπεπτη και καθησυχαστική διασκέδαση.

Ο Γαβράς δεν κάνει «σινεμά τεκμηρίωσης» αλλά συναρπαστικής μυθοπλασίας, έχοντας ως άξονα τα ηθικά διλήμματα και τη συνειδητοποίηση των ατόμων αλλά και τη σχέση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Αποτύπωσε με την ίδια δύναμη το άστυ και την έρημο, τα κλειστά περιβάλλοντα των συνελεύσεων και τις «αίθουσες λήψεις αποφάσεων», διασώζοντας το κοινωνικό κλίμα της εποχής και ανάγοντας το πολιτικό στοιχείο σε ηθικό. Αυτό που αναδύεται από τις σελίδες της Αυτοβιογραφίας είναι το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που τον απασχόλησαν θέματα όπως η διαλεκτική διαδικασία της γνώσης και η αποκάλυψη της αλήθειας, τα δικαιώματα του ατόμου και οι θεσμικοί μηχανισμοί της αστικής δημοκρατίας, οι στρατηγικές της επικοινωνίας και η Τέχνη ως μέσο καταγγελίας και ανθρωπιστικής εγρήγορσης.

 

Ο Κωνσταντίνος Κυριακός διδάσκει κινηματογράφο και θέατρο στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Δείτε όλα τα σχόλια