Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αλλάζει ο κόσμος ή οι άνθρωποι;

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Φροσύνη (1966) του Γάλλου Jean Bloch-Michel

Πόσο σκόπιμο είναι να μιλήσει κανείς για έναν συγγραφέα του οποίου τα έργα (αλλά και οι ημέρες) έχουν λησμονηθεί κατ’ αρχάς στη γενέτειρα και τη μητρική του γλώσσα; Το έναυσμα μάς δίνει ο τολμηρός νεοσύστατος εκδοτικός οίκος ΟΚΤΑΝΑ της Θεσσαλονίκης, που μόλις κυκλοφόρησε το διήγημα του Jean Bloch-Michel Frosinia (1966, εκδ. Gallimard), Φροσύνη, στα ελληνικά.

Συστήνοντας τον συγγραφέα, δημοσιογράφο, κριτικό, νομικό και μεταφραστή Jean Bloch-Michel (Παρίσι, 1912-1987), στο ελληνικό κοινό, στεκόμαστε αρχικά σε τρία σημαντικά στοιχεία της ζωής του. Υπήρξε από την αρχή της Αντίστασης ενεργό μέλος της, ανέλαβε τη διεύθυνση (1944-1947) του παράνομου ημερήσιου φύλλου Combat-Le journal de Paris, πιάστηκε αιχμάλωτος και βασανίστηκε την ίδια εποχή με τον θείο του, τον διακεκριμένο ιστορικό Marc Bloch, στο τρομερό φρούριο Montluc της Λυών, από τον διαβόητο «χασάπη» της πόλης, Κλάους Μπάρμπι. Συνδέθηκε στενά για χρόνια και συνεργάστηκε με τον Albert Camus, προλογίζοντας πολλά έργα του (Σκέψεις περί θανατικής ποινής, το 1957, και ο Ξένος, Οι Γάμοι, Η καλή και η ανάποδη, Το καλοκαίρι το 1979). Τέλος, αντιτάχθηκε τόσο θεωρητικά όσο και έμπρακτα στους λογοτεχνικούς πειραματισμούς του πολύ-προβεβλημένου μεταπολεμικά Νέου Μυθιστορήματος, υπερασπιζόμενος τη μακρά ευρωπαϊκή παράδοση του ρεαλισμού.

Ελλείψει συγκεκριμένων βιογραφικών στοιχείων, μπορούμε να εικάσουμε ότι η Φροσύνη του Bloch-Michel απηχεί σε έναν βαθμό τις εντυπώσεις του Camus από τα ταξίδια του στην Ελλάδα το 1955 και το 1958: «Αυτός ο τόσο στενός και τόσο απέραντος νησιωτικός κόσμος μού μοιάζει να είναι το κέντρο του κόσμου». Και πράγματι, το διήγημα τοποθετείται στη νησιωτική Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του ’60 και κινείται μεταξύ στιβαρής ηθογραφίας, γαλλικού ρεαλισμού και υπαρξιακής φιλοσοφίας. Γραμμένο σε τριτοπρόσωπη, εναργή αφήγηση που παραπέμπει σε μια ιδιότυπη μορφή συνεχούς μονολόγου του κεντρικού ήρωα, ο Jean Bloch-Michel, ως μεγάλος συγγραφέας, εμβαθύνει σε μια μικρή και κλειστή κοινωνία, συλλαμβάνει και αποδίδει συγκρούσεις, αντιθέσεις, οι οποίες αποκτούν οικουμενικό χαρακτήρα υπερβαίνοντας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής επαρχίας.

Δύο είναι οι ήρωες του διηγήματος: η Φροσύνη και ο πατέρας της Αλέξης, που την περιμένει να επιστρέψει οριστικά μετά από τις γυμνασιακές σπουδές της στο νησί, να παντρευτεί τον γιο του γείτονα και, εν ολίγοις να συνεχίσει τη ζωή της, όπως αρμόζει στις γυναίκες της κοινωνίας τους. Τι θα συμβεί όταν η Φροσύνη συγκρουστεί με την εξουσία του πατέρα και αποφασίσει να σπουδάσει για να γίνει καθηγήτρια και δεν ακολουθήσει το αξιακό σύστημα της κλειστής της κοινωνίας; Τι συμβαίνει όταν η σοβαρή και μετρημένη Φροσύνη παρουσιάζεται σίγουρη για τον εαυτό της, αλλά ξένη για τον πατέρα της, καθώς αποδεσμεύεται από κοινωνικά στερεότυπα και δρα αυτεξούσια, διεκδικώντας την ελευθερία της; Στην ουσία, η Φροσύνη καθρεφτίζει την κοινωνική αλλαγή όπως βιώνεται στον μικρόκοσμο των απλών ανθρώπων: θέτει, με τρόπο φλογερό, το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης.

Αλλάζει ο κόσμος ή οι άνθρωποι; Η ιδιότυπη αυτή προβληματική τίθεται από τον συγγραφέα μέσα από την αντιπαράθεση πατέρα-κόρης, τους διαλόγους πατέρα-ιερωμένου, ενώ τα δίπολα σταθερότητα-μεταβολή, παράδοση-μοντέρνο, παρελθόν-παρόν ταλανίζουν τον πατέρα σε όλη την πορεία του διηγήματος. Μπορούμε να μείνουμε αμετακίνητοι, όταν τα πράγματα γύρω μας αλλάζουν; Σε αυτά τα ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο πατέρας ο οποίος, προσκολλημένος στη συλλογική ζωή του νησιού και τη διαδοχή των γενεών έρχεται, ακούσια, αντιμέτωπος με τις ιδέες της αλλαγής, της ατομικότητας και της πολυπλοκότητας του ανθρώπινου ψυχισμού. Από τη μεριά του -σαφώς ανθρωπιστή- συγγραφέα, καμία ευκολία: δεν στέκεται επικριτικά απέναντι στους ήρωες, δεν προτείνει μονοδιάστατες λύσεις στα αδιέξοδά τους, δεν προκρίνει ένα «σωστό» έναντι κάποιου «λάθους», αλλά να καταδείξει την ελευθερία του.

Γι’ αυτό άλλωστε ο συγγραφέας διηγείται τη δραματική αυτή σύγκρουση χωρίς άμεσο διάλογο αλλά με «άρρητες» στιχομυθίες σε πλάγιο λόγο και καθαρές περιγραφές δωρικού ύφους. Ο αναγνώστης ακούει τις σκέψεις των πρωταγωνιστών και κρατάει αποστάσεις. Δικαιώνει την κόρη και κατανοεί τον πατέρα.

Η μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου είναι λαμπρή, φωτίζοντας το κείμενο με χρήση καθαρής, άρτιας, στιβαρής ελληνικής γλώσσας. Το βιβλίο, εξαιρετικά καλαίσθητο και λειτουργικό, διαβάζεται απνευστί και ξαναδιαβάζεται λειτουργώντας σαν εσωτερική φωνή. Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο, εμπνευσμένη και δημιουργική η πορεία του νέου εκδοτικού οίκου!

 

* Η δρ Κατερίνα Σπυροπούλου είναι υπεύθυνη επικοινωνίας του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δεν θα γυρίσουμε πίσω

Όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογικές αναμετρήσεις, υπάρχει η ανάγκη να συνειδητοποιήσει ο κόσμος της Αριστεράς κάποια πολύ βασικά πράγματα. Το πρώτο: η κυβέρνηση έφτασε ώς εδώ δίνοντας την πιο δύσκολη...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο