Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια επαναφορά στην Αρχή

ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚΗΣ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ

ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΣΥΡΟΥ, Οι φίλοι που με ακούν, ποιήματα, εκδόσεις Τύρφη, σελ. 48

Δεν είναι τυχαίο που, όπως είθισται σε ένα καινούργιο βιβλίο, δεν αναγράφονται τα προηγούμενα, στο τελευταίο εκδιδόμενο έργο του ποιητή Μάξιμου Οσύρου. Η εξαιρετική έκδοση σε πολυτονικό και με πρωτότυπο εξώφυλλο, σε σχέδιο ανωνύμου, των Εκδόσεων Τύρφη, ακολουθεί τη θέση του δημιουργού του συμβαδίζοντας με την στάση που χαρακτηρίζει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής. Ποιητής που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, ο Οσύρος παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό των αναγνωστών της ποίησης· παρ’ όλ’ αυτά, έχοντας λίγους αλλά παθιασμένους συμπορευτές, «ομότεχνους» και αναγνώστες, αποτελεί για τα ελληνικά γράμματα μια περίπτωση μοναδική ως προς το περιεχόμενο της ποίησής του.

Έχοντας κατακτήσει ένα απόλυτα προσωπικό τρόπο γραφής, ο ερμητικά κλειστός και δυσνόητος στην πρώτη ανάγνωση ποιητής κατορθώνει να γίνει προσιτός και κατανοητός ανοίγοντας διάπλατα τη θύρα ψυχής και έργου σε όποιον επιθυμεί να τον προσεγγίσει. Ποιητής για απαιτητικούς αναγνώστες; Δημιουργός που προσφέρει σε όσους επιμένουν να γνωρίσουν τον εαυτό και την πάλη του με τη μορφή; Ναι. Αλλά και ποιητής που απευθύνεται στους φίλους οι οποίοι έστω αναγνωρίζουν αυτον τον αγώνα και αποδέχονται το τίμημα της επαναφοράς του Χρόνου.

Οι φίλοι που με ακούν χωρίζεται σε 3 μέρη: το πρώτο δίνει το όνομα στη συλλογή, ακολουθούν «Πενταποταμία» και «Πέρσες - Σχεδίαση Εξόδιου Χορικού». Στο πρώτο μέρος προηγείται ομώνυμο κείμενο του Χριντάγια Σούτρα από τον «Σούτρα της Καρδιάς», στο δεύτερο («Πεντοποταμία») ένα μικρό απόσπασμα από τα Γεωγραφικά του Στράβωνα. Το τρίτο μέρος έχει τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου/διαλόγου ανάμεσα στον/στην Α και τον/την Χ με πολλά στοιχεία από την προσωπική περιπέτεια και τα ίχνη που άφησαν αγαπημένα πρόσωπα (μητέρα και αδελφός) τα οποία έχουν αναχωρήσει. Η ιδιοσυγκρασία του Οσύρου δεν επιτρέπει το ξεγύμνωμα της ψυχής· η μόνη απόπειρα αμεσότητας είναι η παράθεση στίχων και αποσπασμάτων από έργα των οποίων η ουσία δίνει ( ίσως...)το κλειδί για την αποκωδικοποίηση της δικής του ποίησης.

Ο χώρος και η πιθανότητα να παρασυρθεί ο αναγνώστης αυτού του μικρού κειμένου από τα παραθέματα δεν επιτρέπουν να επιμείνω σ’ αυτά. Απλώς τα αναφέρω γιατί δίνουν το στίγμα των αναγνωσμάτων και επιδράσεων του ποιητή και γιατί είναι ξεκάθαρο ότι τα κείμενα που ακολουθούν αποτελούν ένα είδος «ανάλυσης» και σχολιασμού τους. Όμως το εκπληκτικό σ’ αυτά τα ποιήματα, όπως και σε όλα τα προηγούμενα βιβλία του Οσύρου, είναι η αναδημιουργία, το χάρισμα της διείσδυσης μέσα από έναν άλλο εαυτό στο μέρος της δικής του καρδιάς που εισπράττει και μένει αναλλοίωτο στον χρόνο.

Στο πρώτο μέρος Οι φίλοι που [με] ακούν αρκεί να γνωρίζουν λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον Μάξιμο Οσύρο ώστε να κατανοήσουν πώς δίνει το απόσταγμα της εμπειρίας, έστω της επαγγελματικής, σ’ ένα κείμενο πηγαίο, προσωπικό της θέσης του για τον χώρο και την Ιδέα.

Θα ξυπνάμε απ’ το όνειρο με την αίσθηση της ώχρας στα δάχτυλά μας και την ευωδιά της γαλάζιας γραμμής στης οροφής τα γυψώματα. Η προοπτική για ένα καλό βάψιμο στο χώρο μας συμφιλιώνει με το πραγματικό. [...]

Θα γυρίζουμε πάλι και πάλι στην έρημη πλαγιά, που πυρώνει με το ξερόχορτο και τα τζιτζίκι, όταν η διχαστική ετερότητα κάθε πρότασης ή εκδοχής αδυνατεί να τη φτάσει. Θα συλλαβίζουμε τον αδιάκοπο ψίθυρο της πέτρας στα αγκάθια του μεσημεριού. [...]

Το οικοδόμημα που κτίζεται ή ανακαινίζεται, το φυσικό περιβάλλον, τα χρώματα που πολιορκούν, από το γαλάζιο ως την ώχρα, είναι η κατοικία της ψυχής που δε θα καταρρεύσει, ούτε θα ακολουθήσει ως εικόνα που σε λίγο θα σβήσει από την μνήμη.

Στην «Πεντοποταμία», ουσιαστική συνέχεια του πρώτου κειμένου, η κλονισμένη αλλά άριστα οργανωμένη διαδρομή του σώματος ως ασθενούς, απονεκρωμένου από τις αισθήσεις, οδηγεί στο τέλος. Τέλος του στόχου. Η αναφορά στον Ερώμενο, αιώνια αγαπημένο του φθαρτού, λειτουργεί ως ξορκισμός της αναχώρησης. Όμως ο ποιητής είναι σε χηρεία, αναζητά μέσα από εικόνες «όσφρησης» την αληθινή ζωή που αν και στερείται αισθήσεων συμπορεύεται με την ανάμνηση.

Τη λέξη γνώρισες για τον σωρό του αλατιού που γάριασε και τη λέξη για των βοτάνων την οχεία με την πανσέληνο και τη λέξη για το παρθένο λινάρι και το κάλεσμα του αηδονιού να σμίξει με τον εαυτό του.[...] Και ήταν αργότερα με την ευωδιά του αυγού, που σε άγγιξε μόλις στο στήθος το απήν του Αγαπημένου και τόλμησες όταν μπόρεσες να σταθείς στα πόδια σου, απήν με τη σειρά σου να προφέρεις.[...]

Ο γάμος με το πεπρωμένο και την ύπαρξη που αιωνίως και αενάως θα βρίσκεται σε επαφή μαζί του, αποτελεί για τον ίδιο την Πύλη, για τον αναγνώστη τη Θύρα.

* Η Βερονίκη Δαλακούρα είναι ποιήτρια

Δείτε όλα τα σχόλια