Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα ονόματα και τα πράγματα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

ΚΩΣΤΑΣ Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ, Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά, Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 269

Τόπος: η καρδιά της Αττικής Βαβυλώνας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αρθρώνει το (όποιο) ήθος. Η εστία του Ετερόκλητου ομιλεί ποικιλοτρόπως. Τα συμφραζόμενα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και στο έρεβος της βιωτής. Πιο συγκεκριμένα: ο Κολωνός εμφανώς συνιστά την απροκάλυπτη χοάνη των υπάρξεων. Το δε διηγητικό, συστηματικά σκεπτόμενο υποκείμενο δεν θέλει ν’ αποκρύψει τη μεταφυσική σχέση, η οποία το συνδέει άρρηκτα με όλες σχεδόν τις πτυχές και τις όψεις του τοπίου. Διαπιστώνω μάλιστα ότι αποτυπώνεται με χαρακτηριστική κειμενική επάρκεια ο δεσμός της ψυχής με το χωροταξικό ενταύθα. Η ομολογία αυτής ειδικά της πίστεως τεκμαίρει πληρότητα αντίληψης των δεδομένων πέριξ όρων. Εξ ου και η τυπολογία των ωσμώσεων αυτών στη σελίδα 218: «Αισθάνθηκε τις δονήσεις από την κίνηση των τροχοφόρων, άκουσε τις στριγκλιές των φρένων στον βρεγμένο δρόμο, συντονίστηκε με τους μυστικούς ρυθμούς της πόλης. Ένιωσε ότι με κάποιο μαγικό τρόπο αυτές οι δονήσεις, αυτό το υπόκωφο βουητό, οι στριγκλιές των φρένων, όλα έπαιζαν τον δικό τους ρόλο σε αυτή την ιστορία. Δεν ήταν διάκοσμος, ήταν χαρακτήρας». Συγκρατώ ότι η αφηγηματική ορμή συμπαρασύρει την ανάγνωση στο βάθος των καταστατικών συγκινήσεων.

Χρόνος: Σεπτέμβριος του 2013 και εφεξής. Αναφορά στην Ολυμπιάδα του 2004. Ο δόκιμος, ήδη πολυβραβευμένος συγγραφέας αντιλαμβάνεται, όπως θα ήθελε εν προκειμένω και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ότι κάθε επικαιρότητα είναι εξ ορισμού αναχρονιστική. Γι’ αυτό και δεν διστάζει υπερβεί την επιβεβλημένη κανονικότητα του νυν: ανατρέχοντας στον ευρύτερο χωρόχρονο της Ιλιάδας, προσδίδει στην αφοπλιστική, ρηξικέλευθη εξιστόρησή του ένα σαφώς διευρυμένο σημασιολογικό πεδίο. Η διαστολή του χρόνου σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, το επιτυχές άνοιγμα προς τα ενδότερα της συνολικής συνείδησης. Ό,τι δηλαδή αποτελεί την κατ’ εξοχήν αρετή του εν λόγω μυθιστορήματος.

Καθέκαστα: Ο Νάσος, ο οποίος έχει πρωτεύσει στο γυμνάσιο, δεν εμφανίζεται την πρώτη ημέρα των μαθημάτων στο λύκειο. Ο καθηγητής φιλόλογος Αργύρης Σταυριανός, ο δικός του φιλόλογος, δεν παραιτείται, όπως κάνουν οι άλλοι: αναζητεί τον εξαφανισθέντα με σθένος κι αυταπάρνηση. Γνωρίζει άλλωστε ότι κατ’ ουσίαν αναζητεί εαυτόν. Ο κρίκος, ήτοι η Ιλιάδα, είναι απολύτως αρραγής. Μαθητής και δάσκαλος επικοινωνούν κυρίως μέσα από το ομηρικό έπος. Άρα επικοινωνούν δημιουργικά. Η συν-ουσία επιβραβεύεται: το εγώ ενυπάρχει στο Άλλο. Τονίζω εδώ ότι παρά τις σαφείς υπόνοιες του περίγυρου για μιαν αφύσικη επαφή διδάσκοντος-διδασκομένου, ο πρώτος επιδίδεται σε μιαν ειλικρινέστατη αναδόμηση της αλήθειας. Το αίσθημα διακρίνεται από τη σφοδρότητα εκείνη, η οποία η διακρίνει τις ανάλογες περιστάσεις στον πλατωνικό Φαίδρο. Η εφίδρωση του προσώπου αναδεικνύει το αγαθό. Η έκκριση δείχνει τα τιμαλφή, τις αξίες του βίου. Απομονώνω τα εξής από τις κρίσιμες εξομολογήσεις του Αργύρη Σταυριανού στο μέσον σχεδόν της αφήγησης: «Όσο πλησίαζε στο σπίτι της, ένα παράξενο αίσθημα τον καταλάμβανε. Μια δυσφορία, που ξεκινούσε από το στήθος και κατέβαινε χαμηλά, φτάνοντας μέχρι τις πατούσες, που είχαν μουδιάσει, σχεδόν δεν τις ένιωθε. Το βήμα του είχε βαρύνει, άρχισε να ιδρώνει. Θυμήθηκε τη μέρα που είχε αντικρίσει για πρώτη φορά τον μικρό, στο σχολείο. Ευτυχώς την επόμενη ώρα είχε κενό κι έτσι είχε πεταχτεί μέχρι το σπίτι του και άλλαξε ρούχα, τόσο πολύ είχε ιδρώσει. Κάτι παρόμοιο του συνέβαινε τώρα». Ο κυριολεκτικός αυτός έρως θα μείνει στο πρώτο αυτό στάδιο της παραδοχής. Ίσως το πλέον καθοριστικό. Τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να ήταν απλώς τυποποιήσεις συμπεριφορών.

Η λέξη αγάπη απαντά μόνο σε μία σελίδα, στην επιλογική 201η, και μάλιστα δύο φορές, προκειμένου να συνδηλώσει την άφθιτη εν τέλει σημασία της στις περιπέτειες, στα ευθέως ομολογούμενα ή και ανομολόγητα πάθη των ανθρώπων. Σημειώνω ότι η ποιητική απόκλιση της γραφής είναι διάχυτη. Ο αναδιπλασιασμός φέρ’ ειπείν του γράμματος δέλτα στις λέξεις «δάκρυα δικαιοσύνης» στη σελίδα 222 λογίζεται σταθερή πολιτική των συνταγμάτων της έκφανσης. Η προσφυγή, επίσης, στο γνωστότατο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα του Γιάννη Ρίτσου (και όχι μόνον), από όπου ο ενδεικτικός αφορισμός «Λίγο λίγο τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πάνω στα πράγματα», δηλώνει απερίφραστα τη συνειδητή διάχυση του ποιητικού ρήματος στην όλη ανάπτυξη του πρωταρχικού συγγραφικού σχεδίου. Τα όσα συμβαίνουν στις αιματηρές αντιπαραθέσεις δημοκρατικών νέων και ποικίλων φασιστοειδών ομάδων, όσα εντοπίζονται στις συναντήσεις, κάθε Πέμπτη απόγευμα, του ομιλητικότατου ομίλου ψυχικώς αυτοθεραπευομένων συναποτελούν διακριτές εστίες της κειμενικής δράσης. Όσα εννοούνται ή υπολανθάνουν ή κατ’ ανάγκην παραλείπονται στις αλλεπάλληλες καταθέσεις των προαναφερομένων χαρακτήρων θεωρώ ότι επαληθεύουν από την πλευρά τους την πάγια εκείνη τακτική, όπως επακριβώς αποδίδεται στην πλατωνική Ζ΄ Επιστολή. Εννοώ: «Ενί δη εκ τούτων γιγνώσκειν λόγω, όταν ίδη τίς του συγγράμματα γεγραμμένα [. . . ] ως ουκ ην τούτω ταύτα σπουδαιότατα, είπερ εστ΄ αυτός σπουδαίος, κείται δε που εν χώρα τη καλλίστη τούτου». Δηλαδή: «Κοντολογίς, λαμβάνοντας υπόψιν τα όσα είπαμε, όταν κανείς αντικρίσει τα βιβλία του, οφείλει [. . . ] να ξέρει ότι, όσα παραθέτει εκεί, δεν ήταν γι’ αυτόν τα αξιότερα, αν βέβαια ο ίδιος είναι άξιος, αντίθετα, εκείνα φυλάσσονται στο καλύτερο μέρος του εαυτού του».

Κοντολογίς, διαβάζω ένα ολοκληρωμένο αισθητικό μόρφωμα, υποδειγματικών συγκερασμών λόγου, ένα ακόμη δείγμα της ομολογούμενης πεζογραφικής δεινότητας του Κώστα Β. Κατσουλάρη.

 

* Ο Γιώργος Βέης είναι πρέσβυς επί τιμή, ποιητής

Δείτε όλα τα σχόλια