Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο ιδιότυπος μαρξισμός του Μάρτιν Χάιντεγκερ

ΤΗΣ ΚΑΤΕ ΚΑΖΑΝΤΗ

 

«...Η ουσία του υλισμού δεν έγκειται στον ισχυρισμό ότι όλα είναι απλώς ύλη, παρά μάλλον σε ένα μεταφυσικό καθορισμό σύμφωνα με το οποίο κάθε ον εμφανίζεται ως το υλικό αποτέλεσμα της εργασίας του...»

Μάρτιν Χάιντεγκερ, «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό»

 

Την εποχή κατά την οποία η Ευρώπη πάσχιζε να κλείσει τις πληγές που επέφερε ο σύγχρονος homo inhumanus (απάνθρωπος άνθρωπος), λαμβάνοντας τη μορφή των ναζί, ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ, γνωστός για τις θωπείες του στο ιστορικό «κακό», συγγράφει την περιβόητη «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό». Απευθυνόμενος στον -νεαρό τότε- Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Μποφρέ, απάντα στο ερώτημα «Πώς να ξαναδώσουμε νόημα στον όρο ανθρωπισμός».

Διερωτώμενος καταρχάς «αν τούτο είναι αναγκαίο», -«δεν είναι ήδη αρκετά εμφανής η ζημιά που προκαλούν ανάλογοι όροι;»-, ομολογεί πως «έχουμε πάψει από καιρό να εμπιστευόμαστε τους -ισμούς». Επειδή, όμως, όπως παραδέχεται, «η αγορά της κοινής γνώμης απαιτεί διαρκώς καινούργιους», ο στοχαστής του Είναι προθυμοποιείται ο ίδιος να «καλύψει τη ζήτηση».

Ο χωροχρόνος είναι ενδεικτικός: κατά την περίοδο 1946-47 και ενώ η ηττημένη Γερμανία παλεύει με τις ενοχές της, ο «πονηρός χωρικός» -παρατσούκλι που αποδίδει στον Χάιντεγκερ ο Αντόρνο-, δια της «Επιστολής», δουλεύει, προφανώς, για τη διανοητική του αποκατάσταση. Αποκατάσταση, βέβαια, η οποία δεν ήλθε -ούτε και θα έπρεπε εξάλλου- μετά τις στενές επαφές του με τον inhumanus του ναζισμού. Αλλά τούτο δεν απομειώνει τη σημασία των παραδοχών του.

Ο Χάιντεγκερ, λοιπόν, ξεκινά επανεξετάζοντας τις παραδοσιακές ερμηνείες -από τη Ρώμη κι έπειτα- του ανθρωπισμού και τις αντιπαρέρχεται, θεωρώντας τες εξαρτημένες από τη μεταφυσική. Γι’ αυτόν, απαιτείται αποστασιοποίηση από τον χαρακτηρισμό του ανθρώπου ως animal rationale, αφού η ουσία του ανθρώπινου όντος δεν δύναται να εκφραστεί με όρους ζωολογίας - βιολογίας, ακόμα κι αν κανείς καταφάσκει ταυτόχρονα στην πνευματικότητά του.

Αν το «Εν τω κόσμω Είναι», φλερτάρει με τον μηδενισμό, αφού «Είναι προς τον θάνατο», στο βαθμό που κατανοεί τον εαυτό του και επιθυμεί να αποδράσει από τη μοίρα του, οφείλει να αντιληφθεί τη μοναχικότητά του. Αλλά η αγωνία του «ερριμμένου Είναι» έχει πρωτίστως να κάνει με την αναυθεντικότητά του: την αλλοτρίωση δηλαδή της ίδιας του της ύπαρξης.

Έτσι, δια της αλλοτρίωσης, ο Χάιντεγκερ καταφάσκει στον Μαρξ:

«Η έλλειψη πατρίδας γίνεται παγκόσμιο πεπρωμένο. Οφείλουμε επομένως να σκεφτούμε αυτό το πεπρωμένο οντολογικοϊστορικά. Ό,τι ο Μαρξ, αφορμώμενος από τον Χέγκελ, αναγνώρισε, με έναν ουσιαστικό και σημαντικό τρόπο, ως την αποξένωση του ανθρώπου, έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα (...) Επειδή ο Μαρξ, βιώνοντας την αποξένωση, εισέρχεται σε μια ουσιώδη διάσταση της ιστορίας, γι’ αυτό η μαρξική αντίληψη για την ιστορία είναι ανώτερη από κάθε άλλη φιλοσοφία της ιστορίας», ομολογεί.

Για τον Μαρξ, «ιστορία είναι η αληθινή φυσική ιστορία του ανθρώπου». Η δε αποξένωση - αλλοτρίωση εντοπίζεται στη σχέση του ανθρώπου - εργάτη με την παραγωγή: «η παραγωγή δεν παράγει τον άνθρωπο μόνο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο με τη μορφή εμπορεύματος. Παράγει, επίσης, τον άνθρωπο πνευματικά και φυσικά σαν απανθρωποιημένη ύπαρξη».

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως animal rationale, ομοιάζει με εκείνον του Χάιντεγκερ. Λέει, στα «Οικονομικά και φιλοσοφικά Χειρόγραφα»: «η αποξενωμένη εργασία αποξενώνει τη φύση από τον άνθρωπο, τον άνθρωπο από τον εαυτό του, αλλά και τον άνθρωπο από το είδος του. Τα ζώα παράγουν σύμφωνα με τα πρότυπα και τις ανάγκες του είδους στο οποίο ανήκουν, ενώ ο άνθρωπος είναι ικανός να παράγει σύμφωνα με τα πρότυπα κάθε είδους και να επιβάλλει σε κάθε αντικείμενο το φυσικό του πρότυπο. Γι’ αυτό ο άνθρωπος παράγει επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς: μέσα από την εργασία του η φύση εμφανίζεται σαν δικό του έργο και δική του πραγματικότητα. Το αντικείμενο της εργασίας είναι, άρα, η αντικειμενοποίηση της ειδολογικής ζωής του ανθρώπου: γιατί ο άνθρωπος αναπαράγει τον εαυτό του όχι μόνο πνευματικά στη συνείδησή του, αλλά δραστήρια και ουσιαστικά και μπορεί έτσι να κοιτάζει τον εαυτό του, σ’ ένα κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε». Με τους όρους του Χάιντεγκερ, ο άνθρωπος, ως Εν-τω-κόσμω-Είναι, παραμένει μοναδικός: ο «Ποιμήν του Είναι».

Από την άλλη, ο σκοτεινός στοχαστής -στο «Είναι και Χρόνος»- παραδέχεται: «Η καθημερινότητα εκλαμβάνει το εδώ-Είναι (Dasein) ως πρόχειρο ον που βιομεριμνά, δηλαδή διακανονίζεται και ισολογίζεται. Η ζωή είναι μια επιχείρηση, άσχετα αν καλύπτει ή όχι τα έξοδά της». Η χρήση της γλώσσας της οικονομίας και της παραγωγής στο πλέον δύστροπο έργο του, κάνει τον «πονηρό χωρικό» -παρατσούκλι του Χάιντεγκερ- να φιλοσοφεί με υλιστικούς όρους. Κι αν έχει δίκιο, ότι «η γλώσσα είναι ο οίκος του Είναι», ο τρόπος φανέρωσης του Είναι δηλαδή, εδώ ο φιλόσοφος -θα μπορούσε να ειπωθεί πως- γίνεται «ποιμένας» της μαρξικής ανάλυσης της ιστορίας του ανθρώπου.

Λέει, στην «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό»: «Όποιος εκλαμβάνει τον «Κομμουνισμό» μόνο ως «κόμμα» ή «κοσμοαντίληψη», σκέπτεται το ίδιο επιφανειακά με κείνους που καταλαβαίνουν κάτω από τον όρο «αμερικανισμός» μόνον -και επιπλέον υποτιμητικά- ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής». Και επισημαίνει τον κίνδυνο για την Ευρώπη, ο οποίος «έγκειται στο γεγονός ότι προπάντων η σκέψη της, άλλοτε το μεγαλείο της, μένει πίσω στην ουσιώδη πορεία του ανατέλλοντος παγκόσμιου πεπρωμένου».

Πώς, όμως, εν τέλει, ορίζει ο Χάιντεγκερ την πορεία προς έναν νέο «ανθρωπισμό»; Μα, διαμέσου της ποίησης*. Μετέρχεται τον Χέλντερλιν και τον Αριστοτέλη και επικαλείται αυτός, ο πλέον δυσπρόσιτος εννοιολογικά, ο γλωσσοπλάστης, τον «ασυνήθιστο χαρακτήρα του απλού». Όπως και το τρίπτυχο «αυστηρότητα του στοχασμού, επιμέλεια του λέγειν, φειδωλή χρήση της λέξης».

Ξαναγυρίζοντας στον Μαρξ, («Χειρόγραφα»), διαβάζουμε: «Το μυστικιστικό συναίσθημα που οδηγεί τον φιλόσοφο από την αφηρημένη σκέψη στην ενόραση είναι η ανία, η επιθυμία για κάποιο περιεχόμενο. Οι σκέψεις του είναι έτσι σταθερά φαντάσματα που υπάρχουν έξω από τη φύση και τον άνθρωπο. Ο αφηρημένος στοχαστής που καταφεύγει στην ενόραση, ενοράται τη φύση αφηρημένα». Η επιτίμηση του Μαρξ στον Χέγκελ, ακουμπά, φυσικά, και τον Χάιντεγκερ.

«Οι φιλόσοφοι το μόνο που έκαναν ήταν να ερμηνεύσουν τον κόσμο κατά διάφορους τρόπους. Αυτό που μετράει είναι να τον αλλάξουμε», έγραφε εξάλλου στην 11η Θέση για τον Φόιερμπαχ ο θεμελιωτής του ιστορικού υλισμού.

Αλλά να πώς τον ακολουθεί (πάλι) ο Χάιντεγκερ: «Είναι καιρός να πάψουμε να υπερτιμάμε τη φιλοσοφία και να αξιώνουμε από αυτήν πράγματα υπερβολικά. Ό,τι χρειαζόμαστε στη σημερινή παγκόσμια κρίση είναι λιγότερη φιλοσοφία αλλά περισσότερη προσοχή στη σκέψη, λιγότερη φιλολογία αλλά περισσότερη φροντίδα για το γράμμα».

Μπορούμε ίσως να υποθέσουμε πως αν παρ’ ελπίδα βρισκόταν σε κάποιο ξέφωτο του Είναι, μετανοημένος για τα πολιτικά του ανομήματα, θα συμφωνούσε με τον Μαρξ πως οι σχέσεις παραγωγής στον καπιταλισμό «απονεκρώνουν τη σάρκα και καταστρέφουν το πνεύμα» του ανθρώπου. Ο οποίος άνθρωπος εξέπεσε σε εργάτη και διαβιεί εντός ενός απάνθρωπου ανθρωπισμού. Απέναντι στον οποίο κάθε Dasein, κάθε δηλαδή αυτοσυνείδητο υποκείμενο, οφείλει να επαναστατήσει.

* Θα μπορούσε να είναι ειρωνεία: την ώρα που ο Τεοντόρ Αντόρνο έγραφε πως μετά το Άουσβιτς δεν μπορεί να γραφτεί ποίηση, την επικαλείται ο «χωρικός από το δάσος» που ουδέποτε ψέλλισε κουβέντα συγγνώμης για τις ανόσιες καταφάσεις του.

Δείτε όλα τα σχόλια