Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένα «μουσικό μυθιστόρημα»

ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ, Εκεί Όπου Τίποτα Δεν Χάνεται, μουσικό CD, σε ποιήματα των Γιώργου Βέη, Κώστα Βούλγαρη, Λευτέρη Ιερόπαιδος, Νίκου Καρούζου, Αλέξανδρου Μπάρα και Ρώμου Φιλύρα, μαζί με φυλλάδιο 24 σελίδων, κυκλοφορεί από την Music Links Knowledge

 

“Τιμώ τους ποιητές, ερμηνεύοντάς τους μέσα απ’ τη δική μου ζωή, όχι τη δική τους”, γράφει μεταξύ άλλων ο Μανώλης Γαλιάτσος στο φυλλάδιο που συνοδεύει το νέο, δέκατο έβδομο στη σειρά CD του, με το οποίο κλείνει τριάντα χρόνια μουσικής διαδρομής. Ένας ισχυρός βιωματικός ιστός συνδέει τους σε πρώτη ματιά ετερόκλητους πρωταγωνιστές της νέας δουλειάς του, τα ποιήματα που επιλέχθηκαν και τις μελοποιήσεις τους. Ποικίλα μουσικά όργανα -από φλάουτο και όμποε μέχρι πιάνο και τσελέστα και από βιολί και βιολοντσέλο μέχρι ντραμς και κρουστά-, αλλά και η ίδια η εκφραστική φωνή του συνθέτη-ερμηνευτή, υπηρετούν όλο και πιο ευδιάκριτα, στη διάρκεια των εβδομήντα λεπτών που διαρκεί το έργο, μια μελωδική γραμμή που επιμένει με πόνο και γλυκύτητα να αναδύεται ανάμεσα στις υπόλοιπες, οδηγώντας τον ακροατή “εκεί που τίποτα δεν χάνεται”, όπως πολύσημα τιτλοφορείται το όλο εγχείρημα. Ένα πείσμα και μια ορμή προς τα μπρος μας παρασύρει κατά τη διάρκεια της ακρόασης.

Το εναρκτήριο, καβαφικού αρώματος ποίημα του Βέη με τον αντικαβαφικό τίτλο “Ήταν κούτσουρο, μα αλάβαστρο πάλι θα γίνει”, στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον μουσικό και πλοηγός του σ’ αυτό το ταξίδι· το παραθέτω: “Για σένα μόνο για σένα/ και μόνο γι’ απόψε/ θα σου τραγουδήσει σειρήνα/ ανυστερόβουλη αυτή τη φορά/ ολόκληρη η προηγούμενη ζωή σου/ όπως ακριβώς τη θέλησες/ αναπαλλοτρίωτη/ ελαφρώς διορθωμένη”. Ως τραγούδι μιας “ανυστερόβουλης σειρήνας” φιλοδοξεί να ακουστεί η δουλειά του Γαλιάτσου, “διορθώνοντας” ελαφρά αλλά κρίσιμα την πραγματικότητά μας. Στόχος μου δεν είναι, ασφαλώς, να γράψω ένα μουσικοκριτικό σημείωμα, αλλά να παρουσιάσω μια ενδιαφέρουσα πλευρά της δουλειάς του συνθέτη: την προσωπική σχέση του με τα ποιήματα που μελοποιεί, όπως την καταθέτει σε μια σειρά από σύντομα αλλά πυκνά σχόλια στο φυλλάδιο που συνοδεύει το CD. Με αυτή την ασυνήθιστη πρακτική ο Γαλιάτσος αυτοβιογραφείται διπλά, καθώς μελοποιεί και παράλληλα διατυπώνει απόψεις αισθητικής και ιδεολογικής φύσεως για τα ποιήματα, εξηγώντας τους τρόπους με τους οποίους εισδύουν στη μουσική του αφήγηση.

Έτσι, μαθαίνουμε ότι το παραπάνω ποίημα του Βέη εξέφραζε “με τον πιο εύγλωττο τρόπο ό,τι ήθελε να πει” στο νέο του έργο, χάρη στο νόημα αλλά και την ευθύβολη ακουστικότητά του. Αγαπημένος από παλιά ποιητής του συνθέτη και ο Φιλύρας, συμμετέχει εδώ με δύο ποιήματα, το “πυρετικά νηφάλιο” “Πρωινό τραίνο” και ένα ορμητικό οκτάστιχο που αυθαίρετα τιτλοφορείται “Να μην έχουν ζάρες...”. Και τα δυο ποιήματα έχουν υποστεί αφαιρέσεις στροφών (το δεύτερο ανήκει στο εκτενέστερο ποίημα “Στον καθρέφτη”), για να προσαρμοστούν στον μελοποιητικό σχεδιασμό του συνθέτη. Έτσι, το δεύτερο κλείνει πιο υπαινικτικά απ’ ό,τι στην πλήρη μορφή του: “Είναι σαν εικόνες οι άνθρωποι βουβοί, / σαν ιππότες, άγιοι, όμορφοι, καλοί· / κατεβαίνουν όλοι δίχως πονηριά/ μες στο μεσημέρι, μες στη δημοσιά”. Της ουτοπικής μάζωξης του Φιλύρα προηγείται η δυστοπική συνάθροιση του κατεχόμενου από τους Γερμανούς ελληνικού λαού, νεκρού και ζωντανού, στο ποίημα “Η πορεία των σιωπηλών” του Λευτέρη Ιερόπαιδος, ο οποίος αν είχε δεν είχε πεθάνει στα εικοσιπέντε του χρόνια θα είχε πιθανότατα καθιερωθεί ως ένας ισχυρός μεταπολεμικός ποιητής. “Όσοι σώπασαν” στο ποίημα αυτό, είτε λόγω του λοιμού του 1941-1942, είτε λόγω της ιστορικά επιβεβλημένης φίμωσης, “αυτοί σκοτώνουν της ζωής τη σημασία”, γράφει με έξοχη επιγραμματικότητα ο Ιερόπαις. Την ακουστική εμπειρία της πένθιμης αλλά και κάπως σαν εμβατηριακής μελοποίησης του ποιήματός του συνοδεύει και ισχυροποιεί το πολιτικό σχόλιο του Γαλιάτσου: “Αυτή είναι για τον Ιερόπαιδα η σημασία της παινεμένης μάζας, που ακούει στο όνομα ‘σιωπηλή πλειοψηφία’, την οποία επικαλούνται κατά περίσταση οι πάσης φύσεως δημαγωγοί, καιροσκόποι, αναλυτές, διαμορφωτές και αναμορφωτές της κοινής γνώμης [...] ειρωνεία να ανήκεις σε μια κοινωνική ομάδα, στην οποία προσμετράται ως αξιακό μέγεθος η σιωπή. Και αυτό είναι ένα ποιητικό και πολιτικό μάθημα από έναν νεαρό, φυματικό ποιητή, αδιάλειπτα επίκαιρο, μέχρι τη δεύτερη δεκαετία αυτού του αιώνα”.

Θα αφήσω ασχολίαστη τη σχέση του συνθέτη με το ποίημα του Καρούζου “Ένα ξόρκι που λέγεται φωναχτά” και το ποίημα του Βέη “Τα βουνά, οι λέξεις”, για να μπορέσω στα περιορισμένα όρια αυτού του σημειώματος να αναφερθώ σε μια καινοτόμα πρωτοβουλία του Γαλιάτσου στην περίπτωση των δυο τελευταίων ποιημάτων του έργου του. Οι στίχοι τους αντλούνται από λογοτεχνικά βιβλία του Μπάρα και του Βούλγαρη, αλλά κανένα από τα δυο δεν είναι αυτόνομο ποίημα. Στην περίπτωση του Μπάρα, ο συνθέτης ενώνει δυο δίστιχα ποιήματά του σε ένα, μετατρέποντας μάλιστα σε στίχους και τους τίτλους τους· ως αποτέλεσμα προκύπτει ένα αιφνίδια υποβλητικό εξάστιχο, που συμπυκνώνει το άρωμα της τέχνης αυτού του λεπτά ειρωνικού και υποδόρια πικρού ποιητή. Τέλος, το ποίημα “Σχετικά με τη γραφή (η γέννηση της γραφής)” προέκυψε από την αναγνωστική εμπειρία του πεζογραφήματος του Βούλγαρη Αυθάδεια λαγνεύουσα: ο συνθέτης, εμπνεόμενος από την παιγνιώδη κατασκευαστικότητα του λογοτέχνη, παίρνει τις εναρκτήριες και τις καταληκτήριες έμμετρες φράσεις του έργου (που με τη σειρά τους είναι παρμένες, αντίστοιχα, από τον Βέλθανδρο και τη Χρυσάντζα και από έναν κύκλο μοιρολογιών), και τους ενώνει σε ένα ποιητικό σώμα, η βαθμιαία μετάβαση του οποίου από την καθαρεύουσα στη δημοτική εντείνει αντί να αποδυναμώνει τη δραστικότητά του. Οι ερωτικοί αυτοί δεκαπεντασύλλαβοι εμφανίζονται, μέσω του τίτλου που βάζει στο υβριδικό ποίημα ο Γαλιάτσος, ως σχόλιο για τη γραφή - γιατί ως αφετηριακό σημείο στην ιστορία της γραφής τοποθετεί, όπως μας ομολογεί, την ερωτική έλξη, “τη μαγγανεία των λέξεων ως μέσον ερωτικής υποβολής ή αυτοθεραπείας”.

Ως μια τέτοια ερωτική υποβολή και αυτοθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει για τον ακροατή το νέο έργο του Γαλιάτσου, ενός μουσικοσυνθέτη βαθιά εξοικειωμένου με τον ποιητικό λόγο, τον οποίο ερμηνεύει πολλαπλά: μελοποιώντας τον, τραγουδώντας τον, σχολιάζοντάς τον με τρυφερότητα, και κάποτε συν-δημιουργώντας τον με μικρές παρεμβάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευφορικό, μέσα στη στοχαστική θλίψη του, “μουσικό μυθιστόρημα” - δανείζομαι τη φράση από τον συνθέτη, που υποστηρίζει ότι πρέπει να αποκτήσουμε νέες μουσικές αφηγήσεις, ν’ ανακαλύψουμε πάλι τη μελωδική σαφήνεια, σε μια εποχή που η μελωδία -δηλαδή η “συμπυκνωμένη αφήγηση”- μοιάζει να είναι σε πραγματική έλλειψη.

 

Η Αθηνά Βογιατζόγλου διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Παν/μιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Όλοι στο Παλαί ντε Σπορ

Η σημερινή συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στη Θεσσαλονίκη με ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα στέλνει δύο μηνύματα. Το πρώτο, που έχει σταλεί από καιρό με μια πλειάδα συγκεντρώσεων σε όλη την Ελλάδα, είναι ότι οι...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο