Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μυθοπλαστικές περιδινήσεις

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εκδόσεις Διάπλαση, σελ. 495

 

«Οι πόλεις όπως και τα όνειρα, είναι καμωμένες από πόθους και φόβους, ακόμα κι αν το νήμα της συνδιαλλαγής τους είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι, οι προοπτικές τους απατηλές

και το κάθε τι σ’ αυτές κρύβει κάτι άλλο»

Ίταλο Καλβίνο

 

Ο συγγραφέας κινείται παλινδρομικά στη σήραγγα του χρόνου. Συνθέτει κρίσιμα πολιτικά γεγονότα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μοιραίες ατελέσφορες ιστορίες αγάπης από το παρελθόν και το παρόν. Η Αθήνα στα μέσα του 19ου αιώνα είναι ένα σκοτεινό χωριό με φτωχόσπιτα, στάνες και ένδοξα ερείπια, με αναλφάβητους, στην πλειοψηφία τους, κατοίκους, με λάσπες και κατσάβραχα, με βοσκούς και κοπάδια αιγοπροβάτων που αλωνίζουν τις γειτονιές και αρμέγονται «παρουσία του πελάτου». Ταυτοχρόνως, είναι μια νεαρή πρωτεύουσα που ρυμοτομείται και εκσυγχρονίζεται κατά τα δυτικά πρότυπα με επιβλητικά μέγαρα βαυαρικής απόδοσης του αρχαιοελληνικού κάλλους και νεοκλασικές επαύλεις, όπου δίνονται χοροί και δεξιώσεις οι οποίες λαμπρύνονται από την παρουσία υψιπετών πνευματικών ταγών και μεγαλορρημόνων εθνοσωτήρων. Με αλληλοσπαρασσόμενους εγχώριους πολιτικούς αντιπάλους και πρωθυπουργούς που δεν μακροημερεύουν στην εξουσία, καθώς και με εγκάθετους σπουδαιοφανείς βασιλικούς ηγεμόνες, που ραδιουργούν σύμφωνα με τα συμφέροντα των οίκων τους οποίους εκπροσωπούν. Με απογοητευμένους και εξαγριωμένους πολίτες που ζουν με το όραμα μιας δημοσιοϋπαλληλικής θέσης και πωλούν την ψήφο τους σ’ όποιον υπόσχεται ότι θα ικανοποιήσει τα ζωτικά αιτήματά τους, ενώ βλέπουν το δημόσιο χρήμα να κατασπαταλάται και τη χώρα να υποθηκεύει το όραμα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας. Τοιουτοτρόπως τα υπέρογκα δάνεια διαδέχονται το ένα το άλλο, οι τόκοι, οι οποίοι δεν θα αποπληρωθούν ποτέ, συσσωρεύονται προς «δόξαν και όφελος» των δανειστών, ενώ οι πληβείοι παραμένουν πένητες, ανέστιοι και απέλπιδες. Ως την αποφράδα ημέρα που θα διατυπωθεί ευθαρσώς, για πρώτη φορά εν έτει 1893, το μνημειώδες «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» από τον Χαρίλαο Τρικούπη, πριν γίνει δρόμος με κυκλοφοριακή συμφόρηση στο κέντρο της Αθήνας.

Ο συγγραφέας με παρρησία και καυστικό χιούμορ ανασκευάζει εμπεδωμένους εθνικούς μύθους, ξαναδιαβάζοντας επιμελώς την ιστορία και δίνοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προβληματιστεί, γελώντας ευφρόσυνα με πρόσωπα και γεγονότα. Τα βέλη της φαρέτρας του στρέφονται προς όλους. Προς τον ένδοξο μαραθωνοδρόμο Σπύρο Λούη, που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, επιδεικνύοντας το σθένος της αδάμαστης ελληνικής ψυχής αλλά φευ και το αθάνατο δαιμόνιο της φυλής, τις αμφιβόλου ανιδιοτέλειας επιχειρηματικές δράσεις του «ευεργέτη» Ανδρέα Συγγρού που μοσχοπούλησε τις άχρηστες μετοχές των μεταλλείων Λαυρίου σε ολόκληρη την Αθήνα, τις πρακτικές διαπλοκής του εξ Αιγύπτου ισχυρού άνδρα Εμμανουήλ Μπενάκη. Θυμίζει τον ανηλεή κυνηγό των κουτσαβάκηδων του Ψυρρή, αστυνομικό Διευθυντή Δημήτριο Μπαϊρακτάρη, τη δραματική παράλληλη αυτοκτονία του Μιμίκου και της Μαίρης, την «Εθνική Εταιρεία» που αποσκοπούσε στην αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και στην στρατολόγηση εύπιστων, αρειμάνιων πατριωτών. Θυμίζει επίσης τον Μακεδονομάχο Παύλο Μελά, τις συνθηκολογήσεις και τις ολέθριες συγκρούσεις με Βουλγάρους και Τούρκους που υποκινούσαν οι Ευρωπαίοι, τους Βαλκανικούς πολέμους με τον βαρύ φόρο αίματος, την εκστρατεία στα βάθη της Ανατολής για την κατάκτηση των αλύτρωτων πατρίδων με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες και τις στρατιές των εξαθλιωμένων προσφύγων. Μετά τον θάνατο του Βενιζέλου, ανατέλλει το άστρο του Ιωάννη Μεταξά που παίρνει την σκυτάλη στα δημόσια πράγματα, για να ακολουθήσουν και άλλα πολλά, δραματικά και ευτράπελα, που σοκάρουν για τις απίστευτες ομοιότητες με το σήμερα.

Ο Παπαγιάννης επιλέγει ως κεντρικό ήρωα τον γενάρχη μιας ταπεινής οικογένειας των Αθηνών, τον Λάζο Ντογιάμα (που μετά τη γέννηση του μονογενή υιού του Ιακώβου, αν και είχε και μια κόρη, δηλώθηκε αυτοβούλως στο Ληξιαρχείο ως Αθανασίου) και τον ακολουθεί στο διάβα του χρόνου. Ο Ιάκωβος, που γεννήθηκε την ίδια μέρα με τον Εθνάρχη Βενιζέλο, θα ζήσει και θα πεθάνει κυνηγώντας χίμαιρες. Αφελής, ιδιόρρυθμος, μεγαλομανής και μοιρολάτρης, εσαεί ξυλοφορτωμένος και βασανισμένος από τον διακαή (και ανεκπλήρωτο μέχρι τέλους) πόθο να διαπρέψει εργαζόμενος ως μηχανοδηγός στους εθνικούς σιδηροδρόμους. Ένας πόθος κληρονομημένος από τους ανιόντες, παππού και πατέρα, που λειτούργησε σαν αναπόφευκτο πεπρωμένο. Όμως η απίστευτη ζωή του προπάππου μέσα από τις εξιστορήσεις των επιγόνων θα εμπνεύσει την δισέγγονή του Άννα Μαρία Αθανασίου και θα την ωθήσει να την αναπαραστήσει ψηφιακά, μέσω ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης, με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Τρεις ερωτικές ιστορίες, φανταστικές και πραγματικές, υφαίνουν τον συνδετικό ιστό του αναγνώσματος και δίνουν τον τίτλο στα τρία μέρη του βιβλίου. Το πρώτο μέρος εστιάζεται στον επινοημένο έρωτα του ταπεινού και ασήμαντου Ιάκωβου, για την ευαίσθητη και καλλιεργημένη Αλεξάνδρα, πρωτοθυγατέρα του Εμμανουήλ Μπενάκη. Τα δεύτερο μέρος στον πραγματικό και σκανδαλώδη, για τα χρηστά ήθη της εποχής, έρωτα του Ίωνα Δραγούμη για την παντρεμένη Πηνελόπη Δέλτα, την μετέπειτα μυθιστοριογράφο, επίσης θυγατέρα του Μπενάκη και σύζυγο του Στέφανου Δέλτα. Και τέλος το τρίτο μέρος στο ζευγάρωμα (παντρειά με προξενιό), του Ιάκωβου με την έξυπνη, μορφωμένη και συνετή Κατερίνα, τη γειτόνισσά του, που θα του χαρίσει έναν διάδοχο και στον συγγραφέα τη δυνατότητα να συνεχίσει την επική αφήγηση των εθνικών περιπετειών και των πεπραγμένων της οικογένειας Αθανασίου.

Το μυθιστόρημα, ιστορική κωμωδία το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, περίτεχνα δομημένο και επαρκώς τεκμηριωμένο, κατορθώνει να αναδείξει ενδιαφέρουσες πτυχές των γεγονότων, κινούμενο με ευελιξία στις δαιδαλώδεις ατραπούς της ιστορίας και στα γλιστερά μονοπάτια των εθνικών μύθων και φαντασιώσεων. Και καθώς οι μυθιστορηματικοί ήρωες διασταυρώνονται με τα ιστορικά πρόσωπα, ανασύρονται οι διαχρονικές παθογένειες και οι ασυνέχειες του εθνικοπατριωτικού αφηγήματος, παράλληλα με άγνωστα και πικάντικα παραλειπόμενα. Εντούτοις οι παραλληλισμοί, οι αναλογίες και οι συγκρίσεις του παρελθόντος δημόσιου βίου της χώρας με την παρούσα πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη ανήκουν στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας απλά εξιστορεί με γλαφυρό, βέβηλο και παιγνιώδη οίστρο, υπερφίαλες άγονες εθνικές στρατηγικές, επιζήμια επαναλαμβανόμενες στρεβλές πρακτικές και ρομαντικές ιστορίες αδιέξοδων ερώτων και δραματικών αβυσσαλέων παθών, εκατόν, και βάλε, ετών.

 

* Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο Τμήμα Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής

Δείτε όλα τα σχόλια