Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το «εγώ» του συγγραφέα

ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

Γνωρίζω τον συγγραφέα Κ. εδώ και πολλά χρόνια. Κάθε τόσο βλεπόμαστε και μιλάμε για βιβλία και λογοτεχνία, σαν να κάναμε μια κατάθεση ψυχής, ανταλλάσσοντας εντυπώσεις για το ένα ή το άλλο βιβλίο, περισσότερο αν ο άλλος είναι στην ίδια γραμμή και αν το feeling της λογοτεχνίας είναι πάντα το ίδιο, παρά για να εκφράσουμε μια κριτική άποψη. Τελευταία φορά που βρεθήκαμε υποστήριζε ότι κάθε πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι, κατά κάποιο τρόπο, η ανάληψη μιας ευθύνης, γιατί όλα τα υπόλοιπα βιβλία που θα γράψει θα εξαρτώνται απ’ αυτό το πρώτο, ή για να αναπτύξει τις προθέσεις του ή για να τις αντικρούσει ή, έστω, για να τις αποποιηθεί.

Μετά μιλήσαμε για κείνη τη στιγμή κατά την οποία ένας συγγραφέας αποφασίζει, ακριβώς για πρώτη φορά, να αφηγηθεί μια ιστορία. Φυσικά όταν, τρόπος του λέγειν, επιλέγει το υλικό, την πλοκή, τη γλώσσα του πρώτου βιβλίου, ποιος είναι εκείνος που κάνει την επιλογή, και από ποιους παράγοντες εξαρτάται; Θα σήμαινε, όπως λέει ο φίλος μου ο Κ., ότι αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία αλλά εξαρτάται από τις εμπειρίες της ζωής, που μας προσέφεραν διάφορες ιδέες που θέλουμε να διηγηθούμε. Όμως, του απάντησα, μερικές φορές η επιλογή δεν εξαρτάται από τη ζωή αλλά από την κουλτούρα, από εκείνα τα πράγματα που αποκόμισε από άλλα βιβλία. Μάλιστα, υποστήριξα με θέρμη, κάθε βιβλίο προέρχεται από ένα άλλο, και όλα τα βιβλία που έχουν γραφεί αποτελούν μέσα στο χρόνο μια μακρά αλυσίδα στην οποία το ένα είναι δεμένο με το άλλο, και συνομιλεί με το άλλο.

Τελικά, η βιογραφία ενός συγγραφέα είναι ή δεν είναι σημαντική για να καταλάβουμε από πού προέρχεται η έμπνευσή του; Σύμφωνα με μερικούς (Σεντ - Μπεβ) η βιογραφία είναι πολύ σημαντική∙ για άλλους (Προυστ) το εγώ που γράφει είναι διαφορετικό από το εγώ που ζει. Κι ίσως αυτό ήθελε να πει ο Ρεμπώ όταν έγραψε: Je est un autre. Ίσως μιλούσε για το εγώ που γράφει. Πράγματι το εγώ του Ρεμπώ που έγραφε, και το εγώ που ζούσε, απομακρύνθηκαν όταν ήταν μόλις είκοσι χρονών. Το εγώ που έγραφε πήγε να ζήσει στην Αβησσυνία, και το εγώ που είχε γράψει Les illuminations και Une saison en enfer δεν ήθελε ούτε να το ξέρει. Είχε τελειώσει, είχε εξαφανιστεί για πάντα.

Αλλά, έλεγε ο Κ., αν το εγώ που γράφει είναι διαφορετικό από το προσωπικό εγώ, υπάρχει κι ένα άλλο εγώ, κι αυτό διαφορετικό από τα άλλα δύο, το εγώ που αφηγείται.

Το «πρόσωπο» που σε ένα βιβλίο λέει εγώ, πράγματι, δεν είναι ούτε το προσωπικό εγώ του συγγραφέα ούτε το αφηγηματικό του εγώ. Για παράδειγμα τι σχέση έχει ο πρωταγωνιστής που λέει εγώ στο Moll Flanders με τον Ντάνιελ Ντεφόε; Και το αφηγηματικό εγώ στην La Romana τι σχέση έχει με τον αφηγητή Μοράβια; Κι αν ο Φλωμπέρ λέει: «Madame Bovary cest moi», τι σχέση έχει αυτή η κυρία με τον Φλωμπέρ; Θέλω να πω ότι το αφηγηματικό εγώ είναι ένα «πρόσωπο», και σαν τέτοιο είναι μια επινόηση, είναι δημιούργημα της φαντασίας. Και καμιά φορά δεν είναι ούτε ο συγγραφέας που το διηγείται αλλά ένα άλλο πρόσωπο που αναλαμβάνει το ρόλο, όπως ο Marlowe του Κόνραντ που αφηγείται για τον Λορντ Τζιμ.

Όπως φαίνεται, ο φίλος μου ο Κ. είναι ειδικός στις λεπτές διαφοροποιήσεις. Τα πράγματα μαζί του μπερδεύονται γιατί βρίσκει ευχαρίστηση στο να παίζει, όπως ένας γάτος, μ’ ένα κουβάρι μαλλί, και για την επόμενη ευχαρίστηση, κοινή σε πολλούς λογοτέχνες, να επιδοθεί σ’ εκείνο το παιχνίδι υπομονής αναγκαίο για να απελευθερωθεί από το ζυγό του γραψίματος.

Επεσήμανα στον φίλο μου τον Κ. ότι δεν άξιζε να δυσκολεύει τη ζωή του, με αυτές τις λογοτεχνικές του διακρίσεις∙ εκείνος όμως επέμενε με μια κάποια εσωτερική αναστάτωση, έτσι κατάλαβα ότι πίσω από αυτές τις διαφοροποιήσεις υπήρχε ένας πυρήνας πραγματικού άγχους που κατάφερνε να ξεπεράσει.

Το προσωπικό μου εγώ, μου έλεγε ο Κ., εκείνο που αναλαμβάνει να επιζήσει, έχει να προστατεύσει ένα σώμα, ένα απαιτητικό σώμα γεμάτο επιθυμίες, και που έχει τόσες ασχολίες που το κρατούν σε εγρήγορση, πρακτικά πράγματα που πρέπει να διεκπεραιώσει, όπως να πληρώσει τους φόρους ή να πάει βόλτα το σκύλο, δηλαδή πράγματα που το απομακρύνουν από τον εαυτό του. Το αφηγηματικό μου εγώ, μου έλεγε πάντα ο Κ., γνωρίζει ότι είναι μια φωνή σε ένα σώμα με πολλά αφηγηματικά «εγώ» που προϋπήρχαν στην ιστορία της λογοτεχνίας μας. Αν και αυτό που αφηγείται δεν γεννιέται από τον ίδιο, αλλά περνά μέσα απ’ αυτόν, καμιά φορά και χωρίς τη θέλησή του. Κάθε του λέξη, έρχεται από μια παράδοση γεμάτη αισθήσεις, συγκινήσεις, νοήματα.

Ο συγγραφέας είναι μόνο ένα φίλτρο, ένα όργανο, ή ένα τρομπόνι που διαπερνάται από αυτό το φύσημα που έρχεται από μακριά, που το κάνει να παίζει διαφορετικά κάθε φορά σύμφωνα με την ποιότητα του οργάνου. Το εγώ που εγώ αφηγούμαι, τελικά, δηλαδή το πρόσωπο που στο βιβλίο μου λέει εγώ, είναι όπως τα πρόσωπα σε όλα τα σύγχρονα μυθιστορήματα, ένα εγώ διαιρεμένο, ή καλύτερα υποδιαιρεμένο, στο οποίο αντανακλάται «κάποιος» όπως σ’ έναν άδειο καθρέφτη, η εικόνα ενός εικονικού ανθρώπου στην αναζήτηση «κάποιου», δηλαδή η εικόνα του ανθρώπου του καιρού μας.

Αν είναι έτσι τα πράγματα, όπως τα τοποθετείς, θα πρέπει να καταλήξουμε –του απάντησα– ότι ένα βιβλίο είναι το προϊόν τριών «εγώ» ξένων το ένα από το άλλο, και για τα οποία δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα. Θα θέλαμε τη συμβολή του Σέρλοκ Χολμς για ν’ ανακαλύψουμε ποιος είναι ο συγγραφέας.

Πιστεύω πως έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα, μου απάντησε μελαγχολικά ο Κ., και τελικά δεν ξέρω ποιος έχει γράψει τα βιβλία μου...

 

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέρα γιορτής

Έπειτα από σχεδόν έξι μήνες αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί που κρατούνταν στις φυλακές της Αδριανούπολης επειδή είχαν περάσει κατά λάθος λίγα μέτρα μέσα σε τουρκικό έδαφος. Για...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο