Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Παπαδιαμάντης, η καλλιέργεια και το κυνήγι

Το πορτραίτο του συγγραφέα-Παπαδιαμάντη δημιουργείται ανεικονικά, από τα σημάδια της παιδικής του φυσιογνωμίας, από τις παρεξηγήσεις και τα κακέκτυπα του ονόματός του, τα «διπλά» του, τα «αντ’ αυτού», τις πλαστοπροσωπίες του, ένας συγγραφέας ποτέ φωτογραφημένος, αλλά πάντα συντροφικός, σαν τον ανύπαρκτο συνοδό που κατασκευάζει από τα ράκη του ο Μπαρμπ’ Αλέξης στον «Πανταρώτα»

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ, Βωβόν ξύλον. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κατάθεση ερευνητικής ανάγνωσης, εκδόσεις Εύμαρος, σελ. 288

 

ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΣΕΝΙΟΥ

 

Μερικές φορές η αφήγηση της σχέσης μας με τα κείμενα ενσωματώνει την ίδια μας την επιθυμία για ερμηνεία, οδηγώντας μας προς την επίλυση του μυστηρίου της ανάγνωσης. Στο Βωβόν ξύλον της Πόλυς Χατζημανωλάκη καταγράφεται μία τέτοια «επιλυτική» διαδρομή στο παπαδιαμαντικό έργο, ή, προς το αλληγορικότερον, «οδοιπορία», που ξεκινά με τις αγιογραφίες της Ιεράς Μητροπόλεως Σκιάθου και καταλήγει σε ένα οδοιπορικό στο νησί του Παπαδιαμάντη.

Όταν άρχισα να γράφω για το βιβλίο, είχε ξεκινήσει ο Ιούλιος. Η θάλασσα είχε ξεβράσει στην ακτή του Πηλίου όγκους από θαλάσσια ξύλα, πελεκημένα από το αλάτι. Οι Αρχές του παραθαλάσσιου χωριού ήταν σε αμηχανία: τι χρησιμότητα μπορούσε να βρεθεί για τα ξύλα της θάλασσας; δεν είναι ούτε για φωτιά, ούτε για κατασκευή, άντε το πολύ για χειροτεχνία. Και χάρηκα γιατί το Βωβόν ξύλον, το ανεπεξέργαστο «γιαλόξυλο» του ομώνυμου διηγήματος του Παπαδιαμάντη, απολιθωμένο κομμάτι από ναυαγισμένο σκαρί που μεταφέρεται για να τοποθετηθεί «όπισθεν της πρύμνης» και δεν «μιλάει» στον κουφό και ζερβοχέρη Γώγο αλλά κρύβει μέσα του την μοίρα του θανάτου του, αναφέρεται στα κείμενα που συγκεντρώνονται σε τόπους προφορικούς, μνημονικούς, εξοχικούς, και συνήθως παράκτιους. Συχνά, όμως, το «έξω από την βιβλιοθήκη» (όπου είναι εξορισμένος ο «μη ειδικός») είναι πυκνότερο και τολμηρότερο, γιατί ενσωματώνει μεγάλη ιστορία «εξοριών» από τους επίσημους χώρους ανάγνωσης (από μία, σημαδιακή, άλλωστε ξεκινά το βιβλίο: την εξορία της Βιρτζίνια Γουλφ). Χωρίς wifi, το σπίτι του Παπαδιαμάντη δεν ήταν πάντως ακοινώνητο, αλλά διέθετε το ιδανικό βορεινό παράθυρό του.

Στο επιλογικό μέρος η συγγραφέας συμπυκνώνει ολόκληρο το βιβλίο περιληπτικά: «Εδώ, μία διαδρομή από την μνήμη και την μνημοτεχνική στις ιδιότητες του προφορικού λόγου, στην νοηματοδότηση της παθολογίας του, το χτύπημα, η αφωνία ως αποδυνάμωση, οι πολύλογες γυναίκες, οι στρίγγλες και η αγριότητα. Τα όρια της εφηβείας, της άγρας και της καλλιέργειας, οι κήποι στην περίπτωση της Φόνισσας, και πάει λέγοντας» (σελ. 233).

Με άλλα λόγια, το βιβλίο της Χατζημανωλάκη, που φιλοξενεί αναγνωστικές μικροαφηγήσεις με τίτλους περιληπτικούς, όπως αυτοί των περιπετειωδών διαφωτιστικών αφηγημάτων με θεωρητικές και ηθικές πλευρές, που μπορούν να αποκτήσουν ακόμη και παιδαγωγικές διαστάσεις, μας θυμίζει τι είναι η ανάγνωση: μια πολύ ευφρόσυνη κατάσταση ελευθερίας και δυνατότητας υπέρβασης των στεγανών της κριτικής, μια δημιουργία προσωπικής αφήγησης, συμμετοχικής, εξομολογητικής, ευφραδούς, και ευφορικής, που ποτέ δεν γίνεται στο ίδιο γραφείο.

Κεντρικό αναγνωστικό όχημα του βιβλίου είναι η μνήμη ως διαδικασία διεύρυνσης του αφηγηματικού υλικού, οι μνημονικές διεργασίες ως ελεγκτικές της αξίας των κειμένων που διαβάσαμε, αλλά και του πολιτισμικού υλικού για την διάδοση και την συντήρηση του οποίου είμαστε υπόλογοι. Οι μνήμονες άνθρωποι, και αλληγορικά οι πνευματικοί δημιουργοί, είναι οι ίδιοι μνημεία, φορείς κειμένων, κάποιοι από αυτούς πρόσωπα τόσο ελκυστικά που γίνονται τραγικά, καθώς αναλαμβάνουν την επαναστατική σύνθεση στο μυαλό τους κειμένων που δεν γράφτηκαν ποτέ. Συχνά διαβιούμε δια την κειμενικής μνήμης τους, εκτιμώντας τον συνδυασμό σοφίας και ηλικίας: την δυνατότητα του νοός να συγκρατεί να αποθησαυρίζει, να δημιουργεί κειμενικά «λόγια»: μνημονευόμενο και μνημονικό λόγο ως σπόρο που θα βλαστήσει.

Αναζητώντας τους τρόπους με τους οποίους «αντιστοιχίζεται το ανοίκειο στο οικείο», η Χατζημανωλάκη ανιχνεύει τις ακένωτες πλευρές της μνήμης, εντοπίζοντας τους imagine agents, τα συμβολικά αντικείμενα/σταθεροποιητές λόγου που ανακαλούν λέξεις ή προτάσεις. Έτσι σταδιακά δημιουργείται, εκτός από τις επιμέρους σημασίες, το πορτραίτο του συγγραφέα-Παπαδιαμάντη ανεικονικά, από τα σημάδια της παιδικής του φυσιογνωμίας, από τις παρεξηγήσεις και τα κακέκτυπα του ονόματός του, τα «διπλά» του, τα «αντ’ αυτού», τις πλαστοπροσωπίες του, ένας συγγραφέας ποτέ φωτογραφημένος, αλλά πάντα συντροφικός, σαν τον ανύπαρκτο συνοδό που κατασκευάζει από τα ράκη του ο Μπαρμπ’ Αλέξης στον «Πανταρώτα».

Η ιστορία ως μνήμη και ανθρώπινη δράση οικοδομεί έτσι το σύμπαν που αντιπαρατίθεται στον θάνατο. Το προσωπικό σύμπαν του Φτωχού Αγίου ως κίνητρο ζωής, ζωοποιός δύναμη, ηθική άσκηση, άθλος αξιοπιστίας είναι η ίδια η αφήγηση της ιστορίας ως μαρτυρίας της βλάβης και νίκης επί του θανάτου. Σε πείσμα του επίσημου αρχείου, η συντήρηση των κειμένων εναπόκειται στην προφορική μνήμη, με τις παραφθορές και τα τραύματα. Η μνημονική απόδοση των κειμένων, ιερών, πυκνών, θεϊκών, πάντα διαφορετική από την αβαρή, αβαθή, προφορική ομιλία, τα περισώζει και τα συντηρεί. Μέσα από αφηγήσεις αναγνώσεων των ιστοριών του Παπαδιαμάντη εν τέλει είναι πάντα η γραφή που αποδίδει την σημαίνουσα φωνή, την προφορική ανάμνηση των αρχαϊκών γραφών.

Έτσι δημιουργείται ένα νοητό κομπολόγι (ή περιδέραιο) για την γραφή, την μνήμη και την ανάγνωση: ιερές γραφές - ανάγνωσή τους από τους ανθρώπους - μνήμη - φωνή - γραφή του Παπαδιαμάντη - ανάγνωσή της από την συγγραφέα - βιωμένη μνήμη - φωνή - γραφή του βιβλίου της - δική μας ανάγνωσή του - βιώματά μας - κριτικό μας κείμενο - κοκ. Αυτό το δυνάμει μακρύ περιδέραιο που ακολουθεί το τρίπτυχο μοτίβο «γραφή - ανάγνωση - μνήμη», μπορεί να αντιστοιχεί και στην ελικοειδή μεταξωτή ανεμόσκαλα του «Καμινιού», αν συμβολικά είναι ένα δροσερό «καμίνι» η περίπλοκη σχέση μας με τα πολύφερνα κείμενα.

Η πολυκειμενική και πολυβιωματική κειμενικότητα του Παπαδιαμάντη, που εξακολουθεί να φτάνει μέχρις εμάς, είναι πολύ διαφορετική από την προφορική «ροή» των ειδήσεων, των κουτσομπολιών, της γκρίνιας, του νερού, του ρυακιού που τρέχει και χάνεται ξεδιψώντας μας για λίγο όπως οι ειδήσεις του διαδικτύου, τα posts ή τα tweets. Σε αντιπαράθεση με την συντήρηση των πρωτείων στην χρονική γραμμικότητα, ο Παπαδιαμάντης και η ανάγνωσή του μας θυμίζει ότι η ζωή μας είναι γεμάτη σπειροειδείς ελιγμούς και καμπυλώσεις, ρευστά όρια, παρυφές, τόπους συντριμμένου φυσικού τοπίου, ακατάληπτους ήχους, παραπλανήσεις και σκιές: τέτοιες σημασίες δίνονται στο κοχύλι ως αντηχείο και πέρασμα στον άλλο κόσμο, τον Κόλπο της Παναγίας ως αυτί, τόπο θανάτου και ζωής στο «Καμίνι» και στο «Μυρολόγι της Φώκιας».

Αντιστοίχως, η γλώσσα των βωβών και Μογγιλάλων, οι μη-ανθρώπινες γλώσσες που ο συγγραφέας επιμένει να μεταφράζει ή να μεταγράφει -μια σοβαρή εργασία για την λογοτεχνική γραφή - καταγράφει τον ήχο των φαντασμάτων, το κρότισμα των κρουσμάτων, την άφωνη φωνή. Τα δε όργανα της ομιλίας και της ακοής, αυτί, χοάνες, βάραθρα της κολάσεως, παρουσιάζονται ως συμπυκνώσεις και μεταφορές του λόγου: λόγου μέγιστης δύναμης τεχνικής και ζωής όταν εκφέρεται, λόγου αποδυνάμωσης ή και θανάτου όταν εμποδίζεται. Το δε περισκόπιο ως όραση και αναπαράσταση, αντανάκλαση ή αντιζηλία, ο πόθος για ολική αποτύπωση και η συμπύκνωσή του στις μινιατούρες τού πραγματικού διαμορφώνουν νέες αφορμές αυτοαναφορικότητας και μεταφορικής απόδοσης του παπαδιαμαντικού πραγματικού.

Έτσι αποδεικνύεται ότι το Βωβόν ξύλον αποτελεί ένα βιβλίο για τα παπαδιαμαντικά αυτοαναφορικά σχήματα και τις πλευρές της ποιητικής του. Κεντρικές ιδιότητες της μούσας του Παπαδιαμάντη η νοσταλγία και η ευγλωττία. Η τέχνη της ομιλίας παρασύρει και η διακοπή της παγιδεύει και καταστρέφει. Πάνω σε αλλεπάλληλες φαινομενικές αντιθέσεις -καλό /κακό, προφορικότητα /γραφή, λόγια /σιγή, αυτί/ μάτι, θάνατος /ζωή, ψέμα /αλήθεια- καταστρώνεται λοιπόν η σχέση θανάτου και γραφής: μια σχέση που σε καμία περίπτωση δεν είναι αντιθετική. Έτσι η αλαλία βρίσκεται μέσα μας, σαν ένας Δράκος που πρέπει να σκοτώσουμε, ώστε να νικήσουμε το τραύμα του τραυλίσματος και την αφωνία του «χτυπήματος». Εκτός από τις πηγές του νερού, ο Δράκος αυτός ελέγχει και τις πηγές του λόγου, και του νοήματος.

Ακολουθώντας με τον ίδιο ρυθμό, όπως και η Φραγκογιαννού, σημάδια του τοπίου της μνήμης, παρακολουθούμε την ατελή διαδικασία «διάβασής» της από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, παρόμοια πολύ με την διαδικασία ερμηνείας της Χατζημανωλάκη, που διανοίγει μονοπάτια ανάγνωσης προς διάβαση του κάθε διακινδυνεύοντος αναγνώστη. Όπως η Φραγκογιαννού συντηρεί τις εκκρεμότητές της ως προς το φύλο και την φύση της, παρακολουθούμε κι εμείς την πορεία της συγγραφέα του Βωβόν Ξύλον στον άγριο, περιφερειακό κόσμο του Παπαδιαμάντη. Όπως η Φραγκογιαννού έτσι και ο σκιαθίτης άγιος περνά από τους κήπους, τους τόπους καλλιέργειας και τις κρυψώνες πολιτισμού. Αλλά όπως κι εκείνη, δεν γίνεται κηπουρός, ανθοκόμος, μάνα που φροντίζει τέκνα: δεν επιδίδεται στην «καλλιέργεια», την επίπονη γραφή, τον πολιτισμό, αλλά, κατέχοντας τα μυστικά της κηπουρικής, ρίχνεται στο κυνήγι και στην άγρια αιώρηση (ταραντισμό) του «μεταξύ». Μεταξύ θεϊκού και κοινωνικού, ανθρώπινου και ζωϊκού, η γραφή του Παπαδιαμάντη συντηρεί τον κίνδυνο του κυνηγιού, με την ανασημασιοδότηση των σημασιών και τις τολμηρές αντιστοιχίες που αποδίδουν την αγριότητα της φαντασίας.

Ο έρωτας, η αγάπη για τα είδωλα ως χαρακτηρολογικές κατασκευές και αναπαραστάσεις του εαυτού, η επιμονή και στα lapsi calami ως τις κρυφές σημασίες που αποκτούν απόντα σημαίνοντα, ο συλλογικός μύθος, το ασυνείδητο, το μνημονικό, το αμνημόνευτο, κρατούν γερά την άγκυρα του καϊκιού του Παπαδιαμάντη. Πρόκειται για την ίδια άγρα από όπου αντλεί την γραφή του τουλάχιστον και ο Εμπειρίκος, το ψυχικό υλικό με γλωσσική μορφή, η πολίχνη και οι αγυιόπαιδες, άλλωστε μέγιστο μέρος της λογοτεχνικής μας υποσυνείδητης καθαρεύουσας.

Ακολουθώντας ανάποδα τον μακρινό συρμό των παραδόσεων προς την πηγή τους, η Χατζημανωλάκη φωτίζει την σημασία των «σημάτων», τακτική που μπορεί να εφαρμοστεί σε αντίστοιχη περίπτωση άλλων κειμενικών δειγμάτων, χωρίς να χρειάζεται να μιλάμε καν για παράδοση κειμένων, πρωτόγονο, αρχέγονο κλπ. Το βιβλίο της, συνδυάζοντας τις αναγνώσεις της και ανιχνεύοντας κοινές γραμμές των θεμάτων σε κείμενα διαφορετικά, μακρινά ή κοντινά, συγκεντρώνει «συμβάντα» που θα συνθέσουν μία νέα ιστορία παπαδιαμαντικών αναγνώσεων.

Το οδοιπορικό στην Σκιάθο του Παραρτήματος του βιβλίου μού θύμισε ένα ταξίδι που είχαμε πραγματοποιήσει τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ, μαζί με την καθηγήτριά μας Γεωργία Φαρίνου - Μαλαματάρη, στην Σκιάθο στο τέλος της δεκαετίας του '80. Η λαμπρή αναγνώστρια του Παπαδιαμάντη Φαρίνου-Μαλαματάρη μας οδηγούσε στα μέρη του συγγραφέα, και πίσω εμείς την ακολουθούσαμε συνοδοί. Έκτοτε δεν μπορώ να διαβάσω Παπαδιαμάντη χωρίς να δω όλους τους τόπους που είδαμε, με τους ιδιότυπους φωτισμούς τους και τους ερμηνευτικούς μας λόγους. Με ενθουσιασμό διάβασα του Οδοιπορικό της Χατζημανωλάκη: ένα χρονικό που πολύ θα θέλαμε αλλά δεν είχε καταγραφεί, από ό,τι ξέρω, από κανένα μας.

 

* Η Ελισάβετ Αρσενίου διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Τα προσφυγόπουλα

Ήταν απεχθείς οι φωνές που ξεσηκώθηκαν προσπαθώντας να αποκλείσουν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία. Φωνές ακροδεξιές, μεταμφιεσμένες σε “ανησυχούντες γονείς” και σε “τοπικούς φορείς”, ακόμα και σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο