Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στη ρωγμή του στίχου

ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ ΚΟΡΝΕΤΗ

 

ΒΑΛΙΑ ΓΚΕΝΤΣΟΥ, Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 78

 

Δρόμοι, παράδρομοι, σταυροδρόμια, μονοπάτια και λεωφόροι περιελίσσονται σε στροφές ή ξεδιπλώνονται σε ευθύγραμμες πορείες, συναντιούνται ή χάνονται, πατημένοι ή απάτητοι, προορισμοί πολυταξιδεμένοι ή αταξίδευτοι ν’ αφήνουν τα επίμονα φιδίσια ίχνη τους σαν βαθουλώματα και χαρακιές στην ανελέητη ροή των ημερών και των χρόνων. Ένα ταξίδι ή ένας προορισμός ίσως να μην είναι το ζητούμενο της υπαρξιακής περιπλάνησης ή και περιδίνησης, αλλά αυτό που αναβοσβήνει σαν πινακίδα νέον στο τέλος της διαδρομής εκεί όπου όπως μας πληροφορεί ο τίτλος του πρώτου ποιητικού βιβλίου της Βάλιας Γκέντσου, εκεί στο τέλος, ο δρόμος ανοίγει. Δεν θα μπορούσα να βρω τίποτα πιο ταιριαστό σε αυτό το κομβικό σημείο της συλλογής παρά έναν χαρακτηριστικό στίχο του μεγάλου Ισπανού ποιητή Αντόνιο Ματσάδο που πίστευε πως οι δρόμοι ανοίγουν «χτύπο τoν χτύπο/ στίχο τον στίχο» όπως έγραψε στο ποίημά του Cantares.

Μια παραστατική δράση της ποιητικής γλώσσας στη συλλογή της Βάλιας Γκέντσου φέρει αλήθειες και εγείρει συναισθήματα. Ο στίχος ζει, μεγαλώνει και αναπλάθεται στη ρωγμή του, όπως ο έρωτας της ζωής ζει στη ρωγμή του στίχου. Κάθε χαραμάδα κρύβει μια ελπίδα, η ρωγμή του στίχου κρύβει μια ανάσα ζωής. Ο ποιητής εισχωρεί στη ρωγμή κι ανασαίνει. Στη δική σου / συμπαγή ενότητα διακρίνεται η ρωγμή/ όπου μέσα της βρίσκει κενό και τρυπώνει/ το δικό μου γέλιο…/ Πώς θα μπορούσε άλλωστε, διαφορετικά να εισχωρήσει; /

Το αντικαθρέφτισμα στον Χώρο, στον Χρόνο στη Στιγμή είναι γεγονός. Η λυρική δραματική απεραντοσύνη του δίπολου έρωτα – θανάτου ξετυλίγεται με όλες τις δυνατές φωτοσκιάσεις, με όλο το κυριολεκτικό και μεταφορικό φορτίο που μπορεί να τροφοδοτήσει μια δυνατή ψυχή, ένα τολμηρό πνεύμα, το εύρωστο πάθος και η γενναιοδωρία της καρδιάς.

Οι στίχοι στάζουν φειδωλά μετά την επεξεργασία σαν ώριμο απόσταγμα. Μια σταγόνα πολύτιμου αρώματος με ισορροπημένες λέξεις και πυκνό νόημα. Μια πυκνωμένη γραφή σαν ποίηση ή μια ποίηση σαν πύκνωση σε μια προσπάθεια η γράφουσα να βρει και να μαζέψει όλες τις «χαμένες» λέξεις που θα συγκροτήσουν ένα νέο σύμπαν πιο συμπαγές, ίσως λιγότερο εύθραυστο, τον μικρόκοσμο μιας νέας ζωής που συλλαμβάνεται και συναρμολογείται μέσω αμέτρητων snap shots κάτω από το χαρακτηριστικό κλικ του κλείστρου του φωτογραφικού φακού.

Η Αλίκη νυχτοπερπατά / στον κήπο των θαυμάτων. Φοβάται μην ανοίξει λάθος πόρτα/ και διαχυθεί στο «προσπίπτον» φως. /

Και ο μονόχειρ φωτογράφος/ να υπογραμμίζει σε κάθε της βήμα/ τις άρρητες δυνάμεις/ μιας Τέχνης περίκλειστης. /

Οι ανακλήσεις της μνήμης και οι επαναφορές είναι οι «ωραίες κοιμωμένες», αλλά και οι Mesdames de compagnie που ακολουθούν την ποιήτρια με το φουρφούρισμα των κρινολίνων τους σαν κυρίες των τιμών που είναι, σε μια έξοχη μεταφορά που η ίδια επέλεξε. Έπειτα σειρά έχουν μια σειρά δραματικών λεκτικών επινοήσεων που διακρίνονται για το παιχνίδι της εναλλαγής ανάμεσα στους έρωτες και τις απώλειες, ανάμεσα στον πόνο και στην αγάπη, ανάμεσα στην αδράνεια και την έκρηξη, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό σαν το δίλημμα του αγγέλου του Βιμ Βέντερς στα «φτερά του έρωτα», της επιλογής δηλαδή ανάμεσα στην θνητότητα του ερωτευμένου και την αθανασία του ανέραστου και την τελική επιλογή να γίνει έκπτωτος για να παραμείνει ερωτευμένος. Σαν εξιλέωση ο κύκλος μπαίνει σε κάθε τέλος στην τροχιά του, η αγάπη υπερβαίνει τον πόνο, ο χρόνος γεννά ένα όνειρο κι αυτό με τη σειρά του μια αναγέννηση. Στο ποίημα με τον τίτλο «Ελεγείες του Ντουϊνο» αναφορά έμμεσα στον Ρίλκε και άμεσα στο προαναφερθέν έργο του Βέντερς, γράφει η Γκέντσου: Κουρνιάζω στη συν-αίσθηση/ πως τίποτα δεν τελειώνει/ και όλα είναι εδώ/

Ένα καταφύγιο ημερών, αλλά και ήμερων συναισθημάτων, ίσως και ανήμερων ερώτων, βασανιστικών και α-τελεύτητων, πένθιμων και έγχρωμων, λυπημένων και μοναχικών, ασώματων κι ενσώματων σχέσεων ζωής, με την πλατωνική υπόσταση και ουσία, «περιδιαβάζει» με την ποιητική της κατάθεση η Βάλια Γκέντσου. Είναι τόσο ελάχιστοι οι αληθινά ερωτευμένοι/ που χωρούν παντού/ ακόμα και σε κουκούλι μεταξοσκώληκα/

Με ποιητική διάθεση άλλοτε διθυραμβική, άλλοτε ηττημένη, άλλοτε φτερωτά μεταφυσική κι άλλοτε προσγειωμένη η ποιήτρια επιδίδεται επάξια σε μια προσεκτική συρραφή αναμνήσεων, σκέψεων, στοχασμών σε έντεχνη σκηνοθεσία με μια προσεκτική σειρά επιτυχημένων διακειμενικών αναφορών και ξενόγλωσσων στοιχείων, που μαρτυρούν την ευρυμάθεια και τις αναγνωστικές της επιλογές. Στον ανήσυχο καμβά της ζωής η ποιητική της φωνή κεντά σε σφιχτή σταυροβελονιά με στίχους καλοδουλεμένους και δραστικούς σκέψεις μύχιες, αποκαλύψεις, εξομολογήσεις, αποτιμήσεις, διαπιστώσεις κι ερωτήματα όπως μια όμορφη «στιγμή» που απομόνωσα: «Ώρες - ώρες αναρωτιέμαι, να ερωτεύονται τάχα τα λουλούδια;»

Ο υφέρπων απόλυτα συγκρατημένος λυρισμός σε κάθε ποίημα κλείνει με μια κατακλείδα σαν επιφώνημα και σαν χαριστική βολή ταυτόχρονα, όχι στο ποίημα, αλλά στην περασμένη του ζωή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γκέντσου με τη φιλολογική ιδιότητα που κατέχει, όπως και αυτήν της επιμελήτριας επιμελήθηκε άριστα τα ποιήματά της, έχοντας πλήρη γνώση της βαρύτητας των λέξεων και της σωστής δοσολογίας και σειράς. Έτσι δημιούργησε μικρά ποιητικά μωσαϊκά με λέξεις ψηφίδες που κουμπώνουν ρυθμικά μεταξύ τους.

Μ’ ένα σκαρπέλο στο χέρι δουλεύει ο ποιητής και το άγαλμα που σμιλεύει είναι ο εαυτός του. Η ελπίδα δεν παύει ν’ αναβοσβήνει σαν λάμψη, να ηχεί σαν κρότος στο βάθος πίσω από τη ρωγμή του στίχου, μετά το τέλος του δρόμου. Είναι η ζωή της πυκνότερης μνήμης. Μια πραγματικότητα ρέει και συχνά την ξεπερνά. Μια πραγματικότητα που σμιλεύεται και περπατείται. Εκεί στη ρωγμή του στίχου ο δρόμος ανοίγει περπατώντας.

 

* Η Έλσα Κορνέτη είναι ποιήτρια

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέρα γιορτής

Έπειτα από σχεδόν έξι μήνες αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί που κρατούνταν στις φυλακές της Αδριανούπολης επειδή είχαν περάσει κατά λάθος λίγα μέτρα μέσα σε τουρκικό έδαφος. Για...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο