Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Διαβαίνοντας την ιστορία της Ευρώπης

Για όσα είδες, και δεν είπες: Σκέψεις με αφορμή την οικογενειακή βιογραφία του Μαρκ Μαζάουερ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

MARK MAZOWER, Όσα δεν είπες. Ένα ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα. Φόρος τιμής, μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 440

 

Το 1902 ο συντηρητικός Βρετανός βουλευτής William Evans Gordon πέρασε δυο μήνες στην ανατολική Ευρώπη διερευνώντας από πρώτο χέρι τις συνθήκες διαβίωσης των εβραϊκών πληθυσμών στην Ρωσική Ζώνη Εγκατάστασης. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύθηκαν τον επόμενο χρόνο σε ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο The Alien Immigrant. Ανάμεσα στις πόλεις που επισκέφθηκε ο Gordon ξεχωρίζει η Βίλνα, η «αρχαία πρωτεύουσα της Λιθουανίας» - το σημερινό Βίλνιους. Τα στενά σοκάκια, η «μίζερη» και «νοσηρή» ατμόσφαιρα του εβραϊκού γκέτο πόλης έφερνε στο νου του περιηγητή τις φτωχογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, στις οποίες έβρισκαν καταφύγιο εβραϊκές οικογένειες. Το Λονδίνο ήταν ένας μόνο σταθμός της «μεγάλης αναχώρησης» πληθυσμών από την ανατολική Ευρώπη προς την Δύση στην στροφή του αιώνα.1

Στην Βίλνα των αρχών του εικοστού αιώνα συναντάμε τον νεαρό σοσιαλιστή, και μέλος της εβραϊκής διεθνιστικής οργάνωσης Μπούντ, Μαξ Μαζάουερ. Αναζητώντας τα ίχνη του παππού του, η αφήγηση του Μαρκ Μαζάουερ μεταφέρει τον αναγνώστη στο πολυεθνοτικό κόσμο της Βίλνα, μια ακόμη πόλη των φαντασμάτων στην περιφέρεια των μεγάλων αυτοκρατοριών της ανατολικής Ευρώπης. Ο συγγραφέας δείχνει πώς το αστικό περιβάλλον της πόλης μεταμόρφωσε τον Μαξ σε έναν ενεργό σοσιαλδημοκράτη διανοούμενο και πολιτικό ακτιβιστή. Η συμμετοχή όμως στην Μπούντ είχε κόστος. Ήδη από την περίοδο της επίσκεψης του Gordon στην περιοχή, ο νεαρός Μαξ, μαζί με πολλούς συντρόφους του, ζούσε σε καθεστώς ημιπαρανομίας. Οι διωγμοί εντάθηκαν ύστερα από την επανάσταση του 1905 και τελικά, δυο χρόνια αργότερα, ο Μαξ θα επέλεγε να μετεγκατασταθεί στην Βρετανία.

Αν και το Λονδίνο δεν ήταν η πρώτη επιλογή ακτιβιστών από την Ρωσία, Βρετανοί ριζοσπάστες και Ευρωπαίοι εμιγκρέδες είχαν δημιουργήσει σημαντικά δίκτυα υποστήριξης. Αυτή ήταν η θετική όψη του Λονδίνου, και της Βρετανίας, ως τόπος φιλοξενίας Ευρωπαίων ριζοσπαστών και μαχητών της ελευθερίας ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Η άλλη όψη ήταν αυτή που εκπροσωπούσε ο πολιτικός συντηρητισμός Gordon (το The Alien Immigrant ήταν κατά βάση ένα αντί-μεταναστευτικό μανιφέστο). Με στόμφο που θα ζήλευε κάθε σημερινός Brexiteer, ο Gordon τόνιζε ότι οι Βρετανοί δεν είχαν κανένα λόγο να αναμειχθούν στα εθνικά ζητήματα της ανατολικής Ευρώπης προσφέροντας καταφύγιο σε μετανάστες. Αντιμετώπιζαν τα δικά τους κοινωνικά προβλήματα. Δεν είχαν την πολυτέλεια να ασχοληθούν με τα προβλήματα άλλων.2 Ο Gordon φοβόταν επίσης την απήχηση εισαγόμενων ριζοσπαστικών ιδεών από την ηπειρωτική Ευρώπη. Καταδίκαζε την υπονομευτική δράση των Εβραίων σοσιαλιστών της Μπούντ. Ο διεθνισμός τους, υποστήριζε ο Gordon, ερχόταν σε αντίθεση με την πνευματικότητα του ιουδαϊσμού, υπονόμευε την πολιτική σταθερότητα, και τους καθιστούσε φερέφωνα ξένων δημαγωγών.

Στο Λονδίνο ο Μαξ εγκαταστάθηκε στα βόρεια της πόλης, σε απόσταση από τις φτωχογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου. Δεν ήταν ούτε «πρόσφυγας», ούτε «μειονότητα», ούτε «μετανάστης». Είχε το προνόμιο να βρίσκεται σε θέση να επιλέξει τον τόπο διαμονής του. Η συνοικία του Χαϊγκέιτ στο βόρειο Λονδίνο ήταν γνωστή για την φιλοξενία Ευρωπαίων εμιγκρέδων και διανοούμενων της εποχής. Η Ρωσία όμως δεν έμεινε μακρινή ανάμνηση. Αν και άφησε πίσω του το ριζοσπαστικό του παρελθόν, ο Μαξ εξακολούθησε να ταξιδεύει στην περιοχή καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του Μεγάλου Πολέμου και της οκτωβριανής επανάστασης ως εμπορικός αντιπρόσωπος. Εκεί γνώρισε και την μετέπειτα σύζυγό του, την Φρούμα, χήρα στρατιωτικού, η οποία τελικά μετανάστευσε στο Λονδίνο το 1924 όντας έγκυος στον πατέρα του συγγραφέα.

Μια δεκαετία αργότερα, στα μέσα του 1930, ο Μαξ, η Φρούμα και ο νεαρός Μπιλ αποκτούν την Βρετανική υπηκοότητα. Την ίδια περίοδο το σπίτι των Μαζάουερ παρέχει στέγη σε διωκόμενους εμιγκρέδες από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Η εβραϊκότητα της οικογένειας είχε κοσμικές διαστάσεις - μετουσιωνόταν σε ένα γενικό «αίσθημα αλληλεγγύης» απέναντι στους διωκόμενους (325). Σε αυτό το περιβάλλον, και στην σκιά των πολιτικών και επαγγελματικών δεσμεύσεων του πατέρα του, μεγαλώνει ο νεαρός Μπιλ, κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Με άξονα την ζωή του Μαξ και του Μπιλ το βιβλίο σκιαγραφεί τον μικρόκοσμο μιας ευρύτερης οικογένειας που κινείται στον άξονα Αγγλίας - Γαλλίας - Ρωσίας - Ισπανίας.

Τι ακριβώς σηματοδοτεί το Λονδίνο για ανθρώπους με περίπλοκες εθνικές αναφορές όπως ο Μαξ και η Φρούμα; Εδώ εντοπίζεται ένα ενδιαφέρον μεταφραστικό ζήτημα που αφορά την απόδοση της λέξης home ως πατρίδα. Ο αγγλικός υπότιτλος «A Russian past and a journey home» αποδίδεται στα ελληνικά ως «Ένα Ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα». Σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται ότι ο Μαξ στράφηκε στο Λονδίνο αναζητώντας μια νέα «πατρίδα», ενώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την λέξη «home», που θα μπορούσε να αποδοθεί ίσως λίγο αδόκιμα και ως «εστία» ή και «σπιτικό». Τι χάνεται στην μετάφραση όταν ο όρος «home» αποδίδεται ως «πατρίδα» (country) σε μια τόσο ρευστή περίοδο διαπραγμάτευσης εθνικών ταυτοτήτων; Ίσως το καλύτερο παράδειγμα χρήσης της λέξης «home» την εποχή εκείνη να είναι η αναφορά στην Παλαιστίνη στην εκατονταετή πλέον διακήρυξη του Λόρδου Μπάλφουρ ως «national home for the Jewish people». Πώς συμφιλιώνεται η ανατολικοευρωπαϊκή εβραϊκή ταυτότητα με την Βρετανική υπηκοότητα; Γίνεται για τον Μαξ και την Φρούμα η Βρετανία «πατρίδα» με τον ίδιο τρόπο που θα γίνει για τον υιό τους, και πατέρα του συγγραφέα, Μπιλ, ο οποίος επιλέγει να «ριζώσει κοντά στον τόπο όπου γεννήθηκε» (402) στο βόρειο Λονδίνο;

Ο Μαζάουερ συνθέτει την οικογενειακή του ιστορία στον καμβά των μετατοπίσεων και ανακατατάξεων της Ευρωπαϊκής ιστορίας του εικοστού αιώνα. Το βιβλίο συντονίζεται σε σημεία με την απόπειρα του Phillip Sands στο (δυστυχώς ακόμη αμετάφραστο) East-West Street να συνδέσει την ιστορία της δικής του οικογένειας με τα ιδεολογικά θεμέλια της έννοιας της «γενοκτονίας» και των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας», με άξονα μια πόλη νοτιότερα της Βίλνα, το Λβιβ.3 Το Όσα Δεν Είπες όμως ξεχωρίζει και για τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει το οπτικό υλικό στην αφήγηση. Ο συγγραφέας δεν διέρχεται απλά ένα οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ για να εισάγει το κοινό στους πρωταγωνιστές του έργου. Ούτε χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες για να καταγράψει συμβάντα κατά την προσφιλή συνήθεια των ιστορικών. Αντιθέτως, επιχειρεί να «διαβάσει» το οπτικό υλικό στην διάθεσή του και κάνει της φωτογραφίες να «μιλήσουν» για την περίοδο και τους πρωταγωνιστές τους. Η απόπειρα αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη οπτική στροφή στον χώρο των ιστορικών σπουδών: τα τελευταία χρόνια κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους ιστορικούς η συστηματική χρήση των φωτογραφιών, και άλλων οπτικών τεκμηρίων, ως αυτόνομες ιστορικές πηγές.

Το βιβλίο, τέλος, περιέχει αυτοβιογραφικά θραύσματα. Μαθαίνουμε για το βόρειο Λονδίνο των κοινωνικών εντάσεων την εποχή της Θάτσερ· ακολουθούμε τον συγγραφέα στην Οξφόρδη, στα χνάρια του πατέρα του· παρακολουθούμε την εξέλιξη των σπουδών του στο κολέγιο St Anthony’s την χρυσή εποχή των area studies υπό την καθοδήγηση του νεοελληνιστή ανθρωπολόγου John Campbell. Πρόκειται για ψηφίδες μιας ιστορίας που εν μέρει αφορά και την εξέλιξη των νεοελληνικών σπουδών στην Βρετανία, δεδομένου του κεντρικού ρόλου του συγγραφέα στο πεδίο. Με αφορμή λοιπόν την οικογενειακή του ιστορία, μπορούμε πιο εύκολα να αντιληφθούμε τόσο τα πρώιμα ερεθίσματα του Μαζάουερ, όσο και να κατανοήσουμε βασικά θέματα που διατρέχουν το έργο του: το ενδιαφέρον για την μετάβαση από τις πολυεθνοτικές αυτοκρατορίες στα έθνη-κράτη, για την ιστορία διαφορετικών μορφών σοσιαλιστικού και φιλελεύθερου διεθνισμού την εποχή των εθνικών κρατών, για τις συνθήκες ανάδυσης του ολοκληρωτισμού στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Ανασυνθέτοντας με ιδιαίτερη φροντίδα όσα ο πατέρας του δεν είπε, ο Μαζάουερ μεταφέρει στον αναγνώστη αισθήματα νοσταλγίας, ελπίδας και αισιοδοξίας. Οι εικόνες του φωτίζουν λησμονημένες όψεις παρελθόντος της σκοτεινής μας ηπείρου.

 

Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ ιστορίας και διδάσκων Βρετανικής και Ευρωπαϊκής ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

1 Βλ. Tara Zahra, The Great Departure: Mass Migration from Eastern Europe and the Making of the Free World (Νέα Υόρκη, 2016).

2 William Evans Gordon, The Alien Immigrant (Λονδίνο, 1903), 38.

3 Philippe Sands, East-West Street: On the origins of Genocide and Crimes Against Humanity (Λονδίνο, 2017).

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μεταπολίτευση: Ιστορική μνήμη και δημοκρατία

Η δικτατορία του 1967 ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του μετεμφυλιακού κράτους. Από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ένα πραξικόπημα ήταν πάντοτε υπαρκτή επιλογή στα μυαλά των σκοτεινών μηχανισμών...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο