Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια επισκόπηση της χορευτικής σκηνής στην Αθήνα

ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα έντονο ενδιαφέρον για μια σωματικότητα στις παραστατικές τέχνες, που ξεκινά από τη σκηνή και παρασύρει την πλατεία. Όχι με όρους ταύτισης, αλλά με όρους ενσυναίσθησης· που αφορά όχι στην επίκληση ενός συναισθήματος ή μία συνθήκης αλλά αντλείται από το ίδιο το σώμα των ερμηνευτών και κατευθύνεται σε αυτό το υλικό σώμα του κοινού στην πλατεία, στην εμπειρία της ίδια της κίνησης, στις κιναισθητικές, ακουστικές, σωματικές και χωρικές του αισθήσεις. Στις παραστάσεις σύγχρονου χορού η σωματική αυτή σύνδεση σκηνής και πλατείας αποτελεί μιαν a priori συνθήκη μεταξύ δημιουργών και θεατών, καθώς κανείς δεν αναζητά πρωτίστως σ’ αυτές την απόλαυση μίας αφήγησης, παρόλο που δεν αποκλείεται να τη συναντήσει.

Οι ευκαιρίες που είχε να δει κανείς χορό τη φετινή χρονιά στην Αθήνα ήταν πολλές και αυτό οφείλεται τόσο στην επαναφορά των επιχορηγήσεων από το υπουργείο Πολιτισμού, στις παραγωγές της Στέγης αλλά και στα αρκετά ανεξάρτητα Φεστιβάλ. Με αναστοχαστική διάθεση, λίγο μετά την έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου που σηματοδοτεί την καλοκαιρινή καλλιτεχνική χρονιά θα επιχειρήσουμε μία σύντομη αναφορά σε σημαντικές χορευτικές παραστάσεις. Όλες τους φέρουν σε αυτή την παρουσίαση το όνομα του χορογράφου· δεν θα μπορούσαν ωστόσο να υπάρξουν χωρίς όλους αυτούς του εξαιρετικούς χορευτές.

Υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες και με εμφατικά διαφορετική αισθητική παρουσιάστηκαν σχεδόν ταυτόχρονα οι παραστάσεις Ιον του Χρήστου Παπαδόπουλου, μία παραγωγή της Στέγης, και Masturdating της Ανδρονίκης Μαραθάκη, επιχορηγούμενη από το υπουργείο Πολιτισμού. Παρότι, ωστόσο, πραγματεύονται διαφορετικές εκδοχές της ανθρώπινης σωματικότητας εκκινούν από μία παρόμοια διερώτηση: πώς ζούμε με το σώμα μας μέσα στον κόσμο και τους άλλους και πώς μιλάμε για αυτή την ενσώματη εμπειρία επί σκηνής; Πολλά σώματα στη σκηνή αντί για ένα, ντυμένα παρόμοια να χορεύουν σε σκηνές σχεδόν άδειες επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Στην παράσταση του Παπαδόπουλου διακρίνει κανείς έναν μινιμαλισμό που δεν χαρακτηρίζεται από δωρικότητα και αντί να απελευθερώνει, συμπυκνώνει στην ελάχιστη χειρονομία, επιτρέποντας να ανιχνεύσει κανείς εκεί την ιδιαιτερότητα της προσωπικής κίνησης. Στην παράσταση της Μαραθάκη συμβαίνει κατά κάποιον τρόπο το αντίθετο. Οι ερμηνευτές δεν κάνουν οικονομία στο προσωπικό κινητικό τους λεξιλόγιο αλλά συναντιούνται στην κοινή ιδέα της ηδονής -ή τουλάχιστον της αναζήτησής της-, συγχρονίζοντας με μίαν απροσδιοριστία τις εντάσεις, τις ενέργειες και τις χωρικές τους σχέσεις.

Περισσότερο θεατρικές αν και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους οι παραστάσεις Anonymo της Τζένης Αργυρίου και They της Μαριάννας Καββαλιεράτου δεν υποτίμησαν τη λειτουργία των σκηνικών μέσων. Φωτισμός, κουστούμια, μουσική, κλήθηκαν να δημιουργήσουν χώρους πάνω στη σκηνή, να φτιάξουν πλαίσια εικόνων, να κατασκευάσουν σχήματα, αντλώντας από τη σφαίρα της οικείας εμπειρίας. Τα θέματα τους διαφέρουν. Το Anonymo, στην κεντρική σκηνή της Στέγης, αναζητά τις μορφές επικοινωνίας, τις επιλογές και την εμπειρία της, αντιπαραθέτοντας στον ψηφιακό, α-σώματο και μοναχικό κόσμο τον υλικό και διαμοιρασμένο κόσμο των αισθήσεων. Ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε η μυρωδιά βασιλικού την αίθουσα κατά τα τελευταία λεπτά της παράστασης που μας επανέφερε στο δικό μας σώμα.

Στο They της Καββαλιεράτου δύο άντρες χορευτές πραγματεύτηκαν στη σκηνή του Bios ζητήματα κοινωνικού φύλου, χρησιμοποιώντας εικόνες της καθημερινής κουλτούρας. Παιδικά παιχνίδια με αναφορά στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού, μία παιδική σιδερώστρα, μία σφουγγαρίστρα και ένα μικροσκοπικό σετ τσαγιού λειτούργησαν στα χέρια των δύο χορευτών σαν μεγεθυντικός φακός πάνω στον τετριμμένο κόσμο εκτός σκηνής, όπου μαθαίνουμε το σώμα μας μέσα από τη χρήση αντικειμένων για να γίνουμε ανάλογα "κορίτσια" ή "αγόρια".

Ζητήματα φύλου και ιστορίας απασχολούν και τη Σοφία Μαυραγάνη στην παράσταση της Speechless. Αντλώντας αποσπάσματα από τους λόγους γυναικών των προηγούμενων αιώνων, δημιούργησε μαζί με τη Μάρθα Μαυροειδή μία κειμενική, χορευτική και μουσική παρτιτούρα, χρησιμοποιώντας αναπαραστάσεις της ποπ κουλτούρας. Επιστρατεύτηκαν τεχνικές της διαφήμισης, η νοηματική του πολιτικού λόγου και αναγνωρίσιμες στάσεις, υποδεικνύοντας την επιτέλεση του κοινωνικού φύλλου και την αντίστροφη πορεία που συντελείται άλλοτε από τον συγκεκριμένο λόγο στον ασαφή και άλλοτε στην επίμονη σιωπή. Πολύ ενδιαφέρουσα στιγμή όταν διάφορες "θηλυκές" πόζες σχηματίζονταν παράλληλα από τον έναν άντρα και τις δύο γυναίκες χορεύτριες, αναδεικνύοντας ως κατασκευή την ιδέα της φυσικής θηλυκότητας. Τόσο η χρήση του ήχου, η παραγωγή του οποίου άνηκε εξ ολοκλήρου στους ερμηνευτές, όσο και το κινητικό υλικό έφτιαξαν μία πυκνή δομή με πολύ καλό ρυθμό. Μία καλλιτεχνική πρακτική που υποστηρίζει την ιδέα της μορφής της τέχνης ως κατανόηση του περιεχομένου, εν προκειμένω των τολμηρών- δεδομένων των ιστορικών συνθηκών- δημόσιων λόγων γυναικών.

Ζητήματα αναπαράστασης αλλά και ποιητικής του χορού θέτει και η Κατερίνα Ανδρέου στην παράσταση BSRD που πραγματοποιήθηκε στη Στέγη στο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων. Η Ανδρέου, που ζει και εργάζεται στο Παρίσι, παρουσίασε ένα σόλο, χορεύοντας σχεδόν ασταμάτητα για πενήντα λεπτά. Χωρίς να υποδεικνύει στο θεατή την ανάγνωση του έργου της, τον παρέσυρε στον ενεργητικό χορό της, θέτοντας συνεχώς στην πράξη ζητήματα παρουσίας και εμπειρίας.

Αυτή την πρακτική της απουσίας υποδείξεων από τη σκηνή επέλεξαν και δύο χορευτικές παραστάσεις που, αφήνοντας τις θεατρικές σκηνές, στεγάστηκαν στο χώρο δύο γκαλερί. Πρόκειται για το 17 gesture forced uttered της Ίρις Καραγιάν και το Terrain της Μαρίας Κολιοπούλου. Αν και η χορευτική τους γλώσσα, η αισθητική, η χρήση του χώρου, των αντικειμένων, των συνθηκών θέασης αλλά και η ίδια η διαδικασία της χορογραφικής έρευνας διαφέρουν και οι δύο ασχολούνται έντονα με ζητήματα πρόσληψης και ερμηνείας. Ακολουθώντας από άλλες οδούς το δρόμο της αφαίρεσης προτείνουν περισσότερο θραυσματικά σχήματα σύνδεσης με την εμπειρία παρά συγκεκριμένες αναγνώσεις της παράστασης. Παρόλο που ο χορός, η δυναμική και η πρόθεση των δύο αυτών έργων είναι εμφανώς διαφορετική, τους συνδέει η εγγύτητα με τους χορευτές, η απουσία της μετωπικής θέασης, το αποκαλυπτικό φως του χώρου και, κυρίως, η επιθυμία για πολλαπλές επιλογές θέασης.

Εν τάχει, οφείλει κανείς να σημειώσει την παρουσία ενός σημαντικού Φεστιβάλ, του Arc for dance Festival που φέτος, κλείνοντας δέκα χρόνια ζωής, πρόσφερε ένα πολύ πλούσιο πρόγραμμα παραστάσεων, σεμιναρίων και δράσεων με ελεύθερη είσοδο. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι συνομιλίες με χορογράφους, η προβολή ντοκιμαντέρ και η παρουσία νέων δημιουργών το πρώτο και το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Μαΐου. Με εξαιρετική ευαισθησία, λιτά υλικά αλλά και χιούμορ οι δύο performances του φεστιβάλ στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Πολύ ενδιαφέρουσες, τέλος, όλες οι παραστάσεις -ελληνικές και ξένες παραγωγές- στο τελευταίο τετραήμερο το ομώνυμο του φεστιβάλ.

Εν συντομία όσον αφορά τις ελληνικές παραγωγές που παρουσιάστηκαν: το εικοσάλεπτο dueto Delenta est της Μαργαρίτας Τρίκκα συνομιλεί με την προηγουμένη δουλειά της. Εξίσου εφευρετικό και χιουμοριστικό, έπαιξε με τις ισορροπίες, τις συμμετρίες, τα σημαινόμενα και τις αντιθέσεις, ανάμεσα στις οποίες και το πολύ διαφορετικό ύψος των δύο χορευτριών. Την επόμενη μέρα η παράσταση των Rootslessroot ήταν ορμητική, δυνατή, επίμονη, τρισδιάστατη από τους δύο εξαιρετικούς χορευτές. Η Λίντα Καπετανέα και οι Rootslessroot φέρουν τις επιρροές του χορευτικού τους παρελθόντος έχοντας δημιουργήσει ένα καθαρό δικό τους ιδίωμα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και οι Συναντήσεις της Ερμίρα Γκόρο. Και μόνο ο αριθμός των ερμηνευτών, ερασιτεχνών και επαγγελματιών, στη σκηνή (περισσότεροι από πενήντα) και η εικόνα του πλήθους που δημιούργησε ήταν μία αίσθηση οικεία για την καθημερινότητα και ταυτόχρονα ανοίκεια για τη σκηνή. Την τελευταία μέρα η Πατρίσια Απέργη με τους Πολήττες της επέδειξε με εικονογραφικό τρόπο μία επίκαιρη πολιτική ευαισθησία.

Αν θα μπορούσα να ανιχνεύσω στις διαφορετικές αυτές παραστάσεις έναν κοινό άξονα θα τολμούσα να μιλήσω για μία ευαισθησία στην ιδέα της συλλογικότητας. Μίας συλλογικότητας που αφορά τους τρόπους που επηρεαζόμαστε από τους άλλους, που περιοριζόμαστε από αυτούς, που συναντιόμαστε μαζί τους, που βιώνουμε μία κοινή εμπειρία. Τα σώματα αυτά στη σκηνή δεν είναι στραμμένα σε έναν ενικό εαυτό. Γίνονται πληθυντικά και αναγνωρίζουν ότι συνυπάρχουν με άλλα σώματα, προτείνοντάς μας να αποδεχθούμε και να διαπραγματευτούμε αυτή την κοινή εμπειρία ως μία απτή ενσώματη ενδεχομενική πράξη εν κινήσει και όχι ως μία στατική ξεκάθαρη νοητική επιλογή.

 

* Η Παρασκευή Τεκτονίδου είναι εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ μουσικών σπουδών στο ΕΚΠΑ

Δείτε όλα τα σχόλια