Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η sartorial πολιτική

ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΛΗ   Τι πένθησαν όσοι, σε εφημερίδες, σάιτ και προσωπικές αναρτήσεις στα social media, έγραψαν με τόσο τρυφερό τρόπο για τον θάνατο του Ευτύχιου Αλεξανδράκη, παλαιού...

ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΛΗ

 

Τι πένθησαν όσοι, σε εφημερίδες, σάιτ και προσωπικές αναρτήσεις στα social media, έγραψαν με τόσο τρυφερό τρόπο για τον θάνατο του Ευτύχιου Αλεξανδράκη, παλαιού καταστηματάρχη της οδού Ερμού ο οποίος εξεμέτρησε το ζην στα τέλη Νοεμβρίου; Αναμφίβολα πένθησαν έναν ευγενή άνθρωπο ο οποίος είχε καταστεί τα τελευταία χρόνια ένα διακριτικό και μάλλον σκηνοθετημένο από προηγούμενα δημοσιεύματα αριστοκρατικό τοπόσημο της Αθήνας∙ πένθησαν επίσης μια περασμένη εποχή εμπορικής δραστηριότητας, κατά την οποία η Ερμού ήταν δρόμος διπλής κυκλοφορίας, οι μπουτίκ του Παπαγιάννη και του Σινάνη δεν είχαν αντικατασταθεί από αλυσίδες φτηνών ρούχων ραμμένων σε υπεράκτια κάτεργα και η υφαντουργία ήταν ανθηρός κλάδος της ελληνικής οικονομίας∙ οπωσδήποτε πένθησαν, ίσως ασύνειδα, έναν στέρεο κόσμο που έχει διασαλευθεί, όταν ακόμη τα ψώνια στην Ερμού μπορούσαν να προσφέρουν διάκριση και να βεβαιώσουν κάποιου είδους οικονομική διαστρωμάτωση.

Πένθησαν όλα εκείνα τα οποία συνοψίζονται στην ασαφή αρετή της κομψότητας: έναν κώδικα μορφών και συμπεριφορών, άσκησης του πλούτου, του πολιτιστικού κεφαλαίου, του φύλου, της ισχύος, του οποίου ο Αλεξανδράκης ήταν τάχα ο τελευταίος εκπρόσωπος, έναν κώδικα που δεν υφίσταται πια, δεν είναι πια εδώ, δεν ήταν άλλωστε ποτέ εδώ, ανήκει σε μια παραδείσια, μυθική, εποχή ευταξίας και σχετικής ευμάρειας. Η κομψότητα του Ευτύχιου Αλεξανδράκη, το φροντισμένο παπιγιόν και το τουίντ κοστούμι, το μπαστούνι ανάμεσα στα πόδια και το ψαλιδισμένο μουστάκι, έγιναν αντικείμενο νοσταλγίας και πένθους ως κάτι χρονικά, πολιτισμικά και ταξικά αλλότριο που αντιδιαστέλλεται με το μυθολογημένα αποπνικτικό και ρυπαρό παρόν μας.

Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Αλεξανδράκη, στις αρχές Δεκεμβρίου, το lifestyle ένθετο της Wall Street Journal αφιέρωσε το εξώφυλλό του υπό τον τίτλο «Αιώνιο στιλ» σε μια φωτογράφηση μόδας στον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Με παλαιότερη ορολογία θα λέγαμε ότι τα ρούχα που φορούσε το γυναικείο μοντέλο στο εξώφυλλο του WSJ ήταν ανδρόγυνα: κοστούμι, μεσάτο παλτό, πλατύγυρο καπέλο (στο μυαλό έρχεται η παρενδυτική απεικόνιση του Λόρδου Βύρωνα -ο οποίος είχε εξάλλου χαράξει τα αρχικά του στα μάρμαρα του ναού- με φουστανέλα πλάι στους αρχαίους κίονες, σαν το μαγνητικό πεδίο της αρχαιότητας να προκαλεί παρεμβολές στα συστήματα του χρόνου, του φύλου, της ένδυσης).

Αντλώντας από την αίγλη των ερειπίων που διατρέχει την νεωτερικότητα, η φωτογράφηση υπονοούσε πως δύο κόσμοι, ισότιμα πρότυπα του στιλ, συναντιούνται και τροφοδοτεί ο ένας τον άλλον με κύρος, σημασίες και αιωνιότητα: από τη μία, η άχρονη, ανεπίκαιρη, με την νιτσεϊκή σημασία, αρχαιότητα, εκείνη που «δρα ενάντια στην εποχή μας, επενεργώντας στην εποχή μας» και, από την άλλη, η μόδα, εξ ορισμού επίκαιρη και εφήμερη, η οποία τείνει στην εκ νέου ανακάλυψη του κλασικού∙ είναι η ώρα, θα παραφράζαμε, τώρα σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας, για μια επιστροφή του δυτικού κανόνα στα βάθη του χρόνου. Ωστόσο, σε μια προσεκτικότερη ανάγνωση της φωτογραφίας το σημείο αναφοράς του στιλ δεν είναι η αρχαιότητα. Η γωνία της λήψης, το σέπια χρώμα του εξωφύλλου, η ίδια η επίσκεψη της διεθνούς life style δημοσιογραφίας στην Ελλάδα ανακαλούν μια πολύ οικεία αφήγηση, μια σχετικά πρόσφατη μυθολογία αισιοδοξίας, ανεμελιάς και φωτογραφικής απεικόνισης όπου το στιλ μπορούσε ακόμη να είναι μια βασική, ίσως η κατεξοχήν, πολιτική έγνοια.

Σημείο εννοιολογικής αφετηρίας της φωτογράφησης δεν είναι η αρχαιότητα καθαυτή (αν υπάρχει καθαυτή αρχαιότητα)∙ είναι η αρχαιότητα όπως την δεξιώθηκε η μεταπολεμική δυτική οικονομία του '50, του '60 και του '70. Το εξώφυλλο του lifestyle ενθέτου της WSJ είναι κατά κύριο λόγο η δήλωση πως μια εποχή ανακατασκευάζεται, πως μια εποχή πριν από τη ρήξη των δεσμών και τη συνείδηση της τρωτότητας πρέπει να ανακατασκευαστεί. Το αιώνιο στιλ είναι το στιλ της εποχής που ήμασταν ακόμη ασφαλείς και ασαφώς ευτυχισμένοι, ας πούμε τη δεκαετία του '60.

Από την άποψη αυτή, καθώς η Αμερική και η Ευρώπη κλυδωνίζονται και χάνουν την ασφάλεια και το αξιακό τους σύστημα, η επίκληση του «αιώνιου στιλ» εισάγει ορμητικά τη μόδα στο πεδίο της πολιτικής. Επαναφέρει την εικονογραφία στην απαρχή του δυτικού κανόνα και αντιπαραθέτει στα ερείπια των ανθρώπων, του δημόσιου λόγου, των θεσμών, τα κλασικά ερείπια που πιστοποιούν την υποτιθέμενη αιωνιότητα και ταυτόχρονα βεβαιώνουν για το στιλ. Το (νοσταλγικά σέπια) εξώφυλλο του WSJ, αν και λουσμένο στο φως, απεικονίζει στην ουσία έναν περίκλειστο χώρο, τόσο κλειστό όσο και το κατάστημα του Ευτύχιου Αλεξανδράκη. Έξω μαίνεται η πραγματικότητα, η βία και η κατάρρευση. Εντός, η κομψότητα κατασκευάζει ιεραρχίες και κανονικοποιεί την πολιτική.

Στα τέλη Απριλίου η επίσκεψη του ζεύγους Μακρόν στην Ουάσινγκτον έδωσε ένα ακόμη παράδειγμα της πολιτικής διάστασης αυτής της υφολογικής ανακατασκευής της κομψότητας. Σε μια φωτογραφική συνεδρία που όπως εύστοχα επισημάνθηκε θύμιζε δυστοπικό κινηματογράφο οι δύο πρόεδροι φύτεψαν ένα αχαμνό δέντρο στον κήπο του Λευκού Οίκου υπό τα βλέμματα των συζύγων τους. Η στάση των σωμάτων, τα ρούχα, η πρωτάκουστη ομόφυλη οικειότητα μεταξύ των προσώπων, οι γυναίκες είναι πιασμένες από το χέρι, οι άντρες αγγίζονται διαρκώς, ακόμη κι αν φαίνεται να υπακούει σε μια αυστηρή χορογραφία, διαθέτει λίγο από τον αέρα της απελευθερωτικής κομψότητας της Τζάκι Κένεντι και του τρόπου με τον οποίον η νεότητα και η ομορφιά έτειναν να γίνουν πολιτικά κατηγορήματα κατά τη διάρκεια της κολοβής προεδρίας του συζύγου της. Με μια κεφαλαιώδη πάντως διαφορά. Η κομψότητα της Τζάκι και της δεκαετίας του '60 ήταν ανοιχτή και συμπεριληπτική, στόχευε να μικρύνει τις αποστάσεις ανάμεσα στην πρώτη κυρία και το πλήθος στο οποίο απευθυνόταν. Εδώ αντίθετα είναι μια κομψότητα που θέλει να βεβαιώσει την απόσταση από ό,τι ξένο, μη δυτικό, μη συμμορφωμένο δεν μπορεί να παρακολουθήσει αυτή τη δύσκολη ισορροπία της μόδας.

Έτσι έχει αρχίσει να εμφανίζεται ένα καινούργιο πρότυπο sartorial πολιτικού. Σε έναν απορρυθμισμένο κόσμο, ηγέτες όπως ο Μακρόν ή ο Τρυντό, αντιπαραθέτουν στην ανασφάλεια την κομψότητα ως πολιτική αρετή. Μολονότι συχνά, η κομψότητα λογίζεται ως αντίβαρο στον τραμπικό λαϊκισμό, το παράδειγμα της επίσκεψης Μακρόν στην Ουάσινγκτον δείχνει πως οι αποστάσεις ανάμεσα στον λαϊκισμό και στη μόδα είναι ελάχιστες. Εξάλλου, το προσεγμένο ντύσιμο μπορεί να υπηρετεί έναν μισαλλόδοξο λόγο όπως στην περίπτωση του ακροδεξιού αυστριακού Σεμπάσταν Κουρτζ. Συχνά οι sartorial πολιτικοί προάγουν ένα πρόγραμμα πολύ κοντά στις πολιτικές ταυτότητας χωρίς όμως να τις εντάσσουν σε μια ευρύτερη πολιτική κατανόησης και ισονομίας∙ άλλωστε, είναι σχεδόν πάντα άντρες και η γοητεία που ασκεί στο πολιτικό σώμα η κομψότητα δεν είναι τόσο διευρυμένη ώστε να δέχεται άλλους ενδυματολογικούς κώδικες, μουσουλμανικούς αίφνης. Η μαντήλα έχει πολύ δρόμο ακόμη να διασχίσει για να γίνει μέρος κάποιου αιώνιου στιλ.

 

Ο Θεόφιλος Τραμπούλης είναι συγγραφέας και επιμελητής

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια