Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Λουκία" στο Φάληρο ή πώς να μην ανεβαίνει ο Ντονιτζέττι

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου   Αποτελεί κοινή εμπειρία η σημασία της «Λουκίας του Λάμμερμουρ» (Lucia di Lammermoor) για την καθιέρωση του πρώτου, παθητικού μπελκάντο στο ιταλικό μελόδραμα, αλλά και για...

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Αποτελεί κοινή εμπειρία η σημασία της «Λουκίας του Λάμμερμουρ» (Lucia di Lammermoor) για την καθιέρωση του πρώτου, παθητικού μπελκάντο στο ιταλικό μελόδραμα, αλλά και για την επιβίωση της φήμης του Γκαετάνο Ντονιτζέττι τον ένα αιώνα σχετικής λήθης μετά τον θάνατό του.

Ακόμη και συνεκτιμώντας την παράλληλη σποραδική αναβίωση της «Ευνοουμένης» (La Favorite), η οποία σημειωτέον ηχογραφήθηκε πρώτη (σε γαλλική εκδοχή, 1912 έναντι 1929), η «Λουτσία», όπως την αποκαλούμε και στα ελληνικά πλέον, κατέλαβε εμβληματική θέση στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα ως το λυρικό αρχέτυπο θυματοποίησης της γυναίκας προ του διλήμματος ανάμεσα σε έναν γάμο χωρίς αγάπη και σε έναν κοινωνικά μη αποδεκτό έρωτα. Έτσι, στον απόηχο της γαλλικής εκδοχής της (1839), η Lucie συνάντησε τα αδιέξοδα της Μαντάμ Μποβαρύ, ενώ η δική της διαφυγή από τα εγκόσμια μέσω της θανατηφόρας «τρέλας», που ο Ντονιτζέττι πρώτος καθιέρωσε ως υπερβατική κάθαρση για τις πάσχουσες ηρωίδες, συντρόφευσε την Άννα Καρένινα στην αυτοκτονία.

Ίσως γι’ αυτό, αν και η Μαρία Κάλλας είχε ήδη ερμηνεύσει επίσης όπερες του Μπελλίνι με τον δικό της αναβαπτιστικό τρόπο για το οικουμενικό κοινό της, ήταν τελικώς η «Λουτσία» που επελέγη, το 1953, ως η πρώτη μιας σειράς ηχογραφήσεων που έμελλαν να μεταβάλουν τη θεώρησή μας γι' αυτό το κεφάλαιο του ρεπερτορίου. Έκτοτε, ουδεμία νεότερη αναβίωση έχει τη δυνατότητα να αγνοήσει αυτό το ιστορικό φορτίο συμβολισμού και ουσίας. Αξιοποιώντας βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα και αυτοβιογραφικά βιώματα μυθιστόρημα (1819) του sir Walter Scott, en vogue την εποχή σύνθεσης της όπερας (1835), ο έμπειρος λιμπρετίστας Salvatore Cammarano εισήγαγε σημαντικές μεταβολές αριθμού και ρόλου χαρακτήρων, ενώ απλοποίησε και σχηματοποίησε τα μελοδραματικά ζητούμενα ώστε κάθε αναχωρητική παρέμβαση στη «Λουτσία» να θίγει τόσο εξώφθαλμα την αξιοπρόσεκτη δραματουργική στατικότητά της όσο και οι δραστικές περικοπές που ήταν αναγκασμένη να ανεχθεί η Κάλλας στο όνομα μιας κακής πρακτικής και του ελλείμματος εμπιστοσύνης στην αξία της πολυαγαπημένης όπερας.

Παρόμοιο έλλειμμα εμπιστοσύνης διακρίνουμε και στην Katie Mitchell, υπογράφουσα τη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τη Βασιλική Όπερα Κόβεντ Γκάρντεν. Υποβίβασε ένα δράμα γύρω από τη συντριπτική (για άνδρες και γυναίκες) σύγκρουση ενός δύσκολου έρωτα με καθήκοντα επιβίωσης στο κοινωνικό πλαίσιο αιματηρής πολιτικής διαμάχης σε φεμινιστικής φόρτισης μικροαστικό σκάνδαλο (επινοημένης) εξώγαμης κύησης και της αποκρουστικής (επί σκηνής!) αποβολής της νεαρής ηρωίδας. Η αυθαιρεσία αυτή επέτεινε τη συρρίκνωση του βιωματικού εύρους προσώπων του μελοδράματος, όπως αντί άλλων ο αδελφός της Λουτσία, που εμφανίστηκε ως μη πιστευτός αγροίκος -και μάλιστα σε άψογο βικτωριανό πλαίσιο ενδυματολογίας και σκηνογραφίας (Vicki Mortimer)-, αν και ο ίδιος ο Ντονιτζέττι του επιφυλάσσει απαράκαμπτα ελαφρυντικά αυτοσυνειδησίας και μεταμέλειας το αργότερο στο δημοφιλές σεστέτο. Τέλος, η διηνεκής κατάτμηση της σκηνής και η διασπαστική της προσοχής παράλληλη, δευτερεύουσα, δράση αποτελείωσαν την οργανική συνοχή του θεάματος.

Η μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου ήταν απρόσμενα βαριά και ανιδιωματική, ενώ και η επώνυμη πρωταγωνίστρια Χριστίνα Πουλίτση μας θορύβησε: παρά την εκ μέρους της αποτελεσματική υπεράσπιση της πέραν του πενταγράμμου στρατόσφαιρας, όχι μόνο σημειώσαμε έλλειμμα εκφραστικής χρώσης της μουσικής, αλλά και επιπλέον αποκομίσαμε την αίσθηση ότι η ταλαντούχα υψίφωνος δαπανούσε από το πολύτιμο «κεφάλαιο» της ακμαίας φωνής. Ευγενή και λεία εκφορά πιστώνουμε τόσο στον χειμαρρώδη Ρώσο τενόρο Alexey Dolgov για το βυρωνικό μέρος του καταραμένου, περιπλανώμενου Εντγκάρντο, όσο και στον (ασθενούντα στις 14.3.2018) Ιταλό βαρύτονο Marco Caria ως αντίπαλό του Ενρίκο, χωρίς όμως ο τελευταίος να εισφέρει υποκριτική εμβάθυνση στον ρόλο του. Ο βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης ως σκηνικά αμήχανος παιδαγωγός Ραϊμόντο, ο τενόρος Νίκος Στεφάνου ως μνηστήρας Αρτούρο, η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα ως έμπιστη Αλίζα και ο τενόρος Χαράλαμπος Βελισσάριος ως φρούραρχος Νορμάνο συμπλήρωσαν ικανοποιητικά μια παραγωγή που ισομερώς μας λύπησε, μας ανησύχησε και μας εξόργισε και η οποία δεν θα έπρεπε να έχει επιλεγεί έναντι άλλης, πιο συμβατής με το έργο, και για τους λόγους που εκθέσαμε από τη στήλη αυτή επ’ ευκαιρία της όπερας του Γκουνώ «Ρωμαίος και Ιουλιέττα»...

 

ΛΕΖΑΝΤΑ

Η Μαρία Κάλλας ως "Λουκία" στον δίσκο που κυκλοφόρησε το 1953

Δείτε όλα τα σχόλια