Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αναστάσιμα...

Γιορτάζουμε σήμερα τον παράξενα απέραντο εαυτό μας. Το άγνωστο μιας υπερβολής ενός «πριν» που ακόμα δεν το έχουμε κατορθώσει. Θα πάρει καιρό μέχρι τότε. Ο καιρός θα γίνει χρόνος. Κι εμείς ο οβολός της γαλήνης. Μετά τη γιορτή. Ένας απόηχος δηλαδή που διευρύνει το σύμπαν

Ποτέ δεν είναι εύκολα τα κείμενα τέτοιων ημερών, όπου ο χρόνος μεγαλώνει και κατακλύζει το ανθρώπινο γεγονός. Να γράψεις και να πεις τι σε μια μέρα όπου ο παγκόσμιος θρήνος που βουίζει, συναντάει το απαραίτητο της ελπίδας που ονομάζεται Ανάσταση; Να συγκροτήσεις πώς την ένσταση μέσα στην κατάφαση, τη μεταφυσική άρνηση του θρησκειολογημένου πραγματικού με την πραγματικότητα μιας σφαγής που κατακαίει τις θρησκείες;

Α, ναι, ποτέ δεν είναι εύκολα τα κείμενα για μέρες των μύθων. Ωραίων μύθων, που κι αν δεν στήριξαν εσένα (εξαιρείται η παιδική σου ηλικία με τα ολοκαίνουργια λευκά παπούτσια φτιαγμένα από τα χέρια του τσαγκάρη πατέρα σου, ακριβώς γι’ αυτή τη δύσκολη μέρα, παπούτσια φτιαγμένα για τα πρώτα λευκά βήματα στη ζωή κι ας έβγαιναν τα χέρια του πατέρα σου από τα μαύρα σκοτάδια των ξυλοδαρμών στα μπουντρούμια της Ασφάλειας Καβάλας), ωραίων μύθων λέω λοιπόν, που κι αν δεν στήριξαν εσένα, στήριξαν άλλους διπλανούς, με πίστη και εξακολουθητικότητα αγάπης. Ωραία μέρα σήμερα, δύσκολο κείμενο για να μπορέσει να πει την ομορφιά της. Που δεν είναι μονάχα η δίκαιη ανάγκη για την Ανάσταση. Πάει να πει για την ανάταση της λύπης και την ανάταξη του πένθους, για το χορευμένο έδαφος πάνω από το «ουκ έστιν ώδε» του θανάτου ώστε ν’ ανοίξει το μαύρο άγνωστο τις πύλες του και να ατενίσεις τον εαυτό σου όπως του αξίζει. Δύσκολη μέρα για τα κείμενα.

Τόσα και τόσα έχουν γραφτεί κι όλα είναι λίγα. Εδώ είναι λίγος ο αναστάσιμος χορός και η θυσία των αμνών, τα κείμενα θα έφταναν; Τα κείμενα που έτσι κι αλλιώς καταφτάνουν αργότερα, όταν η γιορτή έχει τελειώσει και ο θρήνος επανέρχεται στη φυσική του θέση, προσμετρώντας τη φύση των θυμάτων με εντελώς άλλους τρόπους αλγόριθμων της ποιητικής. Της ποιητικής ενός κόσμου που ακόμη δεν συνήθισε το υπάρχειν. Και ίσως αυτό να είναι η πιο μεγάλη δυσκολία για να γράψεις κείμενο μιας τέτοιας φορτισμένης μέρας, αλλά και επιφορτισμένης να περάσει (άλλωστε «Πάσχα» σημαίνει πέρασμα) το μήνυμα ότι είναι απίστευτα δύσκολη συνείδηση, η συνείδηση του υπάρχειν. Ότι τρέχει αίμα ύπαρξης που ακόμα δεν ξέρουμε ούτε την υφή του, ούτε τη μυρωδιά του, ούτε καν το χρώμα του.

Δύσκολο, πολύ δύσκολο να τραντάζεις τους νεκρούς χορεύοντας «θανάτω θάνατον πατήσας» κι από κάτω να μην υπάρχουν νεκροί. Δύσκολο να βλέπεις ένα γαλάζιο πένθος που βελάζει και να το λες ουρανό, ξεχνώντας ότι το «ου» δεν ραίνει τα ανθρώπινα. Τα ανθρώπινα φτιάχνουν ουρανούς και έγκατα. Ταυτοχρόνως. Διαρκώς. Αδιαλείπτως. Ιδιοχείρως. Αυτοπροσώπως. Σε αυτό το τερατώδες μεγαλείο μιας Ανάστασης χωρίς τέλος. Σ’ αυτό, δηλαδή, το δύσκολο εγχείρημα συνείδησης του υπάρχειν που συνεχίζεται με όλη την αγριότητα της αγωνίας του. Με όλη την αγριότητα μιας βιασύνης που κρατάει εκατομμύρια χρόνια κι ακόμη δεν ψέλλισε ούτε τα πρώτα λόγια ενατένισης προς τον δήμιο εαυτό που λέγεται χρόνος. Εαυτός χρόνος, αφού χωρίς εσένα η συνείδηση του χρόνου του πένθιμου και αναστάσιμου θνητού και αθάνατου χρόνου, δεν υφίσταται.

Αυτό είναι το πάθος. Η συνείδηση του χρόνου, η συνήθεια του υπάρχειν. Χωρίς αυτό το πάθος, τίποτα. Αυτό το πάθος για να βρεις τον εαυτό σου μέσα στο χάος λέω πως ποδοκροτούμε και μεγαλώνουμε και τραγουδάμε σήμερα. Άλλωστε, και το τραγούδι τι είναι; Το «τραγώδιον», η συμπτυγμένη τραγωδία των ρωμαϊκών χρόνων. Η γρήγορη τραγωδία του ανθρώπινου γένους δηλαδή. Η ταχύτητα. Η αγωνία. Η ροκ κατάσταση της θρησκευόμενης απελπισίας. Γρήγορα. Ζήσε γρήγορα. Πέθανε γρήγορα. Άσε απέξω το απέραντο σου λένε. Η αθανασία δεν είναι για σένα. Εσύ πρέπει να πιστεύεις ότι άλλοι τα έχουν κανονίσει για σένα: με τον Θεό χρόνο, με τον Θεό θάνατο, με τον Θεό σπρίντερ για να είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», με τον Θεό που νικάει τόσο πολύ, ώστε δεν υπάρχει τίποτα που να το νικήσει και έτσι γίνεται αμνός για να μπορεί να νικήσει στα σίγουρα τον εαυτό του, γρήγορα στα σίγουρα. Μια φυλακή. Κι ένας Θεός δεσμοφύλακας, ένας Θεός που δεν θα χορέψει ποτέ μαζί σου, που δεν θα σκοντάψει από το λάθος βήμα σ’ έναν κόσμο που είναι επειδή Είναι. Αυτό το αβάσταχτο βάρος γιορτάζουμε και είναι τα κείμενά μας δύσκολα.

Όμως δεν συνηθίσαμε. Δεν μας κατάπιε ο Άδης. Και όσες φορές εκεί καταδυθήκαμε, δεν έδυσε το κάλλος μας. Ένα κάλλος βέβαια πνιγμένο στο αίμα. Αίμα πραγματικό, που η κάθε σταγόνα του όμως στάζει σύμπαν. Πέραν των θρησκειών. Πιο μακριά από τη Μακρόνησο. Αίμα που αναδιανέμει τη στάχτη από τα Άουσβιτς. Αίμα που αναδιανέμει την κραυγή από τη Λωρίδα της Γάζας. Αίμα που αναδιανέμει το βουβό στα κάτεργα της παιδικής δουλείας όπου γης, της παιδικής πορνείας όπου γης, της άγριας «παιδικότητας» των χρηματιστηρίων.

Δύσκολο να γράφεις μια τέτοια μέρα, καθώς στριμώχνονται οι νεκροί πίσω από την πόρτα της ζωής και οχλαγωγούν. Δύσκολο να οργανώσεις τους νεκρούς για να διεκδικήσουν αυτό που τους αξίζει. Δύσκολο να οργανώσεις αυτό το δύστροπο γεγονός που λέγεται άνθρωπος, αυτό τον υπερβολικό εαυτό που φεύγει κι όλο φεύγει πιστεύοντας στον Θεό του. Στον εαυτό του.

Αυτό λοιπόν γιορτάζουμε σήμερα: τον εαυτό μας. Τον παράξενα απέραντο εαυτό μας. Το άγνωστο μιας υπερβολής ενός «πριν» που ακόμα δεν το έχουμε κατορθώσει. Θα πάρει καιρό μέχρι τότε. Ο καιρός θα γίνει χρόνος. Κι εμείς ο οβολός της γαλήνης. Μετά τη γιορτή. Ένας απόηχος δηλαδή που διευρύνει το σύμπαν.

Ωραία είναι. Αναστάσιμα...

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια