Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Διαθρησκειακή συνύπαρξη σύμφωνα με τον Ιωάννη Χρυσόστομο

Μια μελέτη της Εύης Βουλγαράκη

Του Βασίλη Ξυδιά*

Κλείνοντας τη δεύτερη ήδη δεκαετία του 21ου αιώνα γίνεται όλο και πιο σαφές πως η παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα δεν είναι ούτε πρόκειται να εξελιχθεί στο χαρούμενο πολυπολιτισμικό λούνα-παρκ που ευαγγελίστηκαν οι οπαδοί της παγκοσμιοποίησης το '80 και το '90. Κι ενώ ο δυτικός κόσμος νόμιζε πως είχε βρει στην οικονομία και στην εξατομίκευση τα θεμέλια για μια γενικευμένη ειρήνη, ήρθε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ισλαμικός και χριστιανικός, να ξαναθέσει το ζήτημα του νοήματος της ύπαρξης και του τρόπου της ζωής, συλλογικού ή ατομικού, όχι με όρους ανεκτικότητας και αλληλοκατανόησης, αλλά σε καθεστώς ταραχής, άγχους και απειλών κάθε είδους.

Πέρα από τη γενικότερη ένταση, ένα κρίσιμο πολιτειολογικό ερώτημα αναδύεται ως πρόκληση για τα κοσμικά θεμέλια των δυτικών κοινωνιών: Μπορεί μια θρησκευτική κοινότητα να διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια και ταυτόχρονα να συνυπάρχει αρμονικά, ή έστω ανεκτικά, με άλλες θρησκευτικές κοινότητες, που κι αυτές από την πλευρά τους διεκδικούν τη δική τους πρόσβαση σε κάποιου είδους υπερβατική απολυτότητα; Η νεωτερική ιστορική εμπειρία, ξεκινώντας από τους μετα-αναγεννησιακούς θρησκευτικούς πολέμους και φτάνοντας στις δύο παγκόσμιες συγκρούσεις και τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα διδάσκει πως όχι· πως κάθε διεκδίκηση “αληθείας” καταλήγει στην απαίτηση εξοβελισμού του αντίθετου ή του διαφορετικού. Όμως στο σημείο αυτό έρχεται η μελέτη της Εύης Βουλγαράκη, “Η προσέγγιση των Εθνικών κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο” (εκδόσεις Μαΐστρος, Δεκέμβριος 2016), να ρίξει ένα διαφορετικό φως στο πρόβλημα, και να μας επιστήσει την προσοχή στο ότι η νεωτερική εμπειρία δεν συνιστά τη μοναδική ούτε, πιθανότατα, την τελευταία λέξη στο ζήτημα.

Ο 4ος μ.Χ. αιώνας, στον οποίο έζησε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μοιάζει από πολλές απόψεις με τη δική μας εποχή. Στοιχείο κοινό είναι το ανακάτεμα των θρησκειών. Και τότε, όπως και τώρα, η συλλογική θρησκευτική ομοιογένεια, τότε των αρχαίων πόλεων, τώρα των μοντέρνων εθνών, αντικαταστάθηκε από μια α λα καρτ ατομική θρησκευτικότητα, που ο καθένας μπορούσε να φτιάξει ανακατεύοντας στοιχεία από διάφορες θρησκείες και πνευματικά-φιλοσοφικά ρεύματα. Την εποχή του Χρυσοστόμου, οι από καιρό νομιμοποιημένοι Χριστιανοί είχαν αρχίσει να συνιστούν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού και με την υποστήριξη πλέον της κρατικής εξουσίας είχαν αρχίσει να επιβάλλουν τη διδασκαλία και τη λατρεία της νέας θρησκείας σε μια κοινωνία που παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ξένη και εχθρική προς τον Χριστιανισμό.

Οι Χριστιανοί δεν αντιμετώπισαν την κατάσταση όλοι με τον ίδιο τρόπο. Πολλοί επένδυσαν στη νέα χριστιανική εξουσία και συμπορεύτηκαν μ’ αυτήν, άλλοι όμως πήραν των ομματιών τους και αποτραβήχτηκαν είτε σε ιδιωτικούς χώρους εντός πόλεως είτε στην έρημο, και άλλοι επιχείρησαν να αναπτύξουν και να διαδώσουν τον χριστιανικό τρόπο ζωής εντός της κοινωνίας, όχι με όρους επιβολής και κυριαρχίας, αλλά με το προσωπικό παράδειγμα και μέσα από σχέσεις συνεργασίας και συναλληλίας με την υπόλοιπη κοινωνία. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της τελευταίας περίπτωσης ήταν ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ένας αισιόδοξος, μαχητικός, μάλλον συντηρητικός, αλλά ταυτόχρονα καλοσυνάτος πνευματικός ηγέτης, που καλούσε τα μέλη της εκκλησίας να λειτουργήσουν ανοιχτά.

Η μελέτη της Εύης Βουλγαράκης δεν εστιάζει τόσο στα κοινωνικά του ιδεώδη, πράγμα που έχουν κάνει πρόσφατα άλλοι αριστεροί συγγραφείς1, όσο στις απόψεις του για τις διαπροσωπικές σχέσεις των Χριστιανών με τους “Εθνικούς” (τους πιστούς των άλλων θρησκειών, τους μη Χριστιανούς και μη Ιουδαίους). Χωρίς να προσπαθεί ούτε να εξωραΐσει αλλά ούτε και να κρίνει αναχρονιστικά τις απόψεις αυτές, η Εύη Βουλγαράκη μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε μέσα από έναν μεγάλο αριθμό πρωτότυπων παραθεμάτων τη “γραμμή” του Χρυσόστομου για το πώς ένας Χριστιανός που ζει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία -είτε μέσα στις καθημερινές του σχέσεις με φίλους και συνεργάτες είτε μέσα στην οικογένειά του- μπορεί και οφείλει να μένει σταθερός στην πίστη του, όντας όμως ανοιχτός και βοηθητικός στους υπόλοιπους, ανεξάρτητα από τη δική τους πίστη και μη παραβιάζοντας την ελευθερία τους.

Όπως μας δείχνει η Βουλγαράκη, ο Χρυσόστομος δεν αμφιβάλλει για την αλήθεια στην οποία πιστεύει και στην οποία έχει παραδοθεί. Όμως η “αλήθεια” δεν είναι γι’ αυτόν μια κλειστή θεωρητική διδασκαλία ή ένα αναμορφωτικό πρόγραμμα, αλλά μια ανοιχτή, διαρκώς διακινδυνευόμενη σχέση μ’ ένα πρόσωπο (στην προκειμένη περίπτωση το πρόσωπο του Ιησού Χριστού). Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να την “κατέχει” και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να την επιβάλει στους άλλους. Η κοινωνική έκφαση και η διάδοση αυτής της σχέσης προϋποθέτουν τη διαρκή άσκηση για ταπείνωση, υπηρεσία και θυσία για χάρη των άλλων – όλων των άλλων, και όχι ειδικά των Χριστιανών. Σίγουρα δεν είναι αυτή η εικόνα που ένας σημερινός άνθρωπος έχει για την εκκλησία και τους Χριστιανούς. Όμως αυτός είναι ίσως ο πιο σημαντικός λόγος που κάνει την προσέγγιση του Χρυσοστόμου και τη μελέτη της Εύης Βουλγαράκη χρήσιμο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα - για Χριστιανούς και μη.

*Ο Βασίλης Ξυδιάς είναι εκπαιδευτικός - θεολόγος

1. Έχω υπ’ όψη μου δυο πρόσφατα βιβλία αριστερών συγγραφέων, που αναφέρονται στις απόψεις του Ιω. Χρυσοστόμου υπέρ της κοινοκτημοσύνης: το Κοινά, Κοινότητες, Κοινοκτημοσύνη, Κομμουνισμός του Γιώργου Λιερού (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2016), και το Κοινοκτημονικές Προσεγγίσεις του Μανόλη Χατζάκη (2017).

Δείτε όλα τα σχόλια