Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Για πάντα

Δεν υπάρχει ζωντανός χωρίς ερειπωμένο εντός. Γιατί το ερείπιο, το μέσα ερείπιο, είναι το εγγύτερο σημείο προς το μηδέν και το άπειρο. Αυτό είναι το αληθινό «για πάντα»

Κι έτσι, καθώς μια ακόμη χρονιά φτάνει στο τέλος της, δεν γίνεται να μην σκεφτείς τούτη τη λυγρή δυνατότητα του ανθρώπινου όντος να συνειδητοποιεί το πέρασμα του χρόνου που έρχεται και φεύγει διαρκώς για πάντα. Δεν γίνεται να μην σκεφτείς γι’ αυτή τη συνείδηση του στιγμιαίου παρόντος που ονομάζεται ζωή και που ως όναρ παρέρχεται και ως άνθος μαραίνεται κατά πώς λέει με έξοχο τρόπο ο Δαμασκηνός στη νεκρώσιμη ακολουθία του, αυτό το ύψιστο δείγμα ποίησης και απαντοχής μπροστά στο επέκεινα, που κι αυτό είναι διαρκώς εδώ, δηλαδή διαρκώς, ως όναρ και άνθος, έρχεται και παρέρχεται. Άλλωστε η συνείδηση του εφήμερου «για πάντα» είναι κατακτημένη... από πάντα. Λέει, ας πούμε, ο Πίνδαρος (Πυθιόνικος VIII 95-97): «Επάμεροι˙ τι δε τις; Τί δ’ ου τις; Σκιάς όναρ άνθρωπος». Που πάει να πει: «Εφήμεροι ˙ τι είναι κανείς και τι δεν είναι; Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος». Υποκλίνεσαι μπροστά στο μεγαλείο της διατύπωσης: ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος. Σα να λέμε ένα όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του για να δημιουργεί διαρκώς το «για πάντα» της ύπαρξης ή αλλιώς τη συνθήκη της αιωνιότητας με τέτοια μεγαλοφυή ποιητικότητα ώστε να συσσωματώνεται φιλοσοφικά με την πραγματικότητα του θνήσκειν. Ο άνθρωπος είναι σαν χόρτο λέει ο Μίμνερμος, αλλά και ο Όμηρος, αφού παρομοιάσει τους θνητούς με φύλλα που άλλα τα σκορπίζει ο άνεμος κι άλλα φυτρώνουν και αναχλωραίνουν, επαναλαμβάνει και αυτός το διαρκώς διαλαμβανόμενο της ύπαρξης: «ως ανδρών γενεή ή μεν φύει η δ’ απολήγει». Ότι δηλαδή (όπως τα φύλλα) έτσι και στους θνητούς, «η μια γενιά φυτρώνει και η άλλη φεύγει». Αυτό είναι το για πάντα της ζωής και του θανάτου, το δίκοπο παιχνίδισμα του «γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα» του Διονύσιου Σολωμού που κάνει τον Νίκο Καρούζο να αναρωτιέται: «όταν πεθαίνεις, ώς πού πεθαίνεις;»

Απάντηση δεν υπάρχει. Το ερώτημα τίθεται για να μην απαντηθεί, αλλά για να θέσει καινούργια ερωτήματα που θα σε πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά μέσα στο σκοτεινό του χρόνου όπου ζεις και υφίστασαι. Έτσι που κι εσύ, καθώς ο προσωπικός σου χρόνος είναι αμείλικτος, να αναρωτιέσαι: αυτό το «για πάντα», που παίρνει από το χέρι τον δισυπόστατο καιρό και τον κάνει τρισυπόστατο χρόνο, από πού αρχίζει και πού τελειώνει; Ή μάλλον, ακριβέστερα, «ώς πού τελειώνει;» Κι ώς πότε βέβαια. Ούτε κι εδώ υπάρχει απάντηση. Μονάχα ερωτήματα, καθώς το «για πάντα» του καθενός και όλων, διαρκώς μεταβάλλεται, αλλάζει πορεία πλεύσεως, αλλάζει ταχύτητα, αλλάζει παρελθόν και μέλλον. Μονάχα προορισμό δεν αλλάζει καθώς το σκοτεινό όνειρο είναι πάντα εκεί. Το σκοτεινό όνειρο με τον σκοτεινό του φάρο να σου δείχνει, όχι το τι πρέπει να αποφύγεις, αλλά το που πρέπει να φτάσεις. Το ταξίδι είναι για όλους. Για πάντα. Είτε λες «θα σ’ αγαπώ για πάντα», είτε λες «θα σε θυμάμαι για πάντα», ήδη ταξιδεύεις χωρίς επιστροφή, ήδη βρίσκεσαι στη χώρα που είναι καμωμένη από σκιά ονείρου μια για πάντα.

“Μεθαύριο που θα μεγαλώσεις”, έλεγε η θεία Παρασκευίτσα κι εγώ φανταζόμουν αυτό το «μεθαύριο» τόσο μα τόσο μακρινό, σχεδόν στην περιοχή του παραμυθένιου και του φανταστικού. Κι ύστερα, όταν το «μεθαύριο» γίνεται «χτες» για πάντα, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν ήταν παραμυθένιο, ούτε φανταστικό. Ήταν το παραμυθητικό μιας πραγματικής παρηγορίας, ώστε από τη μια να μην σε κατακλύσει ο αιφνιδιασμός και από την άλλη, όταν άχρι καιρού περάσει ο αιφνιδιασμός να μην σε παγώσει τρόμος. Έτσι που πάντοτε να υπάρχει ο ζωτικός χώρος για ένα καινούργιο «για πάντα». Για ένα ακόμη ταξίδι πάνω στα φύλλα της «πολύανθης ώρας» που θα σε πάει πιο πέρα «εις εαυτόν» και στους άλλους. Αλλιώς δεν υπάρχει ταξίδι. Υπάρχει μονάχα θάνατος αταξίδευτος, γιατί κανένας δεν θα τον πάρει από το χέρι και κανένας δεν θα τον περιμένει στην άλλη όψη της σκιάς για να τον δεξιωθεί, να του τείνει την δεξιά σε μια χειρονομημένη αιωνιότητα δίκαιας πράξης. Αλλιώς δεν γίνεται.

Σκέφτομαι λοιπόν, μέρα που είναι, ότι το «για πάντα» είναι η διάπορη οντότητα. Αυτή η απορία που ξεκινάει από το μηδέν (αλήθεια, από που ξεκινάει το «μηδέν») και απολήγει ως φύλλο παρασυρμένο από το αίεν, στο άπειρο (στο α-πειρο, σ’ αυτό που ακόμα δεν ξέρουμε, άρα δεν ξέρουμε και ώς πού φτάνει το «για πάντα»), ώστε μια αίσθηση νεότητας να περιλαμβάνει όλα τα ερείπια ενός χρόνου που δεν πέρασε, αλλά περνάει για πάντα. Και είναι αυτός -πιστεύω- ο ενεστώς που μας κρατάει ζωντανούς. Ο ενεστώς των ερειπίων. Δεν υπάρχει ζωντανός χωρίς ερειπωμένο εντός. Γιατί το ερείπιο, το μέσα ερείπιο, είναι το εγγύτερο σημείο προς το μηδέν και το άπειρο. Αυτό είναι το αληθινό «για πάντα». Ο ερειπιώνας της απορίας, η αντίστροφη έκπληξη, πάει να πει, μπροστά στο διαπραχθέν, που ισχύει ακριβώς επειδή δεν ισχύει πιά. Επειδή ο χρόνος προσπέρασε περιλαμβάνοντας την ανάσταση. Επειδή η ανάσταση δεν είναι κατάσταση εξαίρεσης αλλά φυσική διαδικασία αιωνιότητας που δεν σταματά σε ημερομηνίες. Οι ημερομηνίες είναι μάταιοι, στενοί και αφιλόδοξοι επιχωρισμοί, όπως τα σύνορα που είναι αφιλόδοξοι οντολογικοί καθορισμοί. Οντολογικές αγριότητες, αφού πριν σκεφτούν οι άγριοι τις εθνολογικές καθαρότητες και τις αιματολογικές εκτραχύνσεις, θα έπρεπε να φαντασθούν τις χρονικές καθαρότητες. Ισχύουν για όλους. Και δεν τις σταματούν οι φασισμοί. Το παιδί που πέθανε σήμερα από πείνα μετέχει εξίσου στο «για πάντα» της ανθρωπότητας με τους Τραμπ που το σκότωσαν.

Γι’ αυτό η ανθρωπότητα θα έχει πάντοτε μια μέρα ακόμη ώστε να διορθώσει τα εγκλήματα των εχθρών της. Συνεπώς η ευχή για σήμερα είναι αυτό που είπε ο Μίλοραντ Πάβιτς: «Για πάντα και μια μέρα παραπάνω».

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Χθες το θυμήθηκε

Η Ντόρα Μπακογιάννη μας είπε χθες πόσο χάρηκε που από την εξαφάνιση των Σοσιαλδημοκρατών και τη μεγάλη πτώση της Δεξιάς στη Βαυαρία ευνοήθηκαν οι Πράσινοι και όχι η Ακροδεξιά.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο