Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

΄1917 και ελληνικός μεσοπόλεμος: Όψεις της αισθητικής αντιπαράθεσης

Στόχοι του αντικομμουνισμού των φοβισμένων αστών λογοτεχνών (Σπ. Μελά, Γ. Θεοτοκά, Κ. Τσάτσου, Γιάννη Οικονομίδη, Αντρ. Καραντώνη) γίνονται καταξιωμένες προσωπικότητες, όπως ο Δ. Γληνός και ο Κ. Βάρναλης, ή νέοι διανοητές με διακριτή παρουσία,

 όπως ο Ν. Κάλας, ο Γάλλος συγγραφέας Αντρέ Ζιντ, γιατί εκθειάζει την Σοβιετική Ένωση, και ο Κώστας Ουράνης ως το ελληνικό αντίστοιχο του Ζιντ, ενώ θεώρησαν την ποίηση του Κ. Καρυωτάκη και του Κ. Καβάφη εξ αντικειμένου συμμάχους της «προπαγανδιστικής» λογοτεχνίας των κομμουνιστών

ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δείχνει ριζικά διαφοροποιημένο τον γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης. Η επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης στη Ρωσία, εκτός των άλλων, συνιστά μία πολιτική λύση για όσους στη Δύση αμφισβητούν τις δυνατότητες της προπολεμικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να επιλύσει τα συσσωρευμένα προβλήματα. Η πολιτική κρίση ως κρίση του κοινοβουλευτισμού χαρακτηρίζει όλη την πολιτική ζωή των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ αντίπαλες του κοινοβουλευτισμού δυνάμεις επιλέγουν την πορεία προς τον πόλεμο. Κυρίαρχη πολιτική γίνεται η προσπάθεια της άρχουσας τάξης να εξασφαλίσει την κυριαρχία της και αυτό συμβαίνει με την περιστολή των φιλελεύθερων λύσεων (βλ. π.χ. το «ιδιώνυμο» στη δική μας χώρα) και, σε ορισμένες χώρες, η αστική πολιτική αναζητεί διέξοδο στον φασισμό.

Στην Ελλάδα, που λόγοι ιστορικοί την κρατούν ανοιχτή στην ευρωπαϊκή συγκυρία, οι εθνικές ιδιομορφίες κάνουν περισσότερο πολύπλοκη την πολιτική κρίση. Να θυμηθούμε πως, ουσιαστικά, ο ελληνικός μεσοπόλεμος ανοίγει με την μικρασιατική κατάρρευση, βουλιάζει με το χρεωστάσιο του 1932 και κλείνει με τον πόλεμο και την Κατοχή. Πολιτικά, την περίοδο την χαρακτηρίζει η διάσπαση των δύο μεγάλων κομμάτων του «διχασμού», η εμφάνιση νέων πολιτικών σχημάτων, η πολιτικοποίηση του στρατού -ιδιαίτερα στα χρόνια 1922-1928-, η οργάνωση του κόμματος που επαγγέλλεται την κοινωνική επανάσταση, του ΣΕΚΕ (1918, προσχώρηση στην Γ΄ Διεθνή το 1920, από 1924 ΚΚΕ ).

΄Ομως κυρίως αυτό το τελευταίο -ΣΕΚΕ, ΚΚΕ- είναι που δείχνει την κοινωνική πλευρά της κρίσης, την πλευρά που αδυνατεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς η πολιτική του κοινοβουλευτισμού των κυρίαρχων κομμάτων. Και κάτι περισσότερο. Οι επιλογές τους ακολουθούν αντίθετη φορά. Εφαρμόζουν τις εξορίες στα νησιά του Αιγαίου (Αη Στράτης, Ανάφη, Φολέγανδρος, Σκύρος, κ.ά.), την ώρα που η ανάγνωση του αστικού αυταρχισμού εμπνέεται από την επανάσταση του 1917. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το πολιτικό πρόβλημα περιπλέκεται, με την κάθοδο των τριεψιλιτών (Εθνική Ένωσις «Ελλάς») από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, ενώ η πολιτική φαίνεται αδύναμη να αναλάβει πειστική δράση, παίρνοντας τις αναγκαίες αποστάσεις από φασιστικές εκδηλώσεις. Πράγμα δύσκολο, βέβαια, αφού, στο μεταξύ, η φιλελεύθερη παράταξη έχει ταυτιστεί με τον αντικομμουνισμό, αποδίδοντας στον κομμουνισμό που ενθαρρύνει η Σοβιετική Ενωση τις αντιδράσεις στην πολιτική της. Όμως μια παρόμοια παραλληλία, που απομακρύνει τους πολιτικούς συμμάχους, εγκλωβίζει και τους Έλληνες κομμουνιστές. Και τούτο γιατί το ΚΚΕ, στο 4ο Συνέδριο (1928), ως μέλος της Γ’ Διεθνούς, υιοθετεί την πολιτική του σοσιαλφασισμού, που θα αναθεωρήσει στην 6η Ολομέλεια (Ιανουάριος 1934), πολιτική, ωστόσο, που σημαίνει «αγώνα» χωρίς διάκριση φίλων και εχθρών. Στρογγυλεύοντας τα πράγματα μπορούμε να πούμε πως ο πολιτικός ανταγωνισμός γίνεται όλο και πιο σκληρός και, κατά την δεύτερη δεκαετία του μεσοπολέμου, γίνεται κυρίαρχος και επηρεάζει όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Κανένα πεδίο δεν μένει ουδέτερο. Όλοι σπεύδουν να οριοθετήσουν περιοχές και να κερδίσουν ορμητήρια.

Σε αυτήν την περίοδο, της δεκαετίας του 1930, την πρώτη θέση έχει η σύγκρουση στον τομέα των ιδεών. Και τούτο γιατί τα γεγονότα στον Εκπαιδευτικό Όμιλο, που προηγήθηκαν (1927 και 1929), είχαν καταγράψει την σημαντική ιδεολογική διαφοροποίηση στον χώρο της ελληνικής διανόησης. Είχε διαπιστωθεί μια «κίνηση προς τα αριστερά». Ήδη μορφές του φαινομένου έχουν εκδηλωθεί από τα μισά της δεκαετίας του 1920, με την κυκλοφορία λογοτεχνικών περιοδικών και με έντονο το ιδεολογικό τους στίγμα. Κάθε ομάδα δεν βολεύεται εύκολα κάτω από μια έστω και συγγενική ιδεολογική στέγη. Επιδιώκει το απόλυτο. Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της δεκαετίας του 1930 μια άνευ προηγουμένου εκδοτική κίνηση, με πρωτεύον στοιχείο το ιδεολογικό περιοδικό.

Στην λογοτεχνία, η λεγόμενη «γενιά του τριάντα» αποτελεί την αιχμή της φιλελεύθερης διανόησης και -πέρα από τους σκοπούς που διευκόλυνε ο όρος «γενιά του τριάντα», κυρίως όταν απεκδύθη τις ιδεολογικές του σκοπιμότητες- η οριοθέτησή της γίνεται στο πλαίσιο της σύγκρουσης με την αριστερά και εκδηλώνεται με την έκδοση περιοδικού εντύπου (Ιδέα, Ιαν. 1933 - Μάρτ. 1934). Παρά τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα και παρά τις κρυφές ή φανερές αμφισβητήσεις, το περιοδικό ως συλλογικό υποκείμενο δεν κατάφερε να μείνει αμέτοχο στον διεξαγόμενο αντικομμουνισμό, προσφέροντας τα δικά του όπλα στην αντιμετώπιση του πολιτικού εχθρού. Και ως πολιτικός εχθρός αναγνωρίζεται κάθε διανοητής, πολιτική κίνηση ή έντυπο που προσβλέπει σε μια εξέλιξη της κοινωνίας πέρα από τις αστικές λύσεις. Ό,τι δηλαδή συνιστά τον αριστερό χώρο, ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1917, αποτελεί αυτομάτως τον εχθρό του μεσοπολεμικού αστισμού. Και αυτό συμβαίνει παρά τα χαμηλά εκλογικά αποτελέσματα του κατεξοχήν πολιτικού εχθρού, του ΚΚΕ. Η αναστάτωση που προκαλείται στην πλευρά του αστισμού ολοένα και αυξάνεται, γιατί μέτρο δεν είναι οι εκλογές αλλά η δυναμική της κομμουνιστικής «φιλολογίας», η «ανάπτυξη ενός προλεταριακού πνευματικού εποικοδομήματος», που προωθούσε το κομματικό έντυπο των Νέων Πρωτοπόρων (1931-1936). Για την αστική διανόηση ο κοινωνικός στόχος κάθε ομάδας διανοουμένων, που εμπνέεται από αντιαστική ιδεολογία, είναι ο ίδιος, παρ’ ότι αυτές οι ομάδες δέχονται τη σφοδρή επίθεση των φορέων της πολιτικής του «σοσιαλφασισμού»· αντιμετωπίζονται ως υπέρμαχοι της επανάστασης του 1917, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται φαινόμενα πόλωσης στον χώρο της διανόησης και κυρίως της λογοτεχνίας. Η αισθητική συζήτηση, τώρα, δεν γίνεται μόνο με ένταση αλλά με αδιαλλαξία και εχθρότητα. Εξαφανίζεται ο συνομιλητής και τη θέση του παίρνει άλλοτε ο θαυμαστής της ρώσικης επανάστασης κι άλλοτε ο υπηρέτης του καπιταλισμού. Ο Βάρναλης π.χ. «αχρηστεύει» την ποιητική παράδοση, αλλά και η απάντηση καταφθάνει άμεσα: «διανοούμενους λακέδες» χαρακτηρίζει τους υβριστές του (Γ. Θεοτοκά, Α. Δελμούζο) ο ποιητής.

Είναι γεγονός πως ο αντικομμουνισμός των φοβισμένων αστών λογοτεχνών (Σπ. Μελά, Γ. Θεοτοκά, Κ. Τσάτσου, Γιάννη Οικονομίδη, Αντρ. Καραντώνη) δεν εκδηλώνεται με την «κερασέα» (το ξύλο για το ρόπαλο του αστυνομικού) που ζήταγε από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο Άριστος Καμπάνης, όμως η παρέμβασή τους δεν ήταν αμελητέα. Στόχοι γίνονται καταξιωμένες προσωπικότητες, όπως ο Δ. Γληνός και ο Κ. Βάρναλης, ή νέοι διανοητές με διακριτή παρουσία, όπως ο Ν. Κάλας, αλλά και οι ιδέες που, κατά την γνώμη τους, κατέβαζαν την τέχνη και την μετέτρεπαν σε «προπαγάνδα». Η διανόηση θεωρείται επιταχυντής της ιστορικής διαδικασίας, μέσα στην κοινωνία, και δεν μένει ασχολίαστο οτιδήποτε την αφορά. Έτσι, γίνεται στόχος π.χ. ο Γάλλος συγγραφέας Αντρέ Ζιντ, γιατί εκθειάζει την Σοβιετική Ένωση, στόχος, επίσης, γίνεται και ο Κώστας Ουράνης θεωρούμενος ως το ελληνικό αντίστοιχο του Ζιντ. Η περιχαράκωση του πεδίου της «αδέσμευτης πνευματικής ενασχόλησης», όπως αυτοπροσδιορίζουν τον χώρο τους, εμπόδισε την διεξαγωγή ενός αισθητικού διαλόγου με την διανόηση που προβληματιζόταν για μία λογοτεχνία με κοινωνικό περιεχόμενο. Η αστική πρόταση για μια λογοτεχνία υπερκοινωνική συνιστούσε, για τα μέτρα της εποχής, θέση αντιδραστική και αντιμετώπιζε την σθεναρή αντίσταση τόσο από την σοσιαλδημοκρατική όσο και από την κομμουνιστική διανόηση. Γιατί ένα προβληματικό στοιχείο της πρότασης ήταν ο αντιδιαλεκτικός της χαρακτήρας, η δογματική της διατύπωση και ο καταγγελτικός της χρωματισμός. Έπειτα, η διανόηση αυτή έδειξε αδυναμία στο να δει τα υπαρκτά προβλήματα της αισθητικής συζήτησης που διεξαγόταν περί «ταξικής» ή «προλεταριακής» λογοτεχνίας. Η καταγγελία της εναντίον της ποίησης του Κ. Βάρναλη για «απλοϊκή σκέψη» προσετίθετο στην απόρριψη της ποίησης του Βάρναλη εκ μέρους της κομμουνιστικής διανόησης για το ότι δεν είχε «προλεταριακό» χαρακτήρα.

Γι’ αυτό, στο προνομιούχο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής που επέλεξε η αντικομμουνιστική διανόηση, η πρότασή της για την ποίηση σταματούσε στο 1920 και εξυμνούσε την ποίηση του Κ. Παλαμά, προβαίνοντας σε ακραία ιδεολογικοποίησή της. Εχθρός της «ηττοπάθειας» και της «νοσηρότητας», θεώρησε την ποίηση του Κ. Καρυωτάκη και του Κ. Καβάφη εξ αντικειμένου συμμάχους της «προπαγανδιστικής» λογοτεχνίας των κομμουνιστών. Επόμενο ήταν να μείνουν χωρίς ανταπόκριση οι απόψεις της για την πεζογραφία, που επεδίωκε την έξοδό της προς την ελληνική και ευρωπαϊκή πόλη. Ήταν απόψεις που άνοιγαν διάλογο με γνωστές κριτικές προσωπικότητες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με την ελληνική πεζογραφική παράδοση και με νέους λογοτέχνες. Ιδιαίτερα, το ζητούμενο της «εσωτερικότητας», με πρότυπο τον Ντοστογιέφσκι (αλλά και τον Νίτσε) και την ανάδυση του ψυχολογικού βάθους των ηρώων, τίθεται αλλά οι καιροί δεν έχουν την νηφαλιότητα για γόνιμες συζητήσεις. Τον κόσμο της λογοτεχνίας, της λογοτεχνικής κριτικής και των γεγονότων του πολιτισμού διαπερνά η πρώτη επιτυχημένη κοινωνική επανάσταση του 1917, άλλοτε ως ανησυχία και άλλοτε ως ελπίδα κοινωνικής λύτρωσης.

 

Η Γεωργία Λαδογιάννη διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια