Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δυο παρελάσεις

- Πού είναι οι κομμουνιστές, αναρωτιότανε ο Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ουζάκοβ, μα πού είναι λοιπόν οι κομμουνιστές; Η βουβή του ερώτηση, δεν είχε νόημα βέβαια. Ή μάλλον, δεν είχε άμεση σχέση,...

- Πού είναι οι κομμουνιστές, αναρωτιότανε ο Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ουζάκοβ, μα πού είναι λοιπόν οι κομμουνιστές;

Η βουβή του ερώτηση, δεν είχε νόημα βέβαια. Ή μάλλον, δεν είχε άμεση σχέση, φαινομενικά τουλάχιστον, με το θέαμα που παρακολουθούσε από ψηλά, απ' το παράθυρό του.

Από τη μεγάλη λεωφόρο, μέσα σε ένα ρεύμα ξεδιπλωμένων σημαιών, παρελαύνανε οι γυμναστές, βαδίζοντας προς το κέντρο της Μόσχας. Θα μπορούσες να φανταστείς ότι οι νέοι εκείνοι και οι νέες, είχανε σηκωθεί τα χαράματα και είχανε φτάσει με διάφορα μεταφορικά μέσα στον τόπο συγκεντρώσεώς τους. Ομάδες - ομάδες, κατά αθλητικές λέσχες, κατά επιχειρήσεις, κατά συνοικίες, είχανε βγάλει τα ζωηρόχρωμα ρούχα τους, για να εμφανιστούν με κολάν και μαγιό: ηλιοκαμένοι, γεροδεμένοι, ξανθοί σαν τα στάχυα. Τώρα κατά φάλαγγες πορείας, στοιχισμένες και ζυγισμένες, προχωρούσανε προς το κέντρο της πόλης, για να πάνε να διαλυθούν σύμφωνα με ένα ωράριο αυστηρά υπολογισμένο, μέσα στο μεγάλο ποτάμι που θα ξεχυνότανε, σαν ένας τεράστιος, στραφταλιστός Βόλγας, στην Κόκκινη Πλατεία. Φτάνοντας εκεί, θα παρελαύνανε με βήμα γυμναστικής, έχοντας τεντωμένο σε πρόταση, το δεξί τους χέρι, κρατώντας στο δεξί τους χέρι όρθιους, κάθετους τους κοντούς των μεταξωτών, πολύχρωμων σημαιών, θα παρελαύνανε μπροστά στην εξέδρα του Μαυσωλείου.

Μπροστά στον Λεωνίδα Μπρέζνιεφ, ας γελάσω!

Ο Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς δεν μπόρεσε πια να συγκρατήσει ένα οργισμένο γέλιο - λες κι έτριζε τα δόντια του γελώντας.

Τι μοίρα, όπως και να το πάρεις, τι μοίρα κι αυτή, τούτου του λαού! Το 1920 μέσα στην αταξία και τον ενθουσιασμό, μες στην ελπίδα και την πείνα, κάτω απ' τα συνθήματα της παγκόσμιας επανάστασης, είχε παρελάσει σ' αυτή την ίδια Κόκκινη Πλατεία, μπροστά σε μια ομάδα αντρών, που στεκόντουσαν όρθιοι στο λιθόστρωτο ή πάνω σε ένα καμιόνι, έχοντας ντυθεί ο καθένας τους όπως του κάπνισε. Ήταν εκεί κι ο Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν κι ο Λεφ Νταβίντοβιτς Τρότσκι και ο Νικολάι Μπουχάριν κι ο Ζινόβιεβ και ο Κάμενεβ κι ο Πιατακόβ και οι διοικητές του κόκκινου ιππικού και οι αρχηγοί των παρτιζάνων και οι οργανωτές που λύνανε τη διαφορά σαν τύχαινε να συγκρουστεί το φως και το σκοτάδι, απ' το Αρχανγκέλσκ ώς το Βατούμ, από την Άνω Ανατολή όπου συνεχίζονταν ακόμα οι μάχες εναντίον του Κολτσάκ, των Ιαπώνων και των επεμβασιών, ως την Ουκρανία, απ’ όπου μόλις είχαν εκδιωχθεί οι λευκοφρουροί. Ίσως να ήταν εκεί και ο Ντζουγκασβίλι, ένας ισχυρογνώμων Γεωργιανός, ένα πρόσωπο σκοτεινό, που το πλήθος δεν θα αναγνώριζε, γιατί δεν ήταν άνθρωπος του ανοιχτού χώρου, των ανοιχτών και θορυβωδών συνελεύσεων μα ένας άνθρωπος των κλειστών δωματίων, των μηχανισμών, των λαμπτήρων που μένανε αναμμένοι ώς αργά τη νύχτα, πάνω από τις διοικητικές εγκυκλίους. Ποιανού θα του πέρναγε ποτέ η σκέψη να κοιτάζει τον Ντζουγκασβίλι, την εποχή εκείνη; Κανενός βεβαίως, γιατί τα χρόνια εκείνα, όλα τα εκφραστικά μέσα, όλες οι ιδιογλωσσίες περνάγανε απ’ τη δοκιμασία της φωτιάς και φωτιά ήτανε τότε η πραγματικότητα, τότε που ο Λε Κορμπυζιέ θα έχτιζε τον Οίκο των Συνδικάτων, τότε που εφευρίσκαμε στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ την αφηρημένη τέχνη, τον υπερρεαλισμό, τον μοντέρνο κινηματογράφο, τις πολιτικές αφίσες, τότε που μέσα στο στρόβιλο εκείνης της ωραίας και μεγάλης ρούσικης τρέλας, η οποία συνετάραζε τον κόσμο, είχε αρχίσει η προεργασία για την εγκαθίδρυση μιας εφικτής ηγεμονίας της πρωτοπορίας, όχι κωδικοποιημένης με αηδιαστικά διατάγματα εκ των άνω, μα θεμελιωμένης σε μια πραγματική εναρμόνιση -έστω κι αν ώρες-ώρες έψαχνε να βρει τον δρόμο της- σε μια πραγματική λοιπόν συναρμογή των ιδεών με τις λέξεις των αρχών με την πρακτική της Ρωσίας με τον κόσμο, της τέχνης με την πολιτική. Τι μπορούσε να εκπροσωπεί ο Ντζουγκασβίλι, μέσα σε κείνη την αναταραχή, μέσα σε κείνη τη διαρκή εφεύρεση και εκείνη τη διαρκή επανεξέταση των πραγμάτων;

Χόρχε Σεμπρούν

Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ

μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Θεμέλιο

Δείτε όλα τα σχόλια