Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η άλλη πλευρά του εμφυλίου

Ως παράνομο της Σοβιετικής Λογοτεχνίας, είχε χαρακτηρίσει τον Μιχαήλ Μπουλγάκωφ (1891-1940) ο Πάστερνακ, σε πρόποση που έκανε προς τιμήν του, την ημέρα της γνωριμίας τους το 1935.

ΤΗΣ ΜΑΓΙΑΣ ΣΤΑΓΚΑΛΗ

 

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΟΥΛΓΑΚΩΦ, Η Λευκή φρουρά, μτφρ. Ελένη Μπακοδήμου, επίμετρο Ίγκαρ Μπέλζα, Εκδόσεις Ερατώ, σελ. 510

Κανείς δεν ήξερε ποιος πυροβολούσε ποιον. Τώρα πρέπει να υπερασπιστείς... Αλλά τι; Την ερημιά; Τον ήχο των βημάτων;

Από το βιβλίο

Ως παράνομο της Σοβιετικής Λογοτεχνίας, είχε χαρακτηρίσει τον Μιχαήλ Μπουλγάκωφ (1891-1940) ο Πάστερνακ, σε πρόποση που έκανε προς τιμήν του, την ημέρα της γνωριμίας τους το 1935. Πράγματι ο Μ. Μπουλγάκωφ ήταν ένας αντικαθεστωτικός, Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος, γνωστός κυρίως για την καυστική σάτιρα που ασκούσε στο σοβιετικό καθεστώς, και η οποία συχνά ακροβατούσε μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.

Γεννήθηκε στο Κίεβο. Ήταν αστικής καταγωγής, γόνος της πολυμελούς οικογένειας ενός καθηγητή της θεολογικής ακαδημίας της πόλης και μιας δασκάλας. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της γενέτειρας του. Το 1919, την περίοδο του εμφυλίου (1917-1922) μεταξύ Κόκκινου Στρατού και Λευκών, υπηρετεί ως στρατιωτικός γιατρός και στα δύο στρατόπεδα. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1919 φεύγει από το Κίεβο με τους Κόκκινους, επιστρέφει μαζί τους τρεις μήνες αργότερα και, ενώ μαίνονται οι μάχες στους δρόμους της πόλης, τους αφήνει και περνάει στην πλευρά των Λευκών.

Στο τέλος του ιδίου έτους εγκαταλείπει τον πόλεμο και την ιατρική και στρέφεται οριστικά στο γράψιμο. Τα έργα του χαίρουν μεγάλης δημοτικότητας, ενοχλούν όμως το καθεστώς με αποτέλεσμα κατά περιόδους τα βιβλία του να απαγορεύονται και να κατεβαίνουν οι θεατρικές παραστάσεις των έργων του. Η λογοκρισία που τον ταλαιπώρησε όλη του τη ζωή δεν του επέτρεψε να δει στη χώρα του την έκδοση των δύο μεγάλων του έργων, έτσι Η Λευκή Φρουρά και Ο Μετρ και η Μαργαρίτα θα κυκλοφορήσουν αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του.

Ο Μπουλγάκωφ γράφει τη Λευκή Φρουρά την περίοδο 1923-1924. Αρχίζει να δημοσιεύεται στο περιοδικό Ρωσία, σύντομα όμως το περιοδικό κλείνει κατόπιν κυβερνητικής εντολής και ο συγγραφέας καλείται για ανάκριση στη ΓΚΕ.ΠΕ.ΟΥ. Η θεατρική διασκευή του έργου σε σκηνοθεσία του Στανισλάφσκι αποθεώνεται από το κοινό, ο συγγραφέας όμως βρίσκεται για άλλη μια φορά στο στόχαστρο του καθεστώτος. Το έργο χαρακτηρίσθηκε “αστικής ηθικής και ιδεολογίας” και κατηγορήθηκε ως “αντεπαναστατικό με σκοπό την εξιδανίκευση των Λευκών.” Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια, αν και το παρακολούθησε 14 φορές! Αργότερα η παράσταση απαγορεύεται μαζί με όλα τα θεατρικά έργα του συγγραφέα. Κουρασμένος από τις συνεχείς απαγορεύσεις ο Μπουλγάκωφ κάνει επανειλημμένα αιτήσεις προς τις σοβιετικές αρχές προκειμένου να του δοθεί η άδεια να φύγει από τη χώρα. Μάταια. Η άδεια δεν δίνεται ποτέ και οι αιτήσεις μένουν αναπάντητες. Στις 18 Απριλίου όμως του 1930 δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Στάλιν.

Σ: Τι έγινε; Μας βαρεθήκατε;

Μπ: Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι αν μπορεί να ζήσει ένας συγγραφέας μακριά από την πατρίδα. Μου φαίνεται ότι δεν μπορεί.

Σ: Έχετε δίκιο, έτσι νομίζω κι εγώ.

Στη συνέχεια της συνομιλίας τους ο Στάλιν αφήνει να εννοηθεί ότι τα πράγματα για τον Μπουλγάκωφ θα βελτιωθούν. Και πράγματι τα έργα του παίρνουν μια “ανάσα κυκλοφορίας” παρόλο που λίγο καιρό αργότερα αρχίζει να τον παρακολουθεί η ασφάλεια, και η όπερα Αλέξανδρος Πούσκιν, που ετοιμάζει, απαγορεύεται. Και φυσικά παρά την όποια συμπάθεια του Στάλιν προς το πρόσωπο του, το ανά χείρας βιβλίο, Η Λευκή Φρουρά, δεν εκδίδεται παρά το 1966, καθώς πραγματεύεται την ευαίσθητη περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

Κάτω από τον τίτλο του βιβλίου, δεν βρίσκεται μόνο ο στρατός των Λευκών, αλλά και όλοι οι άνθρωποι που ανήκουν στον κόσμο που καταρρέει από την καινούργια, ακατανόητη για αυτούς, δύναμη των μπολσεβίκων. Η ιστορία, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αρχίζει στο Κίεβο τον Δεκέμβρη του 1918, που ήταν μια χρονιά “μεγάλη και τρομαχτική” όπως μας λέει ο συγγραφέας στην πρώτη σελίδα του βιβλίου. Ο αναγνώστης γνωρίζει τα αδέλφια Τουρμπίν, τα κεντρικά πρόσωπα του έργου, μια νύχτα με χιονοθύελλα, ενώ μαίνεται ο εμφύλιος μεταξύ Κόκκινων και Λευκών αλλά και στο εσωτερικό της πλευράς των αντιμπολσεβίκων. Η Γιελένα, ο Νικόλκα και ο Αλεξέι, στρατιωτικός γιατρός και alter ego του συγγραφέα, μόλις έχουν επιστρέψει από την κηδεία της μητέρας τους.

Τα τρία αδέλφια χάνουν τη μητέρα τους την ίδια εποχή που χάνεται και ολόκληρος ο κόσμος που γνώριζαν. Ένας κόσμος θαλπωρής και στοργικής αβρότητας που τον όριζαν τα ...έπιπλα από κόκκινο παλιό βελούδο, ...αμπαζούρ, σερβίτσια του τσαγιού, ασημικά, ...κουρτίνες στις πόρτες, τζαμένιες βιβλιοθήκες που ανέδιδαν ένα μυστηριώδες άρωμα σοκολάτας, “ Η Κόρη του Λοχαγού”, (έργο του Πούσκιν), που δεν έχει πια θέση στον καινούργιο κόσμο που έρχεται, όπως και οι ήρωες του Μπουλγάκωφ...

Στο δράμα πολέμου και θλίψης που στήνει ο συγγραφέας, παρακολουθούμε τους Τουρμπίν τις τελευταίες μέρες της γερμανικής κατοχής, όταν οι κατακτητές φεύγουν από την Ουκρανία και οι φορείς της εξουσίας το σκάνε μαζί τους. Το Κίεβο, σαν αιωρούμενη πολιτεία μέσα στο χιόνι, έχει εγκαταλειφθεί σε καθεστώς τρόμου, στη μανία του ακραίου εθνικιστή Πετλιούρα, ενός από τους διεκδικητές της εξουσίας, την ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε την Επανάσταση, είναι εχθρός των Κόκκινων, και διώκτης των Γερμανών και της Λευκής Φρουράς. Έρχεται καλπάζοντας με αναρίθμητους στρατιώτες, όπως θέλουν οι φήμες και ο πανικός. Οι μόνοι που μένουν να υπερασπιστούν την πόλη είναι εθελοντές, αξιωματικοί και δόκιμοι, ανάμεσα τους και οι Αλεξέι και Νικόλκα Τουρμπίν. Η πίστη των εθελοντών στο καθήκον, οδηγεί σε μια πομπή από φέρετρα, καθώς η προσπάθεια είναι μάταιη και παράλογη, “με τους παλιανθρώπους του επιτελείου σε βαγόνια πρώτης θέσης” την ίδια ώρα που η πόλη καταρρέει μέσα στο χάος. Ο συγγραφέας μέσω των ηρώων του σκέφτεται με θλίψη τον λαό, τους ανθρώπους που εφησυχασμένοι τόσο καιρό “πίσω από κρεμ κουρτίνες”, αντιλαμβάνονται τώρα την οπερέτα διακυβέρνησης που παίχτηκε εις βάρος τους. Επανειλημμένα γίνονται αναφορές στον στρατηγό Σκοροπάντσκι, γενικό διοικητή όλης της Ουκρανίας, άνθρωπο των Γερμανών, φευγάτο την ώρα της καταστροφής, που η εκλογή του είχε γίνει σε ένα τσίρκο, λες και η Ιστορία βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα στις ψευδαισθήσεις των ανθρώπων.

Μέσα στη διάλυση, μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου, καθώς ακούγονται από παντού πυροβολισμοί και βροντούν τα κανόνια, τα αδέλφια Τουρμπίν διατηρούν τον αυτοσεβασμό τους και τις αξίες τους, είτε στη μάχη είτε μέσα στην απειλούμενη αίγλη της οικογενειακής εστίας. Στην αντίληψη του Μπουλγάκωφ, άξονας συνοχής που μπορεί να διατηρήσει το πλαίσιο ζωής μέσα στο οποίο οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Η πραγματικότητα συνεχίζει να είναι αναγνωρίσιμη και οι άνθρωποι έχουν την ελπίδα να σωθούν, μόνο όσο υπάρχουν δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ο συγγραφέας, σε αυτό το εμπνευσμένο μυθιστόρημα, δίνει αφενός ένα χρονικό ιστορικής ακρίβειας και αφετέρου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα οικειότητας που κάνει τον αναγνώστη να κλείνει με θλίψη το βιβλίο, καθώς θέλει να μείνει και άλλο με τη οικογένεια Τουρμπίν σε εκείνους τους τρομαχτικούς καιρούς.

Ο Μπουλγάκωφ δεν ανήκει στους αριστερούς επικριτές του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης, στους ηττημένους του επαναστατικού ονείρου που παρακολούθησαν με βαθειά απογοήτευση τη νίκη της επανάστασης να σηματοδοτεί την ήττα του επαναστατικού πνεύματος. Η κριτική του έχει τις ρίζες της στη νοσταλγία του παρελθόντος, στην επιθυμία για την “κανονικότητα” που απολάμβανε η μεσαία τάξη της οποίας ήταν μέλος, αλλά και στις ανθρωπιστικές αξίες. Η πίστη του στην ευγένεια και την επιείκεια καθώς επίσης η κλασική του παιδεία και η σκέψη του που ήταν ευρωπαϊκού προσανατολισμού, δεν τον οδηγεί σε μια άγονη, αντιδραστική κριτική. Είχε την διορατικότητα να εντοπίσει τα σκοτεινά σημεία που υπήρχαν από την αρχή στο “Σώμα του Ονείρου” και τα οποία θα το μετέτρεπαν σε εφιάλτη. Με το έργο του στηλίτευσε τη γραφειοκρατία και τον αυταρχισμό του καθεστώτος, στοιχεία χωρίς τα οποία η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει τους στόχους της, καταστρέφοντας, με αυτό τον τρόπο ακριβώς, κάθε δυνατότητα για την ελευθερία την οποία επαγγελλόταν η στιγμή του θαυμαστού ιλίγγου της εξέγερσης.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια