Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Εμίλ Ζολά: πιο πολύ συγγραφέας του Κατηγορώ παρά του Ζερμινάλ

Εκατό χρόνια μετά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και την Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η Γαλλία τραντάζεται από ένα δικαστικό σκάνδαλο. Με τον τίτλο Κατηγορώ! (“J' accuse ...!”) ο Γάλλος συγγραφέας Εμίλ Ζολά, στις 13 Ιανουαρίου 1898, απευθύνει ανοικτή επιστολή

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

 

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ, Κατηγορώ. Μια κορυφαία πολιτική πράξη στην υπόθεση Ντρέυφους, μτφρ. Γιάννης Κωνσταντίνου, εκδόσεις Γκοβόστη

Εκατό χρόνια μετά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και την Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η Γαλλία τραντάζεται από ένα δικαστικό σκάνδαλο. Με τον τίτλο Κατηγορώ! (“J' accuse ...!”) ο Γάλλος συγγραφέας Εμίλ Ζολά, στις 13 Ιανουαρίου 1898, απευθύνει ανοικτή επιστολή προς στον Πρόεδρο της Γαλλίας Φελίξ Φωρ, από την εφημερίδα Ωρόρ, λίγες μέρες μετά την αθώωση του ενόχου και την καταδίκη του αθώου λοχαγού Άλφρεντ Ντρέυφους για εσχάτη προδοσία. Ο Ζολά αρχίζει την επιστολή του με την προσφώνηση «Monsieur le President» και καταλήγοντας, κραυγάζει ότι στρέφεται: «Εναντίον του συνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, εναντίον του στρατηγού Μερσιέ, εναντίον του στρατηγού Μπουαντέφρ και του στρατηγού Γκονζ, εναντίον του στρατηγού Πεγιέ και του ταγματάρχη Ραβαρί, εναντίον των γραφολόγων σας και του ίδιου του εαυτού σας, φαντάζεστε ότι δεν θα μπορέσω ν’ αποδείξω στο δικαστήριο αυτά που βροντοφώναξα. Ε, λοιπόν, γελιέστε, σας ειδοποιώ εκ των προτέρων: σας δώσανε πολύ κακές συμβουλές... Η ελευθερία των αποδείξεων, να η δύναμη, στην οποία στηρίζομαι». Η επιστολή, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, προκάλεσε αναταραχή στη Γαλλία και στο εξωτερικό. Συνέπεια: κρίθηκε ένοχος στις 23 Φεβρουαρίου 1898. Για να αποφύγει τη φυλάκιση, έφυγε στην Αγγλία, από όπου επέστρεψε τον Ιούνιο του 1899.

Έτσι θεαματικά μπαίνει στην ιστορία ο Ζολά, ο οποίος από υπερασπιστής κατέληξε κατηγορούμενος.

Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια στα οποία αναλύεται η λαβυρινθώδης υπόθεση και η εκδίκασή της στα δικαστήρια. Παρατίθεται η Επιστολή, η Δικαστική Κλήση, η Απολογία του Ζολά, ο Λόγος του Ανατόλ Φρανς, η Βίβλος της τιμής και πολλά άλλα στοιχεία που ευαισθητοποίησαν την κοινή γνώμη.

Εν ολίγοις, ο λοχαγός Ντρέυφους, τριάντα πέντε ετών, φλογερός φιλόπατρις, κατηγορήθηκε για τη διαρροή μυστικών του γαλλικού στρατού στους Γερμανούς. Ή υπόθεση ανησύχησε πάρα πολύ την υπηρεσία της αντικατασκοπείας, χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι τη στιγμή που έφτασε στα χέρια του ταγματάρχη Ανρί μια επιστολή -έκτοτε φέρει τον χαρακτηρισμό Μπορντερό / Υπόμνημα- με στρατιωτικές πληροφορίες, στις οποίες, όμως, μόνο κάποιος εξ απορρήτων θα μπορούσε να έχει πρόσβαση. Ο λοχαγός κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε ατίμωση και φυλακή, επειδή ο γραφικός του χαρακτήρας έμοιαζε με το χαρακτήρα του συντάκτη του Μπορντερό. Κανένα κίνητρο δεν μπόρεσε να βρεθεί και καμιά πίεση δεν μπόρεσε να κάμψει τον λοχαγό και να ομολογήσει. Στις βασανιστικές πιέσεις, μάλιστα, του Κλαμ που τον ανέκρινε εξαντλητικά και του έδωσε κι ένα περίστροφο, λέγοντάς του «ξέρεις τώρα τι πρέπει να κάνεις», εκείνος φώναξε: «Όχι, όχι δεν αυτοκτονώ. Είμαι αθώος και ζητώ δικαιοσύνη. Πρέπει να ζήσω για ν’ αποδείξω την αθωότητά μου και ν’ αποκαταστήσω την τιμή του ονόματός μου. Το μόνο μου έγκλημα είναι ότι γεννήθηκα Ισραηλίτης».

Η εμπλοκή του Ζολά στην υπόθεση ήρθε αργά. Όπως παραδέχτηκε, αρχικά, ήταν η αισθητική διάσταση της υπόθεσης· ένα πονηρό δράμα με υπέροχους χαρακτήρες, εφόσον η δημόσια κακουργία και η συνεπαγόμενη πτώση των επιφανών προσφέρει απόλαυση στους κοινούς θνητούς που διψούν για θέαμα, όπως οι θεοί διψούν για αίμα, κάτι για το οποίο άλλωστε έχουν πληρώσει ακριβό αντίτιμο. Έτσι, από τη μία μεριά, οι πληρωμένες από τους Ιησουίτες εφημερίδες παίζουν το παιχνίδι της κατασπίλωσης του θύματος, εξαγριώνοντας το πλήθος, από την άλλη ο Ζολά κεντρίζεται από τη σκληρή τύχη του αθώου ανθρώπου και από την πίστη και το πάθος του για την αλήθεια που είναι η βάση του αγώνα για δικαιοσύνη. Το «Κατηγορώ», στο οποίο κατέληξε, είναι ένα αριστούργημα πολιτικής ρητορικής.

Ο Ζολά καταγγέλλει στο δικαστήριο την διαδεδομένη διαφθορά υψηλού επιπέδου γύρω από τη δίκη του Εστερχάζυ. Κατηγορεί τον στρατηγό Μπιγιό, για διάπραξη του δικαστικού εγκλήματος συγκάλυψης και αθώωσης του ενόχου Εστερχάζυ, επειδή είχε στα χέρια του και απέκρυψε την απόλυτη απόδειξη της αθωότητας του Ντρέυφους, καταδικάζοντάς έναν αθώο. Κατηγόρησε τον συνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ που μηχανεύτηκε την ιδέα να καταλογίσουν το μπορντερό στον Ντρέυφους και τονίζει ότι αν η έρευνα είχε γίνει σωστά, τα αποδεικτικά στοιχεία θα έδειχναν σαφώς ότι το μπορντερό προέρχεται από αξιωματικό του πεζικού και όχι του πυροβολικού, όπως ήταν ο Ντρέυφους. Αναφέρεται σε όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα του θύματος και της οικονομικής του ευημερίας, ακυρώνοντας το κίνητρο του χρηματισμού, επιμένει στη συνεχιζόμενη επιβεβαίωση της αθωότητάς του, αποδεικνύει ότι ο Ντρέυφους είναι θύμα της μηχανορραφίας του Κλαμ, των ιησουιτικών κύκλων που τον περιβάλλουν και της εμμονής του εναντίον των Εβραίων που τους θεωρεί «μάστιγα της εποχής τους». Κατηγορεί τους στρατηγούς Μπουαντέφρ και Γκονζ για θρησκευτικές προκαταλήψεις και τους τρεις γραφολόγους, Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί υπέβαλαν ψευδείς και παραπλανητικές αναφορές, παραβλέποντας την ιατρική εξέταση που αποδεικνύει την πάσχουσα όραση και την κρίση τους και ολοκληρώνει την καταγγελία και κατηγορία εναντίον του στρατιωτικού Επιτελείου, διότι, εν γνώσει του, αθώωσε έναν εγκληματία.

Το δικαστικό δράμα εξελίσσεται με τρεις ήρωες: τον Ζολά, τον συνταγματάρχη Πικάρ και έναν από τους λίγους υπερασπιστές του Ντρέυφους μέσα στο στρατό, τον Μπερνάρ Λαζάρ, εβραίο σοσιαλιστή-αναρχικό και κριτικό, τον πρώτο που υπερασπίστηκε δημοσίως τον Ντρέυφους. Και η υπόθεση Ντρέυφους γίνεται πλέον υπόθεση Ζολά. Ο υπερασπιστής διώκεται με την κατηγορία της εγκληματικής δυσφήμησης, πράγμα που τον ενθουσιάζει: «Ας διεξαχθεί έρευνα στο πλήρες φως της ημέρας», λέει, όντας βέβαιος ότι θα κρινόταν ένοχος.

Ήταν όμως αποφασισμένος. Και έτσι η υπόθεση Ντρέυφους –Ζολά αναδεικνύεται ως το πολιτικό και κοινωνικό γεγονός της δεκαετίας. Ζολά και Ντρέυφους, οι αθώοι κάθονται στο εδώλιο για να μην αποκαλυφθούν οι ένοχοι. Η Δημοκρατία που στηρίζεται στην Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη πλήττεται θανάσιμα. Στο πλάι του Ζολά, ανάμεσα στους επιφανείς που συμπαρίστανται βρίσκεται και ο Ανατόλ Φρανς, ο σοσιαλιστής Ζαρές και ο Σορέλ που βροντοφώναξε ότι πρόκειται για «έγκλημα», στο οποίο δεν συμμετέχει «εν ονόματι καμιάς ιδεολογίας». Ο Έλληνας Γιάννης Ψυχάρης που συμπολέμησε στο πλευρό και του Ζολά και του Ανατόλ Φρανς.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1902 ο Ζολά πέθανε. Ο θάνατός του βύθισε σε πένθος όλους τους πιστούς της Δημοκρατίας και ο Φρανς εκφώνησε τον επικήδειο λόγο. Το 1928 εκδίδεται η Βίβλος τιμής με εκατόν τριάντα πέντε κείμενα συμπαράστασης κορυφαίων πνευματικών εκπροσώπων της Γαλλίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, οι οποίοι στηρίζουν τον αγώνα του Ζολά για την παλινόρθωση της δικαιοσύνης, ανάμεσά τους και ο Μαρσέλ Προυστ. Μετά την έκδοση της Βίβλου, πλήθος φοιτητικών σωματείων και νεολαιών προσέρχονται με πίστη και ενθουσιασμό για να διαδηλώσουν το θαυμασμό τους και να γίνουν συναγωνιστές του Ζολά.

Ο Ντρέυφους, που είχε ατιμαστεί και καταδικαστεί σε ισόβια, αθωώθηκε και αποκαταστάθηκε, χάρις στη δυνατή σαν υψωμένη γροθιά φωνή της αλήθειάς του. Ο Ζολά δεν πρόλαβε να δει την τελική έκβαση. Το Κατηγορώ του, όμως, έγινε η φωνή του κάθε αδικημένου, έργο «κοινωνικής δικαιοσύνης και ανθρωπιάς». Αργότερα ο Κλεμανσώ, «ο Τίγρης του πρώτου παγκοσμίου πολέμου», θα τον συμπεριλάμβανε ανάμεσα στους ανθρώπους που «όρθωσαν το ανάστημά τους ολομόναχοι... άοπλοι στις βρισιές και την οργή και που τόλμησαν να φωνάξουν ‘‘όχι’’ τη στιγμή που τα πλήθη ζητούσαν από αυτούς να φωνάξουν ‘‘ναι’’. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ζολά». «Αυτό ο Φλωμπέρ δε θα ήταν ικανός να το κάνει...» είπε ο Henri Barbusse εξαίροντας τη στάση του Ζολά.

Ένα από τα καλά κλασικά βιβλία που διαβάστηκε πολύ και διαβάζεται ακόμα, άνετα και με μεγάλο ενδιαφέρον. Η μετάφραση σε ωραία ελληνική γλώσσα.

Και το εξωκειμενικό ερώτημα που προκύπτει από μια λεπτομέρεια. Ο Ντρέυφους καταδικάστηκε επειδή ο γραφικός του χαρακτήρας έμοιαζε στον γραφικό χαρακτήρα του αποστολέα του Μπορντερό. Στο έργο του Ανατόλ Φρανς, Οι θεοί διψούν, ένας αθώος οδηγήθηκε στη λαιμητόμο, επειδή έμοιαζε με τον εραστή της αδελφής του επαναστάτη ήρωα. Ιδού η «Μεταμυθοπλασία» κατά τον Κώστα Βούλγαρη και η διακειμενική σχέση των δύο συγγραφέων.

 

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι κριτικός λογοτεχνίας

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια