Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ιταλική βραδιά από τον Γιώργο Μπαλατσινό και την ΚΟΑ

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Δεν γνωρίζαμε τον Γιώργο Μπαλατσινό μέχρι τις 20 Οκτωβρίου, όταν τον είδαμε να κατευθύνεται με ζωηρό βήμα προς το πόντιουμ της αίθουσας «Χρήστος Λαμπράκης», για την παρθενική (;) του δοκιμασία ενώπιον της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, συγκροτήματος ικανού για εξάρσεις, αλλά και για χαμηλά περάσματα, όταν δεν πείθεται - εμπνέεται επαρκώς από τη φυσική ηγεσία της μπαγκέτας. Δεν γνωρίζουμε επίσης αν η αιγίδα του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών γι’ αυτήν την «Ιταλική βραδιά» υπήρξε αποτέλεσμα εισήγησης του προγράμματός της από τον 32χρονο αρχιμουσικό ή αν εκείνος απλώς εκλήθη να υπερασπισθεί επιλογή άλλων. Αντιθέτως, με επίκαιρη ακόμη την εκτέλεση για τα «Πεύκα της Ρώμης» στην Τιφλίδα, η παράδοση της ερμηνευτικής σκυτάλης παρουσίαζε στην αντίληψή μας περισσότερους κινδύνους παρά προσδοκίες σε αυτήν την άτυπη αντιπαράσταση της χρονικής συγκυρίας. Ιδιαιτέρως όταν ένας μαέστρος, έστω και στον απόηχο διάκρισής του σε διεθνή διαγωνισμό διεύθυνσης ορχήστρας στο Βερολίνο, επιλέγει να εγκαινιάσει τη συναυλία του -και να «προθερμάνει» την Ορχήστρα του- με τις «Fontane di Roma» (Κρήνες της Ρώμης, 1916), το χρονικά πρώτο από τα συμφωνικά ποιήματα της Ρωμαϊκής τριλογίας του Ottorino Respighi (1879-1936), συνθέτη στον οποίον ο Αλφρέντο Καζέλλα πίστωνε «ύψιστη δεξιοτεχνία ενορχηστρωτή» και ο Πουτσίνι αναγνώριζε «ανυπέρβλητη τέχνη της ενορχήστρωσης».

Μαθητής του Ρίμσκυ Κόρσακωφ για ένα διάστημα στη Ρωσία, ο Ρεσπίγκι επενδύει μια μορφή συμφωνικού ποιήματος που ανατρέχει στον Στράους με αισθητικές αναφορές στον κύκλο του ποιητή Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο. Κύκλο που, στις «Πηγές της Ρώμης», ρητά έβλεπε «όχι τη Ρώμη των Καισάρων, αλλά τη Ρώμη των Παπών, όχι τη Ρώμη των αψίδων, των θερμών και των αγορών, αλλά τη Ρώμη των επαύλεων, των πηγών, των ναών». Αυτό λοιπόν το είδος μάλλον συναισθηματικού παρά περιγραφικού ιμπρεσιονισμού γαλλο - ρωσικής επιρροής διαπότισε την ερμηνεία μέσα στον ελάχιστο χρόνο που διέθετε ο Μπαλατσινός προκειμένου να ενσταλάξει στην ορχήστρα του την ποιότητα ηχητικής φραστικής που ζητούσε, αποσπώντας σονοριτέ πρωινής δροσιάς για τη Villa Borghese, καθ’ οδόν προς μια θριαμβική ανατολή του ήλιου πάνω από την Πηγή του Τρίτωνα. Η ΚΟΑ απέδωσε σαν υπνωτισμένη σε αυτή την «εικονογραφημένη» περιήγηση του υδροφόρου ορίζοντα της Αιώνιας Πόλης, κυριολεκτικά ακροπατώντας στα ευφάνταστα ποικίλματα της ενορχήστρωσης.

Θα τηρήσουμε αποστάσεις μολαταύτα, για τη συνέχεια, από τη μεταγραφή (1893/94), για το πιάνο και ορχήστρα, τής «Rhapsodie espagnole», αρ. κατ. Searle 254, του Franz Liszt (1811-1886), υπέρ της πρωτότυπης εκδοχής για πιάνο σόλο. Τόσον επειδή θεωρούμε ότι η «βελτιωτική» παρέμβαση δεν προσθέτει τίποτε, έστω και αν οφείλεται στον Ferruccio Busoni (1866-1924), όσο και επειδή ο διακεκριμένος πιανίστας Francesco Nicolosi (*1954) που την υπερασπίστηκε, παρά την τριβή του με τους μεγάλους και εν μέρει ξεχασμένους δεξιοτέχνες του Ottocento, δεν διεκδίκησε στην πραγματικότητα το επίπεδο «υπερβατικής» μουσικής έμπνευσης εκείνων. Ο ίδιος πάντως μάς έπεισε πολύ περισσότερο στο encore του, μιαν απέριττη παράφραση του Sigismond Thalberg (1812 -1871) πάνω στο κουαρτέτο «Α te o cara» από την τελευταία όπερα του Vincenzo Bellini (1801-1835), «I Puritani» (25.01.1835), προερχόμενη προφανώς από τη συλλογή «L'art du chant appliqué au piano» (1853) τού επιφανούς αντιζήλου του Λιστ.

Η υποκείμενη συνεκτικότητα του προγράμματος επιβεβαιώθηκε και με το ατμοσφαιρικό «Notturno» για ορχήστρα (μεταγραφή του 1ου από 2 νυχτερινά για πιάνο σόλο έργ. 70, 1891) του Giuseppe Martucci (1856-1909), παρεμπιπτόντως δασκάλου του Ρεσπίγκι, το οποίο αποδόθηκε χωρίς ενδοιασμούς για τη μεσογειακή θέρμη του, αλλά και με ευήκοον ούς για τις επιρροές του Μπραμς που ενσωματώνει.

Τέλος, τη συμφωνική φαντασία «Francesca da Rimini» (1877), που ολοκλήρωσε τη συναυλία, είχε παρουσιάσει ο Τσαϊκόφσκι πολύ πριν ο Ντ’ Ανούντσιο ανασύρει το θέμα από το 5ο «canto» της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη για τη δική του ομώνυμη τραγωδία (1901). Μουσικά πάντως τόσο η περιπλάνηση στο δαντικό Inferno όσο και οι ώρες πάθους της μοιχαλίδας από τη Ραβέννα με τον «Ωραίο» κουνιάδο της Πάολο Μαλατέστα πίστωσαν τον Μπαλατσινό με περαιτέρω ερμηνευτική ταυτότητα, κυριαρχία στη διαχείριση του αφηγηματικού μίτου της συμφωνικής γραφής, όπως και υπολογίσιμη επιρροή στην επίδοση των μουσικών της Ορχήστρας, συμπαρασύροντάς τους σ’ ένα γενικό επίπεδο που ίσως να είναι και το πραγματικό της...

Δείτε όλα τα σχόλια