Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η «ασθένεια των καιρών»

«Μαυροπούλι» του Χάρροουερ, με Κιμούλη στο Θέατρο Άλμα

Το έργο του Σκώτου Ντέιβιντ Χάρροουερ είναι δύσβατο και απόκρημνο, σαν τα φαράγγια στα ψηλά βουνά της πατρίδας του. Σε πρώτο επίπεδο μας αφηγείται την ιστορία της αποπλάνησης ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού από έναν σαραντάχρονο άνδρα, που συνέβη δεκαπέντε χρόνια πριν. Πρόθεση του έργου δεν είναι να ερεθίσει τα ανακλαστικά ενός κοινού εθισμένου στην ατέλειωτη τηλεοπτική σκανδαλοθηρία που κρύβει επιμελώς πουριτανισμό πίσω από την πρόσοψη του «πολιτικώς ορθού». Πρόσφατα διάβαζα μια μελέτη για το αρχαιοελληνικό δράμα, μιας Αμερικανίδας καθηγήτριας ανθρωπολόγου, που, εκκινώντας από τις «πολιτικά ορθές» θέσεις της, χαρακτήριζε τη σκηνή της θυσίας της Πολυξένης στην «Εκάβη» του Ευριπίδη (ο συγκλονιστικότερος ύμνος που έχει γραφεί ποτέ για τη γυναίκα από άνδρα!), ούτε λίγο ούτε πολύ, ως σεξιστική και πορνογραφική! Κάπου χάσαμε, ως φαίνεται, τελείως τον μπούσουλα.

Το έργο του Χάρροουερ παίρνει επιδέξια απόσταση από το επικίνδυνο θέμα της παιδοφιλίας, εκμεταλλευόμενο το «άνοιγμα» ανάμεσα στην αφήγηση (τι συνέβη τότε) και στη δράση (τι συμβαίνει τώρα), όταν το κορίτσι, γυναίκα πια, επισκέπτεται απρόσμενα τον «διαφθορέα» του, δεκαπέντε χρόνια μετά, και εισβάλλει στον παρόντα χρόνο του. Κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον η κρίση περί της ενοχής ή αθωότητας ενός άνδρα που δεδομένα παραβίασε τους κατοχυρωμένους με νόμο κανόνες της κοινωνίας του. Ωθώντας ο συγγραφέας προσωρινά στο περιθώριο το θέμα της παιδοφιλίας, χωρίς να το ξεχνάει, αναπτύσσει γύρω από τους ώριμους ηλικιακά ήρωές του ένα περίπλοκο παιχνίδι σχέσεων εξουσίας, όπου, εναλλάξ, ο κυνηγός γίνεται θήραμα και το θήραμα κυνηγός, κάτι που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει για κάθε ερωτική σχέση. Ωστόσο, εδώ, το ζητούμενο είναι διαφορετικό (και ταυτόχρονα ίδιο) για κάθε μέλος του αντιπάλου ζεύγους. Για τον άνδρα, προβάλλοντας το κτητικό του εγώ να υποτάξει ολοκληρωτικά το αντικείμενο του σκοτεινού πόθου, την αναδυόμενη κτητική γυναίκα. Για την αναδυόμενη κτητική γυναίκα, βυθιζόμενη στον ενστικτώδη εαυτό της να ολοκληρώσει την εκκρεμή ταυτότητα του φύλου με τον μόνο τρόπο που της είναι οικείος: υποτάσσοντας με κάθε μέσο το ισχυρότερό της αρσενικό...

Μια πορεία τυφλής μετωπικής σύγκρουσης δίχως διέξοδο, όπου το παιδοφιλικό παρελθόν επιστρέφει αιφνίδια και αναπότρεπτα ως τραγική φάρσα. Το έργο δεν μιλάει μόνο για την παιδοφιλία (ψυχοπνευματική διαταραχή με ενδεχόμενη δράση) και τη σεξουαλική κακοποίηση (κολάσιμη από τον νόμο δράση). Μιλάει για τη βία και το σκοτάδι, την άβυσσο της απωθημένης ερωτικής επιθυμίας που φέρουμε όλοι μέσα μας ανεξαρτήτως φύλου, αλλά δεν γνωρίζουμε. Για το σκοτεινό κομμάτι του είναι μας, που δεν αντέχουμε να το αντικρίσουμε. Το αυθεντικό κείμενο τελειώνει με ένα αμήχανο γέλιο, σημαντικό του αδύνατου έρωτα, δηλωτικό της ανολοκλήρωτης και αδιεκπεραίωτης ταυτότητας φύλου σήμερα, του άνδρα και της γυναίκας. Το τιμωρητικό για τον άνδρα τέλος πρόσθεσε ο Πήτερ Στάιν στην παράστασή του και έκτοτε επικράτησε.

Στο Θέατρο Άλμα ο Γιώργος Κιμούλης σκηνοθετεί το έργο υπό την πιο πάνω ακριβώς οπτική (με την προσθήκη του Στάιν), σε καλή, βατή μετάφραση του Λευτέρη Γιοβανίδη, με ωραίους στίχους και μουσική του Κραουνάκη, σε περίκλειστο σκηνικό (Χριστίνα Κωστέα), φοβικά κοστούμια (Σοφία Νικολαΐδη), «ψυχρούς» φωτισμούς (Κατερίνα Μαραγκουδάκη), άρτια βίντεο (Κιμούλης-Γαλανός). Δεν αρκείται να περιγράφει εξωτερικά το σύμπτωμα της «ασθένειας των καιρών» που έχει σωστά διαγνώσει (ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός), αλλά πηγαίνει πιο βαθιά, μπήγει το νυστέρι στο κόκαλο, ανιχνεύοντας τις μύχιες αιτίες της κοινωνικής ασθένειας και πολιτικής νόσου. Τηρεί σωστές αποστάσεις από το ριψοκίνδυνο θέμα για να μην το «κάψει» και ισορροπεί «στην κόψη» τις εντάσεις. Δεν καταγγέλλει εμφαντικά, δεν αποφαίνεται κυριαρχικά, περιορίζεται να ιχνηλατεί με καίριες και σαφείς, κοφτές θεατρικές κινήσεις - ανάσες τα κίνητρα που οδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο, μην αντέχοντας την ελευθερία, να επιστρέφει πίσω στη σκοτεινή σπηλιά του ασυνειδήτου -σπήλαιο πλατωνικό- από την οποία είχε μόλις διαφύγει. Έξοχες είναι οι υποκριτικές. Ο Κιμούλης, αυτοπειθαρχούμενος, «κεντάει» τον ρόλο με τις αόρατες, υπόγειες μεταβάσεις του, από θύτης θύμα και το αντίστροφο. Η Ανθή Σαββάκη, εκρηκτική, δίνει «ρέστα», πότε οχιά κουλουριασμένη έτοιμη να τιναχτεί αστραπιαία, πότε τρομαγμένο αγρίμι. Ένα ρεσιτάλ των δύο.

Δείτε όλα τα σχόλια