Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ιταλική μπαλαφάρα

Ναι, βεβαίως, ένα τεράστιο ποσοστό των Ιταλών, σχεδόν η μισή Ιταλία, έστειλε μια αρνητική ψήφο στη σημερινή πολιτική της Ευρώπης. Προσοχή: όχι αρνητική ψήφο στην ιδέα...

Από τον ΑΝΤΑΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

 

Ναι, βεβαίως, ένα τεράστιο ποσοστό των Ιταλών, σχεδόν η μισή Ιταλία, έστειλε μια αρνητική ψήφο στη σημερινή πολιτική της Ευρώπης. Προσοχή: όχι αρνητική ψήφο στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης (οι Ιταλοί υπήρξαν πάντα φιλοευρωπαϊστές -άλλωστε ήταν στους ιδρυτές της Ενωμένης Ευρώπης-, ακριβώς όπως υπήρξαν πάντα φιλοαμερικάνοι), αλλά αρνητική ψήφο στην Ευρώπη που τους ωθεί σε μια πολιτική λιτότητας.

Πρέπει όμως να πανηγυρίζουν οι Έλληνες για τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών; Πρέπει να έχουν την αίσθηση πως παίρνουν κατά κάποιον τρόπο το αίμα τους πίσω; Νομίζω πως όχι. Οι διαφορές μεταξύ ημών και των Ιταλών είναι περισσότερες από τα κοινά μας σημεία. Όπως και η λιτότητα την οποία καλούνται να ακολουθήσουν οι Ιταλοί δεν έχει καμιά, μα καμιά, σχέση με τη δική μας. Αν ο κάτοικος μιας σχετικά φτωχής χώρας και ο κάτοικος μιας σχετικά πλούσιας χώρας καλούνται να κάνουν οικονομία στα έξοδά τους, άλλες επιπτώσεις έχει η μία οικονομία, άλλες η άλλη. Άλλα έχει να χάσει ο ένας, άλλα ο άλλος. Πολλοί από τους Ιταλούς που ψήφισαν όπως ψήφισαν, χάνουν απλώς τη βολή τους.

Μήπως όμως οι Ιταλοί είναι πρωτοπόροι, μήπως από την περασμένη Δευτέρα πρέπει να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση; Για να δούμε λιγάκι με ποια λογική ψήφισαν κατά του Βερολίνου. Τα πράγματα είναι γνωστά: ο Μπερλουσκόνι, προκειμένου να δικαιολογήσει την καταστροφική πολιτική του των τελευταίων είκοσι χρόνων και προκειμένου να ξαναμπεί στο πολιτικό παιχνίδι (μην ξεχνάμε, τα δικαστήρια είναι εκεί και τον περιμένουν...) ρίχνει όλο το φταίξιμο στους Γερμανούς. Δεν είναι ο μόνος που το κάνει στην Ευρώπη, αυτός όμως το κάνει πιο καλά, είναι άσος στο θέατρο και στο καραγκιοζιλίκι, όπως είναι άσος στον σινιέ λαϊκισμό ("θα βγάλω από την τσέπη μου να πληρώσω τους φόρους των Ιταλών"). Η ψήφος που κατάφερε να ξανακερδίσει είναι και συνέπεια της πολιτικής του των είκοσι χρόνων, είναι η ψήφος που επιμένει στη διαφθορά, στο βόλεμα, στον ατομικισμό, στην απόλυτη χυδαιότητα, στην υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού, στην υπόσχεση του πιο εύκολου, εγωϊστικού και χυδαίου πλουτισμού. (Α ναι, και στον αντικομμουνισμό: ουσιαστικά είναι ο τελευταίος στην Ευρώπη που βλέπει παντού κομμουνιστές και κομμουνιστικό κίνδυνο...).

Ο Μπέπε Γκρίλο είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Κι εδώ κυριαρχεί ο απόλυτος λαϊκισμός, το κακό θέατρο (και μάλιστα χωρίς το χιούμορ του Μπερκλουσκόνι), η παντελής έλλειψη μιας πολιτικής πρότασης, η έμμεση υπονόμευση κάθε δημοκρατικού θεσμού, η συγγένεια με μια φασιστικής νοοτροπίας κινηματικότητα: όλοι είναι απατεώνες πλην αυτών που ψηφίζουν τα "πέντε αστέρια" κι όλοι θα κληθούν να δώσουν λόγο σε κάποιο λαϊκό δικαστήριο που θα ορίσει ο φωνακλάς κωμικός ηθοποιός-ηγέτης. Η σούπα του έχει λίγα καρυκεύματα από τον αριστερό λαϊκισμό, πολλά συστατικά από τον δεξιό λαϊκισμό και μυρίζει δικτατορίες που βάζουν την πολιτική στον γύψο.

Η σημερινή Ιταλία, δημιούργημα του Μπερλουσκόνι, δεν έχει καμιά σχέση με την Ιταλία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων ή με την άκρως πολιτικοποιημένη Ιταλία των δεκαετιών του '70 ή του '80. Είναι μια Ιταλία διαβρωμένη, άρρωστη, μεθυσμένη, ατομικίστρια. Από το πολύ να βλέπει ημίγυμνες γλάστρες στις μπερλουσκονικές τηλεοράσεις, έγινε η ίδια γλάστρα, στην οποία φυτρώνουν περίεργα φυτά.

Αν οι Ιταλοί ψήφισαν όπως ψήφισαν, αυτό πρέπει να μας θλίβει. Στην οικονομίστικη, φιλελεύθερη Ευρώπη των τραπεζών που θέλει η Μέρκελ, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο Μπερλουσκόνι, ούτε ο Γκρίλο. Κι αν η γερμανική υπεροψία που διέσπασε την Ευρώπη σε δύο ταχύτητες ενέχει σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ενωμένης ηπείρου, ο λαϊκισμός με τις γκρίζες αντιδημοκρατικές σκιές του θα είναι ο θάνατός της.

 

Στα άδυτα των Νομπέλ

Δεν ξέρω πώς φανταζόμουν τα γραφεία της Σουηδικής Ακαδημίας - ίσως πολυτελή, κάπως ψυχρά, με έναν αέρα επισημότητας και τυπικότητας. Τα γραφεία όμως που είδα την περασμένη εβδομάδα (από τους λίγους τυχερούς που μπόρεσαν να εισβάλουν εκεί όπου αποφασίζονται τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά, και όχι μόνο, βραβεία του κόσμου) ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Κανονικά γραφεία, με παλιά έπιπλα αλλά και κομπιούτερ, με σακάκια κρεμασμένα στους τοίχους, με άδεια φλιτζάνια από καφέδες δίπλα στις θέσεις των (όχι αναγκαστικά γραβατοφορεμένων) υπαλλήλων. Και κυρίως άφθονες βιβλιοθήκες. Με βιβλία από όλο τον κόσμο, κατανεμημένα όχι κατά χώρες, αλλά κατά συγγραφείς. Τα κοιτάζεις και ξέρεις ότι ένας από αυτούς θα είναι ο επόμενος νομπελίστας, κι ύστερα ο επόμενος και πάει λέγοντας, ώς το τέλος του κόσμου.

Βρέθηκα στη Σουηδία για να επισκεφτώ έναν νομπελίστα. Έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της εποχής μας, βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας του 2011, τον Τούμας Τρανστρέμερ (όλο το έργο του κυκλοφορεί σε έναν τόμο από τις εκδόσεις Printa σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου, καθηγητή σε σουηδικό πανεπιστήμιο, κάτοικο της Σουηδίας από τα 20 του χρόνια). Ο εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα του Τρανστρέμερ είχε μια τρομερή ατυχία στη ζωή του: στα 59 του χρόνια (σήμερα είναι 82 ετών) ένα εγκεφαλικό τού ακινητοποίησε τη δεξιά πλευρά του σώματός του και του αφαίρεσε την ικανότητα ομιλίας. Παρά την αναπηρία αυτή, ο Τρανστρέμερ, με τη βοήθεια της γυναίκας του Μόνικα, εξακολουθεί να δέχεται -επιλεκτικά- δημοσιογράφους στο μικρό και με εξαιρετική θέα διαμέρισμά του στη Στοκχόλμη. Ό,τι δεν μπορεί να εκφράσει ο ίδιος, το λένε τα μάτια και το χαμόγελό του, το λέει η γυναίκα του κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Και το λέει ο ίδιος παίζοντας με το καλό του αριστερό χέρι πιάνο - ένα δώρο που έκανε στις "Κεραίες της εποχής μας" και που θα δούνε οι Έλληνες τηλεθεατές όταν θα προβληθεί το αφιερωμένο σε αυτόν επεισόδιο.

Λυρικός ποιητής, λιτός στα εκφραστικά του μέσα, με τη σουηδική φύση πανταχού παρούσα στα ποιήματά του, ο Τρανστρέμερ τραγούδησε το ανθρώπινο δράμα πηγαίνοντας κατ' ευθείαν στην ουσία των πραγμάτων, χωρίς περιττές φιοριτούρες. Τα όνειρα, τα ταξίδια, η μουσική και οι σιωπές εξακολουθούν και σήμερα να εμπνέουν τα ποιήματά του - το εγκεφαλικό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να γράφει ποίηση. Λίγες μέρες πριν μας συναντήσει, βρισκόταν σε ταξίδι στην Αφρική. Και η δική μας συνέντευξη ήταν η τελευταία μιας σειράς συνεντεύξεων που έδωσε με την ευκαιρία του Νομπέλ. Τώρα, μας είπε η γυναίκα του, θα γυρίσει στην ποίησή του. Και στη σιωπή του.

Ας γυρίσουμε όμως κι εμείς στη Σουηδική Ακαδημία, που αυτόν τον καιρό φιλοξενεί μια μεγάλη έκθεση για τον νομπελίστα ποιητή. Ο Περ Βέστμπεργκ, ένας από τους επιφανέστερους ακαδημαϊκούς και παλιός φίλος του Τρανστρέμερ εξηγεί ότι οι Σουηδοί καθυστερούσαν για χρόνια να δώσουν το βραβείο στον ποιητή, φοβούμενοι μήπως κατηγορηθούν ότι ευλογούν τα γένια τους. Μπροστά στον φακό μιλάμε για τη λογική των Νομπέλ (η εντύπωσή μου, του λέω, είναι πως η Ακαδημία άλλοτε βραβεύει καταξιωμένους διεθνώς συγγραφείς που το αξίζουν, όπως τον Λιόσα, κι άλλοτε προτείνουν καλούς συγγραφείς γνωστούς στη χώρα τους, αλλά όχι διεθνώς, όπως τη Μίλερ???αν το δούμε εκ των υστέρων, ίσως να έχετε και δίκιο, μου απαντά, αλλά δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, καμιά πρόθεση. Υπάρχουν γύρω στις 380 προτάσεις κάθε χρόνο, κι από αυτές αποφασίζεται ο νικητής), εκτός φακού μού εξομολογείται ότι τόσο ο Ίταλο Καλβίνο όσο και ο Ζέμπαλντ θα έπαιρναν οπωσδήποτε το Νόμπελ αν δεν προλάβαινε τα βραβεία ο θάνατος.

Η αίθουσα στην οποία μιλάμε, είναι η αίθουσα στην οποία συνεδριάζει κάθε εβδομάδα, όλο τον χρόνο, η επιτροπή για να φτάσει τελικά στις πέντε υποψηφιότητες που θα συζητηθούν στο τέλος ("μα είναι αλήθεια ότι μερικές φορές δίνετε το βραβείο για πολιτικούς λόγους;" "Όχι. Δίνουμε το βραβείο, σε όποιον, κατά τη γνώμη μας, το αξίζει. Αν όμως το βραβείο σε ορισμένες περιπτώσεις, βοηθάει και πολιτικά, αυτό δεν είναι κακό"). Σε μια γωνία, σε ένα τραπεζάκι, βλέπω τέσσερα βιβλία με μεταφρασμένα σε διάφορες γλώσσες ποιήματα της Κικής Δημουλά (στα σουηδικά την έχει μεταφράσει ο Ίνγκμαρ Ρεντίν, μεταφραστής και του "Άξιον Εστί"). Δεν ξέρω αν είναι τοποθετημένα εκεί λόγω της επίσκεψής μας, ως κίνηση αβροφροσύνης, ή αν τυχαίνει να συζητάνε αυτές τις μέρες το έργο της.

Ρωτώ διακριτικά τον Βέστμπεργκ, δεν μου απαντά.

Δείτε όλα τα σχόλια