Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένα δάσος: Η Λούλα Αναγνωστάκη

Το ήξερε ότι η ήττα είναι μια τρομερή πυρκαγιά που δεν αφήνει πίσω της τίποτα χωρίς να το γεμίσει στάχτη

Θα μπορούσες να σκοντάψεις επάνω της. Γιατί ήταν όμορφη σαν δέντρο. Αλλά ένα δέντρο μέσα στο δάσος. Και τότε το δάσος αποκτούσε νόημα. Όταν σε κοίταζε θέλω να πω. Σε κοίταζε πίσω από τα μαύρα φύλλα. Κι εσύ ήξερες ότι σε προσπερνάει αχνά για να έχει μυστήριο το δάσος του εαυτού της. Για να μην καεί στα σπίτια των μικροαστών σαν τυχαία ξυλεία. Κι εσύ αντίκριζες τον εαυτό σου στον ακατάγραπτο πίνακα των φυλλωμάτων. Έβλεπες το παρελθόν σαν μειδίαμα Κούρου. Κανείς ποτέ, εκτός και αν είναι το δέντρο ενός δάσους απάτητου, δεν απέκτησε αυτό το μειδίαμα: το μεταξύ Κούρου και Τζοκόντας. Κανείς δεν απέκτησε τέτοια κλαδιά. Κι αυτό το πλαίσιο μιας τόσο ιδιαίτερα ερωτικής σιωπής που διακόπτεται μονάχα από την ανάγκη της άτιτλης φωνής. Που δεν ονομάζει, δεν τονίζει, ούτε αποφωνείται. Υπάρχει επειδή ακριβώς δεν υπάρχει. Όπως τα δέντρα του δάσους. Δεν υπάρχουν, ανήκουν. Έτσι κι εκείνη ανήκε στον μέλανα δρυμό, τον δριμύτατο δρυμό του έρωτα που θωπεύει τα σαρκοβόρα. Όλα τα σαρκοβόρα που λάμπουν μέσα από τα μαύρα φυλλώματα. Τα μάτια τους. Όπως τα μάτια της. Γι’ αυτό περπατούσε και κοίταζε με ήπια αγριότητα λύπης πίσω από το μαύρο δάσος της ελπίδας. Και έγινε δέντρο για να μπορεί να είναι τόσο πολύ όμορφη ώστε να πάει πιο πέρα από τον εαυτό της. Να γίνει αγρίμι πεινασμένο που, όταν όλοι κοιμούνται, μπαίνει στην πόλη, περπατάει αθόρυβα και προπαντός αργά, βλέπει τα σπίτια και τους φτωχούς ανθρώπους που δεν ξέρουν από δάση και μυστήρια και ομορφιά. Τους βλέπει. Δεν κάνει τίποτα. Τους βλέπει κι όλο περπατάει. Χρόνια πολλά. Δαγκώνει μπουκιές απ’ το σκοτάδι, πίνει το λιγοστό νερό που τρέχει που τους εφιάλτες κι ύστερα φεύγει. Κοίταξέ την: φεύγει. Κι όλο φεύγει. Η τάξη του δάσους δεν έχει ταραχθεί. Κι όμως. Εκείνη επιστρέφει στο δέντρο που είναι. Στο δέντρο μιας ενόφθαλμης τυφλότητας προκειμένου να χάνονται για πάντα οι αντάρτες, ακόμα κι από τον εαυτό τους. Και να μην τους βρίσκει κανένας. Προπαντός ο εαυτός τους. Για να σωθεί το δάσος από τις πυρκαγιές της ήττας.

Το ήξερε ότι η ήττα είναι μια τρομερή πυρκαγιά που δεν αφήνει πίσω της τίποτα χωρίς να το γεμίσει στάχτη. Κυρίως στα μάτια, στα μαύρα φυλλώματα του δάσους. Στη μαύρη αρμύρα μιας θάλασσας που πολέμησε πολλές τρικυμίες μέχρι να χάσει τον δικό της ορίζοντα και να γίνει ένα αρμυρό νερό. Ένα αρμυρό νερό μιας Τροίας ταπεινής, κι ούτε πουκάμισο αδειανό, ούτε Ελένη, ούτε λευκό, λευκότερο από το μαύρο αίμα που άλλοι το είπαν Σκάμανδρο κι άλλοι ανάγκη. Έτσι είδε τα χρόνια να περνούν. Τα δέντρα να μεγαλώνουν, τα μαύρα φύλλα να γέρνουν από το μαύρο τους, να γίνονται πιο μαύρα. Δεν είδα ποτέ τα μάτια της αθωότητας να με κοιτάζουν πίσω από τα μαύρα φύλλα ενός απέραντου δάσους. Ήξερα όμως ότι η αθωότητα θα με σκοτώσει, αν προσπαθήσω να ξεδιαλύνω το μυστήριο. Δεν αντέχεται αυτό. Γι’ αυτό υπάρχει. Γιατί είναι μονάχο του, επειδή κανένας δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βλέμμα χωρίς τον κίνδυνο της απόλυτης όρασης που θραύει τους καθρέφτες ωθώντας σε απόσυρση έθνη, θρησκείες (όλων των ιδεώσεων προσαρμογής στο επέκεινα), πολιτευμένες μοναξιές και άλλα πολλά πρόθυμα σκεύη των διαφωτισμών.

Το ήξερε πως δεν είναι διαφωτισμός, πως είναι ημίφως. Το έλεγε: «Σε σας που μ' ακούτε», έλεγε. Κι άστραφτε το δαχτυλίδι της, στο πιο μεγάλο δέντρο του παραμυθιού της λίγης μας ζωής, άστραφτε ένα μεγάλο διαμάντι φτιαγμένο από μπλουζ, «Παίξ' το» έλεγε ο Γουέην Σόρτερ σ’ έναν μουσικό του «όπως περπατάει ο Μάρλον Μπράντο στο 'Λιμάνι της αγωνίας'». Κι εκείνη κοίταζε πίσω από τα μαύρα φυλλώματα με τις διεσταλμένες κόρες, τις αντίθετες στα ειωθότα. Διεσταλμένες όχι στο σκοτάδι, αλλά στο σκοτεινό. Σε όλες του τις περιπτώσεις. Στο κάτω μυστήριο. Εκεί όπου λίγοι περπατούν. Ιδιαίτερα όταν ο λύκος δεν θα φύγει ποτέ, γιατί αν φύγει θα πεθάνει από ασιτία. Ο λύκος πρέπει να πιεί το αίμα της ματαίωσης, το αίμα της ήττας, το αίμα του χωρισμού, αλλιώς θα πεθάνει. Εδώ υπάρχει το αίμα. Το ήξερε. Εδώ ζει ο λύκος. Το ήξερε. Μέσα στο δάσος που ήταν η ίδια. Το ήξερε. Και ήξερε πως ήταν το τίμημα. Αυτό που ξέρει το κάθε δέντρο, είτε λέγεται Τζοκόντα είτε λέγεται αγραπιδιά σ’ ένα τυχαίο χωράφι, του τυχαίου «πάντα και παντού». Το τυχαίο ενός πεπραγμένου «επιλύχνιου ύμνου». Με το ιλαρό φως του αποσπερινού αστέρος, πάνω στις σκάρες των υπονόμων.

Και σε κοίταζε. Δεν το έβλεπες, το άκουγες. Από τα θροΐσματα της σιωπής της. Από το τρίξιμο καθώς τα βλέφαρά της ακουμπούσαν στον ουρανό. Από τη μέσα χειρονομία που τη διόρθωνε βιαστικά με πλαστικότητα «Δελφικού φωτός». Ενός δάσους δηλαδή, μετά το δάσος. Εκεί όπου υπάρχει το κόκκινο κουβάρι της ομορφιάς. Δεν είναι σημαία, είναι μυστικό. Ένα δάσος ομορφιάς που κανένας δεν μπορεί να ξυλεύσει, γιατί αποτελείται από μυστήριο, μονάχα από μυστήριο. Μας το έμαθε πηγαίνοντας όλο και πιο μέσα, ώσπου χάθηκε στο βαθύ μέσα δάσος. Εκεί όπου γράφονται ποιήματα.

Μάλλον τακτοποίησε τον θάνατο για να μπορεί να βλέπει καλύτερα. Και ύστερα με κοίταξε. Όπως τότε, την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε, που χτύπησε απαλά με την παλάμη της το χώμα (ή μήπως ήταν ένας καναπές στο υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης) και μου είπε, «Έλα, κάθισε εδώ να πούμε τα δικά μας».

Τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, έφυγε. Ήταν η Λούλα Αναγνωστάκη.

Δείτε όλα τα σχόλια