Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πού γυρίζουν οι λέξεις απ’ τις γλώσσες που χάθηκαν;

ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΡΟΥΣΣΟΥ

ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ, Περισσεύει ένα πλοίο, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 52

 

Έξι χρόνια μετά την πρώτη της συλλογή με τίτλο Κήποι στην άμμο και μετά από συμμετοχή της σε συλλογικά έργα ποίησης (Ομάδα από ποίηση το 2010 Ομάδα από ποίηση: Υπέρ ονειρίας το 2012) η Λένα Καλλέργη εκδίδει υπό τον τίτλο Περισσεύει ένα πλοίο τη δεύτερη συλλογή της. Εικοσιέξι έντιτλα ποιήματα διαμοιράζονται σε τέσσερις ενότητες που τις ανοίγουν αντίστοιχα τέσσερα άτιτλα ποιήματα σε πλάγια γραφή εν είδει μότο. Παρά την αυτοτέλεια όλων των ποιημάτων του βιβλίου μια συνειρμική λογική και ένας χαλαρός αφηγηματικός ιστός τα μετατρέπει σε ενιαία σύνθεση που την διατρέχει σταθερά μια σειρά επαναλαμβανόμενων εννοιών: Θεός, Κιβωτός, πλοίο, νερό, λόγος/γλώσσα, πατρίδα. Από τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου οι δύο πρώτες στηρίζονται στην (υδάτινη) ρευστότητα του λόγου και της ανθρώπινης φύσης και στη σχέση λόγου και ανθρώπου - δημιουργού (στην ουσία του ποιητή) με τον Μέγα Δημιουργό - εδώ η Κιβωτός, το νερό, η θάλασσα, το πλοίο συμπλέκονται με τη γλώσσα-. Η τέταρτη δίνει έμφαση στο πλοίο (η ζωή ως ταξίδι με πλοίο ενώ η γλώσσα ως αντικείμενο στοχασμού και ως όργανο αφήγησης κατέχει κεντρική θέση). Το ποίημα «Ατέλεια» αυτής της ενότητας περιλαμβάνει και τον ομώνυμο του τίτλου στίχο («ένα πλοίο περισσεύει»). Τέλος, η τρίτη ενότητα, σαν μία στάση στην ξηρά, διερευνά την πατρίδα, τη σχέση ανθρώπου τόπου. («Πατρίδα είναι δυο δρόμοι λουσμένοι στον ήλιο» διαβάζουμε στο ποίημα - μότο της τρίτης ενότητας).

Διαβάζοντας το Περισσεύει ένα πλοίο επέστρεψα συνειρμικά στον Στάινερ που στο δοκίμιό του Η σιωπή και ο ποιητής μιλά για την κατάκτηση του λόγου από τον άνθρωπο και αποφαίνεται ότι «ο λόγος αποτελεί τον πυρήνα της στασιαστικής σχέσης που συνδέει τον άνθρωπο με τους Θεούς», άποψη που διαπνέει τα ποιήματα «Δημιουργός», «Διαλέγοντας φίλους» (όπου είναι αξιοσημείωτος ο ανθρωπομορφισμός του Θεού), «Λιτανεία της άνοιξης» (όπου ο θάνατος κάνει την παρουσία του όπως και στο «Λεπταισθησία»). Παράλληλα, μου φαίνεται ότι και στη φράση του Γιώργου Χειμωνά «Η τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από το Θεό» (Ο εχθρός του ποιητή) φαίνεται να στηρίζει η Καλλέργη το ποιητικό της σχέδιο. Είναι φανερός λοιπόν ο οντολογικός χαρακτήρας της συλλογής ενώ ο προβληματισμός σχετικά με τη μετάβαση από το φαντασιακό στο συμβολικό και περαιτέρω το ταξίδι του ποιητή ανάμεσα στον ολοένα μετατοπιζόμενο κόσμο των σημαινόντων τροφοδοτεί τα ποιήματα της Καλλέργη. Συνακόλουθα, ο λόγος/γλώσσα που παράγει ποίηση και συγκροτεί τον ποιητή βρίσκεται στο επίκεντρο των αναζητήσεων της ποιήτριας.

Μια σειρά ερωτημάτων που επικεντρώνονται στη γλώσσα επιχειρεί να απαντήσει η Καλλέργη στη συλλογή της: είναι η γλώσσα του ποιητή μια κιβωτός, η δεξαμενή που διασώζει όλη της γλώσσα και η θάλασσα η πατρίδα του; Πώς η γλώσσα δομεί τον κόσμο μέσα και γύρω μας; «Δεν κάνουν τα ψάρια τη θάλασσα/ούτε οι λέξεις τη γλώσσα/». («Το αλάτι»). Κι ο ποιητής είναι το πλοίο που περισσεύει που ξεκόβοντας από την Κιβωτό παίρνει μαζί του τη μόνη πατρίδα του, τη γλώσσα, και πλέοντας στη θάλασσα της ποίησης συναντά τον εαυτό του και τον αναγνώστη; «Δεν ξέρω ένα σκαρί πώς το σχεδιάζουν./ ...Καιρός να φτιάξω ένα πλωτό δικό μου./ ούτε από μένα ξέρω». («Η καταγωγή ενός είδους»). «Φανταζόμαστε/πως θα χτίσουμε γέφυρες/με λόγια και νερό». (Όχθες»). Στα πρώτα δύο ποιήματα («Η καταγωγή ενός είδους» και «Προφορικό») η διάσωση της καταγωγής του ανθρώπινου είδους και η διάσωση της γλώσσας/ λόγου οδηγούν στη γραφή και έτσι ξεκινά η περιπέτεια, το ταξίδι, ενός άλλου είδους, λογοτεχνικού, της ποίησης: «Κι όταν αλλάζει το τραγούδι οδηγό / και δεν πηγαίνει πια με την ανάσα/ γίνονται μαύρα σημάδια/σε ορίζοντα σελίδας/». («Προφορικό»).

Μορφολογικά ο ελεύθερος στίχος της συλλογής αρθρώνεται έτσι ώστε να διατηρεί τόσο μια προφορικότητα που κάνει το ποίημα ευθύβολο όσο και την ρυθμικότητά του, κυρίως μέσω των μορφοσυντακτικών δομών και των σχημάτων λόγου ενώ οι οφειλές της ποιήτριας στην στέρεα παράδοση του μοντερνισμού είναι ορατές αλλά και γόνιμα αφομοιωμένες.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία του εγχειρήματος της Καλλέργη, όπως έχει, νομίζω, διαφανεί και από τα παραπάνω, είναι η συνομιλία που αναπτύσσει όχι μόνον με λογοτεχνικά κείμενα, πράγμα φυσικό, αλλά με τον δοκιμιακό / επιστημονικό λόγο και μάλιστα αυτόν της θεολογίας και της φιλοσοφίας χωρίς όμως η ποίησή της να γίνεται ερμητική και να χάνει την αμεσότητα και το συγκινησιακό υπόβαθρό της. Στον διάλογο αυτό εξάλλου υπόκειται ως βασικό στοιχείο ο στοχασμός γύρω από το χώρο και τη θέση της ποίησης και του ποιητή στην αγωνιώδη διαλλαγή του με τον κόσμο και τη γλώσσα. Επιστρέφοντας ξανά στο δοκίμιο του Στάινερ σημειώνω ακόμα μια φράση, που, νομίζω, -μάλλον απρόθετα και ως είδος εκλεκτικής συγγένειας- συναρμόζεται με τη συλλογή αυτή της Καλλέργη: «Αυτός [σημ. ο ποιητής] είναι που φυλάει και πολλαπλασιάζει τη ζωτική δύναμη του λόγου». Έτσι, θα χαρακτήριζα το Περισσεύει ένα πλοίο όχι μόνον οντολογικού αλλά και ποιητολογικού χαρακτήρα και, υπό αυτή την οπτική, ποίηση ανθρωπολογική.

 

Βαρβάρα Ρούσσου είναι φιλόλογος

Δείτε όλα τα σχόλια