Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Άνεργος στο Βερολίνο

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

HANS FALLADA, Και τώρα ανθρωπάκο; μετφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 636

«Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης» σημειώνει ο Michael Hofman στην Εισαγωγή του στα Βερολινέζικα Χρονικά [εκδ. ΑΓΡΑ], όπου φιλοξενούνται οι οξυδερκέστατες επιφυλλίδες του Γιόζεφ Ροτ για το διάστημα 1921-1933, «έχει κάτι το εύθραυστο, κάτι το σκανδαλώδες, κάτι το παρακμιακό». Την χαρακτηρίζουν, σύμφωνα πάντα με τον Hofman «η πολιτική βία, οι δολοφονίες, ο πληθωρισμός, η ανεργία, η κρίση και η αστάθεια». Εν τέλει, «μια Δημοκρατία που γεννήθηκε νικημένη, έζησε ανάστατη και πέθανε κατεστραμμένη» όπως σημειώνει και ο ιστορικός Peter Gay. Και είναι ακριβώς εκείνο το διάστημα κατά το οποίο θα εκκολαφθεί στη Γερμανία το αυγό του φιδιού, θα καταρρεύσουν όλες οι έως τότε ισχύουσες αξίες, θα διαλυθούν οι οικονομικές δομές, θα προκληθεί μια τεράστια οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση, που θα ολοκληρωθεί δραματικά μετά το κραχ του 1929.

Όταν λοιπόν, τον Οκτώβριο του 1931, ο Hans Fallada [ψευδώνυμο του Rudolf Ditzen, 1893-1947], αρχίζει να γράφει το σημαντικότερο μυθιστόρημά του Και τώρα, ανθρωπάκο; η Γερμανία αριθμούσε οκτώμισι εκατομμύρια ανέργους, περίπου το 40% ήταν αποκλεισμένο από την αγορά εργασίας, με το 10% να ανήκει στην ενδιάμεση τάξη, των υπαλλήλων. Η εικόνα ήταν ιδιαίτερα έντονη στο Βερολίνο, «η πόλη στολίδι και τοτέμ» ταυτόχρονα της Βαϊμάρης. Από τη μια οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, οι περιθωριοποιημένοι παρίες, οι άστεγοι καθώς και οι αναρίθμητοι, πάμφτωχοι, πρόσφυγες Εβραίοι από την ανατολική Ευρώπη, από την άλλη, τα θορυβώδη καμπαρέ, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι, κι από δίπλα μια πλειάδα σπουδαίων συγγραφέων, σκηνοθετών, μουσικών και πνευματικών ανθρώπων που εκπροσωπούσαν τα νέα καλλιτεχνικά κινήματα, τις νέες ιδέες. Ο Fallada, όταν γράφει το Και τώρα, ανθρωπάκο, έχει ήδη μια προσωπική και συγγραφική ιστορία πίσω του που μοιάζει σαν να ταυτίζεται με εκείνη της νεαρής γερμανικής δημοκρατίας. Αποσυνάγωγος από την υπερσυντηρητική πρωσική του οικογένεια, έχει ήδη, από τα νεανικά του χρόνια, αλλάξει διάφορα επαγγέλματα έως να κατασταλάξει στη μετάφραση, τη δημοσιογραφία και τη συγγραφή, τον Σεπτέμβριο του 1931, όχι μόνον απολύεται από τον εκδοτικό οίκο Rowolt, ο οποίος χρεοκοπεί, αλλά χάνει και την αμοιβή από τις πωλήσεις του προηγούμενου έργου του.

Την ίδια ακριβώς, δύσκολη οικονομικά περίοδο, ο συγγραφέας γίνεται πατέρας, που σημαίνει ότι το αγωνιώδες και σχεδόν αδιέξοδο ερώτημα Και τώρα, ανθρωπάκο; με το οποίο τιτλοφορεί το μυθιστόρημα που αρχίζει και γράφει, απευθύνεται και στον εαυτό του, αφού στον ήρωα του εγκιβωτίζονται αισθήματα που εκείνη την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο βιώνει και ο ίδιος. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε όλα του τα μυθιστορήματα ο Fallada εμπερικλείει βιωματικά στοιχεία, ενώ πάντα επιχειρεί να περιγράψει με αιχμηρό τρόπο την παρακμή και την εξαθλίωση των μικροαστικών στρωμάτων της Γερμανίας μετά το Μεγάλο Πόλεμο. Με το Και τώρα, ανθρωπάκο φτάνει αυτήν την οπτική στην κορύφωσή της. Πραγματικά το μυθιστόρημα είναι ένα ρέκβιεμ για την πλήρη εξουθένωση του ανθρώπου, την κατάρρευση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στα οποία οδηγεί η απόλυση, η ανεργία η ταπείνωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο Πίνεμπεργκ, είναι ένας επαρχιώτης 23χρονος υπάλληλος-πωλητής, «ένας κανονικός άνθρωπος, κανονικά ήσυχος, κανονικά φοβιτσιάρης» ο οποίος ταυτίζεται στα όνειρά του με τον Παρασκευά στον Ροβινσώνα Κρούσο. Με άλλα λόγια ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος που οδηγείται αργά, σταθερά, νομοτελειακά, στην εξαθλίωση, στην κατάρρευση, καθώς απολύεται από τη μια δουλειά μετά την άλλη, είτε γιατί κρίνεται υπεράριθμος, είτε γιατί είναι ανίκανος να κοροϊδεύει και να τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια των συναδέλφων του για δικό του όφελος, είτε γιατί δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στο απάνθρωπο πρότυπο του «καλού» πωλητή που επιβάλλουν οι κανόνες της αγοράς. Ο Πίνεμπεργκ, με το όχι τυχαίο παρατσούκλι «Μικρός», δεν έχει τη στόφα του ανθρώπου, που εξεγείρεται και διεκδικεί δυναμικά, διότι ως μικροϋπάλληλος δεν ανήκει πουθενά, δεν έχει να περιμένει βοήθεια και αλληλέγγυα συμπεριφορά από πουθενά. Ούτε από τα λεγόμενα κίτρινα σωματεία που ελέγχονται από τους εργοδότες αλλά ούτε κι από εκείνα των κομμουνιστών που περιφρονούν, χλευάζουν τους υπαλλήλους και τους αποκαλούν απαξιωτικά «σνομπ και προλετάριους με σκληρό κολάρο». Του απομένει η προσωπική του αξιοπρέπεια η οποία, όμως, καθώς προχωρούν οι σελίδες και τα κεφάλαια ολοένα και περισσότερο φυλλοροεί.

Δίπλα στον Πίνεμπεργκ-Μικρό, μυθιστορηματική ζωή έχει η νεαρή σύζυγός του, Έμμα, η επονομαζόμενη «Μανάρι». Ένας εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας. Πιο αισιόδοξη, πιο δυνατή, σχεδόν ρομαντική, με πατέρα εργάτη κομμουνιστή, προτρέπει τον Μικρό της να αποτανθεί στα κομμουνιστικά σωματεία, έστω κι αν τον απαξιώνουν και τον χλευάζουν. Ο μπόμπιρας έρχεται στη ζωή τους, αφενός να τους γεμίσει ευτυχία αφενός να αυξήσει τις αγωνίες τους για την καθημερινή επιβίωση. Γύρω τους τα πρόσωπα που κυκλοφορούν είναι περισσότερο καρικατούρες παρά ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, με σαφή την πρόθεση του συγγραφέα να τα γελοιοποιήσει: Ο ναζί Λάουτερμπαχ, που φορώντας στο πέτο τον αγκυλωτό σταυρό, εκμεταλλεύεται αγρίως τους αγρότες ενώ τους αραδιάζει ανέκδοτα περί Εβραίων για να τους προειδοποιήσει «να είναι προσεκτικοί μ’ αυτή τη φυλή» και δεν πίνει ποτέ σναπς, γιατί οφείλει να προστατεύσει την αρεία φυλή από τις εκφυλιστικές, ναρκωτικές ουσίες. Ο καρδιοκατακτητής και κομπορρήμων Σουλτς, έτοιμος να σε πουλήσει και να σε αγοράσει. Και οι δύο είναι συνάδελφοι του Πίνεμπεργκ που τον αφήνουν να εκτεθεί και στη συνέχεια τον εγκαταλείπουν, όταν ο Κλάινχολτς, το αφεντικό τους, ένας μέθυσος, γυναικάς και τυραννίσκος, τον απολύει ως υπεράριθμο. Ο κομμουνιστής, συνδικαλιστής εργάτης Κούμπε, που διεκδικεί να πληρωθούν μόνον οι εργάτες τα δεδουλευμένα και όχι οι υπάλληλοι.

Στο δεύτερο μέρος η μικρή οικογένεια εγκαταλείπει το σπιτικό της –δεν έχει να πληρώνει το νοίκι- και την επαρχία και μετακομίζει στο Βερολίνο προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εδώ νέα πρόσωπα-καρικατούρες εμφανίζονται στο μυθιστορηματικό σύμπαν που γίνεται ολοένα και πιο δυσοίωνο και σκληρό. Ο ανελέητος προσωπάρχης, Λέμαν, ο εραστής τής, αμφιλεγόμενου ήθους, μητέρας του Πίνεμπεργκ, Γιάχμαν, άτομο με ύποπτες δοσοληψίες που όμως βοηθάει τον Μικρό και την οικογένειά του, ο παράξενος Χάιλμποτ, ο μοναδικός υπάλληλος που αντιστέκεται και διαμαρτύρεται με τίμημα την απόλυσή του. Η πλασιέ κορσέδων, κυρία Νοτνάγκελ που την διώχνουν αποκαλώντας την «Εβραία βρώμα». Ένας θίασος μαριονεττών που κινείται ή προσπαθεί να κινηθεί ανάμεσα στα γρανάζια μιας άγριας οικονομικής και κοινωνικής μηχανής που εξαχρειώνει και συνθλίβει. «Γι’ αυτούς» λέει ο Χάιλμπουτ «είμαστε μόνον ζώα που τ’ αρμέγουν» για να συμπληρώσει ο Πίνεμπεργκ: «Υπάλληλος σου λένε. Είναι να γελάς, υποζύγιο, έτσι θα έπρεπε να λέγεται».

Στο Βερολίνο ο Πίνεμπεργκ θα χάσει κάθε ψευδαίσθηση, κάθε αυταπάτη ότι ως υπάλληλος ήταν κάτι διαφορετικό και ευυπόληπτο, καθώς κατρακυλά ολοένα χαμηλότερα. Χάνει και πάλι τη δουλειά του, χάνει όση αξιοπρέπεια του έχει απομείνει, αναγκάζεται να αλλάζει με την οικογένειά του καταλύματα, το ένα χειρότερο από το άλλο, για να καταλήξουν σε μια καλύβα έξω από το Βερολίνο. Στο τέλος, κουρελιασμένος, άνεργος, προπηλακισμένος και από την αστυνομία, βγάζει το βρώμικο πια κολάρο και την γραβάτα του- σύμβολα της άλλοτε υπαλληλικής ιδιότητας και κοινωνικού του στάτους- και τα κρύβει βαθιά στην τσέπη του. Η μόνη που παραμένει, τελικά, δυνατή και αλώβητη από το ζόφο αυτής της μιζέριας είναι η Έμμα, που συγκρατεί τον Μικρό της από την πλήρη κατάρρευση λέγοντάς του «Έχουμε ο ένας τον άλλον».

Η ιστορία του νεαρού Πίνεμπεργκ και της οικογένειάς του, στα όρια σχεδόν του τραγικού, θα μπορούσε εύκολα να βουλιάξει σ’ έναν αφόρητο μελοδραματισμό, αν ο Fallada δεν προσέφευγε στην ειρωνεία, στο σαρκασμό, στο παραδοξολόγημα, εντέλει στην αποστασιοποίηση. Ακουμπώντας στο κυρίαρχο, μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, καλλιτεχνικό ρεύμα της «Νέας Αντικειμενικότητας», χωρίς όμως να αποποιείται τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και το γκροτέσκο, ο Γερμανός συγγραφέας παρουσιάζει έναν κόσμο στα πρόθυρα της παράκρουσης, στον οποίο οποιαδήποτε ανθρωπιστική αξία έχει ισοπεδωθεί. Ένας κόσμος έτοιμος να παραδοθεί στο χειρότερο κακό. Ο Fallada δομικά δεν δίνει έμφαση στην αφήγηση των γεγονότων, τα αφήνει να αναδειχθούν μέσα από τους διαλόγους, κυρίαρχοι στο μυθιστόρημα με έντονο το θεατρικό στοιχείο, [ο θεατρόφιλος αναγνώστης θα διακρίνει μια υπόγεια συνάντηση με τον Μπρεχτ]. Δίνει όμως έμφαση στην ατμοσφαιρική περιγραφή του μεσοπολεμικού Βερολίνου - εδώ συναντά τον Γιόζεφ Ροτ και τον Άλφρεντ Ντέμπλιν.

Τα πολύβουα πολυκαταστήματα, τα ύποπτα καταγώγια, τα καμπαρέ, οι κινηματογράφοι, το μαιευτήριο, το κολυμβητήριο, οι σταθμοί, τα πάρκα, οι λεωφόροι, οι αγορές, οι γειτονιές του ανατολικού κυρίως Βερολίνου, ο φακός του συγγραφέα παρακολουθεί την μεγάλη πόλη, ακολουθώντας τα βήματα και τα «βλέμματα» του ήρωα του. Ή μάλλον του αντιήρωά του, τον οποίο δεν αφήνει καθόλου να ξεφύγει από το συγγραφικό του οπτικό πεδίο, έτσι ώστε να φωτίζει κάθε στιγμή και τις παραμικρές ψυχικές του διακυμάνσεις που προκαλούνται στη διάρκεια της μυθιστορηματικής ζωής του.

Το μυθιστόρημα του Fallada, τόσο τραγικά σύγχρονο και επίκαιρο, έχει όλα τα δεδομένα για μια αναλυτική μελέτη πάνω σε μια εποχή, σ’ ένα σύστημα, στους ανθρώπους που την βίωσαν. Ωστόσο δεν θα δινόταν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό η τόσο σημαντική ευκαιρία να το διαβάσουν και απολαύσουν, χωρίς την εξαιρετική, από κάθε άποψη, μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου. Η έμπειρη και άξια μεταφράστρια έσκυψε κυριολεκτικά πάνω στο δύσκολο κείμενο του Γερμανού συγγραφέα και κατόρθωσε να αναδείξει όλες του τις γλωσσικές αποχρώσεις, όλους τους χρωματισμούς, και να μας παραδώσει ένα μυθιστόρημα σε εξαιρετικά ελληνικά που γλωσσικά ρέει και τέρπει. Μένω και στην ίδια την προσεγμένη έκδοση από τον Gutenberg, στο πλαίσιο της απαιτητικής σειράς ORBIS LITERE, που συμπληρώνεται με δύο διαφωτιστικά κείμενα: Την εισαγωγή του Κώστα Κουτσουρέλη και το Επίμετρο του Herbert Schwenk.

Η Έλενα Χουζούρη είναι συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια