Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η μετάφραση και ο ρόλος του μεταφραστή

«Οι μεταφράσεις, για να είναι άξιες του ρόλου τους, πρέπει να είναι και καλές και πιστές. Πιστότητα δεν σημαίνει μηχανιστική μεταφορά του κειμένου, αλλά σεβασμό όχι μόνο στο νόημα -όπως υποστηρίζουν πολλοί- αλλά στη σύνταξη και στον αριθμό των στίχων όταν πρόκειται για ποιήματα»

ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Πάνω στη Φιλοσοφία της μετάφρασης υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Αλλά θα ξεκινούσα από μια περίφημη φράση του Μπενεντέττο Κρότσε, ο οποίος υποστήριζε ότι οι μεταφράσεις διαιρούνται σε κακές και πιστές και καλές και άπιστες.

Θα ήθελα να διαφοροποιηθώ από αυτή τη φράση και να υποστηρίξω, αντίθετα, ότι οι μεταφράσεις, για να είναι άξιες του ρόλου τους, πρέπει να είναι και καλές και πιστές. Πιστότητα δεν σημαίνει μηχανιστική μεταφορά του κειμένου, αλλά σεβασμό όχι μόνο στο νόημα -όπως υποστηρίζουν πολλοί- αλλά στη σύνταξη και στον αριθμό των στίχων όταν πρόκειται για ποιήματα. Βέβαια, δεν μπορούμε να απαιτούμε την ίδια ακολουθία των λέξεων, γιατί κάθε γλώσσα έχει τους δικούς της κανόνες, αλλά, όπου είναι δυνατό, θα πρέπει να σεβόμαστε τη δομή του πρωτότυπου, αναζητώντας την αναπαραγωγή της ομορφιάς του.

Ιδανική μετάφραση είναι εκείνη που, όταν βρίσκεται σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχει τη λειτουργία ενός σχολαστικού μεταφραστή, που βοηθά τον αναγνώστη να καταλάβει το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει μια κομψή και ευχάριστη σελίδα για διάβασμα.

Πιστεύω ότι μόνο σ’ αυτή την περίπτωση ένας μεταφραστής μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπλήρωσε το σκοπό του.

Κάποτε ήταν σε χρήση κριτήρια εντελώς διαφορετικά και σε μεγάλη ελευθερία έμπνευσης: πράγματι, γνωστές και θαυμαστές μεταφράσεις, όπως η Θεία Κωμωδία του Καζαντζάκη, είναι αληθινές προσωπικές ερμηνείες του μεταφραστή.

Φυσικά, μιλώντας για έργα υψηλής ποιητικής, η μετάφραση είναι πάντα μια χαμένη μάχη, γιατί η μεταφρασμένη σελίδα δεν θα είναι ποτέ τόσο ωραία όπως η σελίδα του συγγραφέα. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από τον Καζαντζάκη να έχει το εύρος του Δάντη, αλλά ο σκοπός του μεταφραστή είναι επίσης ο σεβασμός του ρυθμού, η μουσικότητα του στίχου∙ είναι μια δύσκολη πρόκληση, που ωστόσο δεν πρέπει να εγκαταλείπεται.

Είμαι αντίθετος με τις μεταφράσεις της ποίησης σε πεζό λόγο, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η ομορφιά, στρέφοντας την προσοχή μόνο στην κατανόηση των μηνυμάτων, αφήνοντας κατά μέρος τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κειμένου. Φυσικά είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια εξαιρετική σελίδα πεζού λόγου, αλλά θα είναι πάντα ένα άλλο έργο, χωρίς καμία σχέση με την ποιητική ουσία του πρωτότυπου.

Όλοι γνωρίζουν ότι κάθε λογοτεχνικό έργο πρέπει να διαβάζεται στη γλώσσα του, αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τουλάχιστον το ογδόντα τα εκατό των κειμένων που γνωρίζουμε τα διαβάσαμε σε μετάφραση, και συγγραφείς παγκόσμιοι όπως ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκαίτε και ο Θερβάντες θα μας είχαν μείνει άγνωστοι αν δεν είχαμε μπορέσει να τους απολαύσουμε στη γλώσσα μας. Άρα η λειτουργία του μεταφραστή είναι εκπληκτική, ίδια μ’ εκείνη του καθηγητή στο σχολείο, γιατί γίνεται ο πρωταρχικός αγωγός ανάμεσα στο πρωτότυπο έργο και τους αναγνώστες μιας άλλης γλώσσας, μιας άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας που πλησιάζουν έναν άγνωστο κόσμο.

Παρόλη την αποφασιστική αξία του μεταφραστή πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο μεγάλος συγγραφέας παραμένει πάντα μεγάλος, ακόμη και σε μια μέτρια μετάφραση. Ο Μπαλζάκ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι φέρουν μια τόσο μεγάλη πολιτισμική κληρονομιά με πράγματα που έχουν να πουν, που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα σύνορα και τα όρια μιας μόνο γλώσσας.

Στην παιδική μας ηλικία διαβάζαμε βιβλία ξένων συγγραφέων σε οικονομικές εκδόσεις που αγοράζαμε από τους πάγκους των μεταχειρισμένων, για λίγες δραχμές τότε, μυθιστορήματα όπως Έγκλημα και τιμωρία, Οι αδελφοί Καραμαζώφ, Άννα Καρένινα… Ήταν μια σημαντική πράξη διάδοσης και πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία εκείνων των εκδοτών που έφεραν στο κοινό μεγάλα έργα που διαφορετικά δεν θα έφταναν ποτέ.

Η κουλτούρα μας βασίστηκε σ’ αυτές τις εκδόσεις χαμηλού κόστους, και πρέπει να πούμε ότι ακόμη και στα φτωχότερα σπίτια υπήρχαν αυτές οι οικονομικές εκδόσεις, οι περισσότερες αγορασμένες στο Μοναστηράκι ή στο βιβλιοπωλείο-παλαιοπωλείο στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στο ύψος της Πλατείας Βικτωρίας.

Ένα μεγάλο μπράβο λοιπόν σ’ αυτούς τους εκδότες μιας άλλης εποχής και στους μεταφραστές τους, που πολλές φορές δεν αναφερόταν ούτε το όνομά τους, για την εξαιρετική συμβολή τους στη διάδοση της παγκόσμιας λογοτεχνικής κληρονομιάς.

Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Δείτε όλα τα σχόλια