Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Χαϊκού από τη Φουκοσίμα

ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ (ανθολόγηση-επιμέλεια), Τσουνάμι, 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία του 2011, εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 80

Είναι μια χειρονομία αλληλεγγύης των εκδόσεων «Μανδραγόρας» στους πληγέντες της Φουκοσίμα, από το σεισμό των 9 Ρίχτερ και από το τσουνάμι που κατάπιε την παραλία του Ειρηνικού και μαζί ένα πυρηνικό εργοστάσιο, στην ΒΑ Ιαπωνία το 2011.

Τα ποιήματα του μικρού τόμου ανθολογεί και μεταφράζει η Χριστίνα Λιναρδάκη από την έκδοση So Happy to See Cherry Blossoms (2014), την οποία φρόντισε η ποιήτρια χαϊκού (ή χάικου) Mayuzumi Madoka και μετέφρασαν και σχολίασαν από τα ιαπωνικά στα αγγλικά οι Hiroaki και Nancy Sato. Τον τόμο τον προλογίζει ο πρέσβης της Ιαπωνίας στην Ελλάδα, κ. Masuo Nishibayashi.

Η έκδοση κλείνει μέσα της την θλίψη των καθημερινών ανθρώπων, που τους χτύπησε η τραγωδία του τσουνάμι, στην φόρμα της ιαπωνικής ποιητικής παράδοσης· τα χαϊκού είναι γραμμένα στο πλαίσιο ενός προγράμματος θεραπείας των ανθρώπων από τον μεγάλο κλονισμό, με την καθοδήγηση της ποιήτριας Mayuzumi Madoka. Μάλιστα το βιβλίο αρχίζει με την επιστολή μιας δασκάλας που έζησε την καταστροφή, που είδε το σχολείο της να γίνεται καταφύγιο θυμάτων και που η συγγραφή ενός χαϊκού λειτούργησε ως το μόνο ηθικό της στήριγμα. Από την άποψη αυτή, το βιβλίο είναι μια μαρτυρία των στενών δεσμών του χαϊκού με τα βιώματα των ανθρώπων της Ιαπωνίας και μπορούμε να υποθέσουμε πως έχουμε μια εκδοχή της σύγχρονης ποιητικής των χαϊκού, δεδομένου του διαρκούς εμπλουτισμού αυτής της παράδοσης από ποιητές, σχολές αλλά και τον καθημερινό άνθρωπο.

Ποίηση των θυμάτων, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την συλλογή, που προσπαθούν να δώσουν σε απεικονιστικές στιχικές φόρμες, τον πόνο από την καταστροφή, από την ερήμωση και από την απώλεια αγαπημένων. Φαίνεται ότι αυτή η ίδια η παράδοση συνδέεται με συναισθήματα τραγικά: Άνθισαν οι κερασιές. Κάτι πεθαίνει. Ετοιμαστείτε, έγραφε ένας από τους κορυφαίους του χαϊκού, ο Koμπαγιάσι Ίσσα (1763-1827, απόδοση Γ. Μπλάνα). Η τραγωδία της Φουκοσίμα μεταμορφώνεται στον λυρισμό μιας φόρμας που, κατά παράδοση, στραγγίζει τον πόνο στην πιο λιτή λεξική εκφορά της, στον τύπο του αρχαίου επιγράμματος: Το μυαλό μου σταμάτησε ο σφένδαμος αντιφεγγίζει (σ. 63) καταθέτει ένα θύμα της τραγωδίας, σε 17σύλλαβο, χωρίς καμία εκζήτηση, το ανείπωτο γεγονός. Εντυπωσιάζει η γαλήνη και η ευγένεια της απεικόνισης σε πολλά ποιήματα, που, σημειωτέον, τα περισσότερα είναι γραμμένα από ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει τα 70 τους χρόνια. Καθηλώνει η ζωτική εικόνα που μαγνητίζει το μάτι, την ώρα που το τσουνάμι σωριάζει πολιτείες και ζωές: Μόνο ερείπια έμειναν στην πατρίδα το βουνό γελά (σ. 29). Στα χαϊκού στήνεται το σκηνικό της ζωής, αφήνοντας τον φόβο στον πεζόμορφο σχολιασμό που συνοδεύει κάθε ποίημα: Εδώ που ήρθα να καταφύγω οι κίτρινες πικραλίδες (σ. 19) επιμένουν και θυμίζουν στον πρόσφυγα την αδυσώπητη φύση της χρωματιστής Άνοιξης. Ανάμεσά τους βρίσκουμε και επιδράσεις από παλαιότερες φόρμες, όπως το χαϊκού Είμαι ζωντανός κάτω από τις ανθισμένες κερασιές (σ. 27), που «θυμάται» δύο τάνκα (31σύλλαβη φόρμα) του Σαϊγκιό, «δασκάλου» του Μπασό. Η σχέση του δεσμού και της αρμονίας με την φύση διατρέχει βαθιά την ιαπωνική συνείδηση. Το ίδιο και ο χρόνος. Στο χαϊκού μετουσιώνεται η συμβολική τους εκδοχή μέσω ειδικών λέξεων που αιχμαλωτίζουν την φύση και τον χρόνο. Αυτή την ιδιαιτερότητα της ιαπωνικής ποίησης επιχειρούν να αναδείξουν οι εκδότες, οριοθετώντας τις ενότητες του βιβλίου σύμφωνα με τις τέσσερεις εποχές του χρόνου.

Στην έκδοση, η διάταξη των στίχων δεν ακολουθεί τα γνωστά τρίστιχα σχήματα, αλλά υιοθετείται η απόδοση σε ένα στίχο, διατηρώντας, ωστόσο, την 17σύλλαβη φόρμα. Ο λόγος αυτής της επιλογής προέκυψε από την όσο το δυνατόν πιστότερη απόδοση του νοήματος. Πράγματι, υπάρχουν πολλές δυσκολίες στην αντιστοίχηση ελληνικών συλλαβών με τους ήχους της ιαπωνικής γλώσσας και την, ταυτόχρονη, διατήρηση του σχήματος 5-7-5. Τελικά, η ανωτέρω επιλογή φαίνεται ότι λειτούργησε θετικά, καθώς και η αντιπαραβολή ανάμεσα στα ιαπωνικά ποιήματα και την ελληνική τους απόδοση από την Taeko Miwa. Ξεχωριστός λόγος πρέπει να γίνει για την προσεγμένη καλλιτεχνική εμφάνιση της έκδοσης (ιδεογράμματη γραφή, λατινική μεταγραφή, εποχικές ενότητες) από την Μαρία Γενιτσαρίου, κάτι που σταθερά επιδιώκουν οι εκδόσεις «Μανδραγόρα».

Η άσκηση στα ολιγοσύλλαβα είδη, όπου ανάμεσά τους βρίσκεται και το χαϊκού, έχουν δημιουργήσει μια σημαντική κίνηση στον τόπο μας, ιδιαίτερα, μετά την δεκαετία του 1980, όταν στην ποίηση ανανεώνεται η παράδοση της φόρμας και ο στίχος καλείται να δώσει την φόρμα του στον λόγο που δημιουργεί η φαντασία και το συναίσθημά μας. Ιδιαίτερα η μορφή του χαϊκού με τις αυστηρές κανονικότητες, από του στίχου και της εικόνας μέχρι την ανάσα της ανάγνωσης, γοητεύει τους ποιητές.

Η έκδοση του «Μανδραγόρα» έρχεται να προστεθεί στην βιβλιογραφική μας γνωριμία με την ιαπωνική ποίηση, που, για την ώρα, έχουμε ορισμένες καλές μεταφρασμένες συλλογές αλλά πολύ περισσότερες δημιουργίες ποιημάτων χαϊκού από Έλληνες ποιητές. Προηγούμενα -πέρα από τις μεσοπολεμικές δημοσιεύσεις του Γ. Σταυρόπουλου, του Ν. Χάγερ- Μπουφίδη, του Παύλου Κριναίου ή του Γ. Σεφέρη-, ήταν το βιβλίο με χαϊκού (1969) του Ζήσιμου Λορεντζάτου και η συλλογή Χάι-Κάι και Τάνκα (1972) του Δημήτρη Αντωνίου, φίλου του Γιώργου Σεφέρη, που αναζητούσε την ανανέωση στην φόρμα και συνέδεε τον λυρισμό με την αφαίρεση και την λεπτουργία της (παλιάς) ιαπωνικής αισθητικής. Ο Αντωνίου έφερνε στην δική μας ποίηση την εθνική παράδοση της ιαπωνικής τάνκα (7ου αι.) και του χάι κάι, που ήταν μια ανανέωση της παλιότερης μορφής (14ου και 15ου αι.) της «αλυσιδωτής ποίησης» (ρένγκα), αλλά και πρόγονος του χαϊκού. Ήταν ο ποιητής και ζωγράφος Ματσούο Μπασό, τον 17 αιώνα, που διαμόρφωσε την υψηλή αισθητική του 17σύλλαβου χαϊκού (εναλλαγή 5σύλλαβων και 7σύλλαβων στίχων). Στην ποίησή μας, το χαϊκού φάνηκε σαν λυρική άσκηση στην λιτότητα, σαν αισθητική τεχνική σύλληψης της ομορφιάς μέσα από την υποβλητική αμεσότητα, μόλις χρωματισμένης από μια απαλή γραμμή ρεαλισμού.

Σήμερα, το μικρό ποίημα, στη μορφή του 17σύλλαβου ιαπωνικού χαϊκού, κατέχει την γενική εκτίμηση και μεγάλο μέρος της καλής ποιητικής μας παράδοσης το προτιμά. Φαίνεται πως το χαϊκού με την ρεμβώδη μελαγχολία του συνάντησε την μελαγχολία του πάθους του γαλλικού συμβολισμού και έτσι αθόρυβα χωνεύτηκε από την δυτικότροπη αισθαντικότητα.

Η Γεωργία Λαδογιάννη διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια