Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η θέσμιση ως έργο Τέχνης ή από το συμβάν στο γεγονός

ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΩΡΑΙΟΠΟΥΛΟΥ

 

Στο πλαίσιο του διαλόγου που προτείνετε, θα προσεγγίσω την documenta 14 (d14) από μια κριτική απόσταση και από αυτή την άποψη ως μια πειραματική ποιητική απόπειρα, που η οπτική της απέναντι στην Τέχνη είναι κατεξοχήν ανθρωπολογική και θεωρησιακή, παίρνοντας επίσης υπόψη ότι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί η παρουσία της στο Κάσελ.

Όντως το κόνσεπτ της d14, από πρώτη ματιά, είναι ρηξικέλευθο: μοιάζει να υπόσχεται τα χαρακτηριστικά ενός συμβάντος ανατρεπτικού (με την εκδοχή του Alain Badiou), αν και από ανθρωπολογική άποψη φαίνεται προφανές και αυτονόητο στο κόντεξτ μιας κριτικής στάσης απέναντι στη διαμόρφωση του σύγχρονου οικουμενικού περιβάλλοντος της Τέχνης, ή καλύτερα σε μια σύγχρονη αντίληψη δυισμών: τοπικό - οικουμενικό, ιστορικό - σύγχρονο, γενικό - ειδικό, ιεραρχικό-δικτυακό. Ξαφνιάζει θετικά αυτή η μεταφορά του τόπου, γιατί αυτό που προκαλεί το διανοητικό ενδιαφέρον είναι ο ενδεχομενικός σημασιολογικός πλούτος, που μπορεί να παράγει η τοπολογική μεταφορά, όταν αυτή μετασχηματιστεί από κυριολεκτική σε νεοΠοιητική (οντολογικά) μεταφορά, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην προθεσιακότητα του επιμελητή (ως ενεργών ποιητικό-πολιτικό υποκείμενο).

Μάλιστα, όταν αυτή η νεοΠοιητική μεταφορά εξατομικεύεται στο ανθρωπολογικό πεδίο, ως μάθηση από τον Άλλο, με την προϋπόθεση ότι αυτή η πρόθεση δεν είναι ρητορική, με την κοινή σημασία του όρου, τότε το προτεινόμενο επιμελητικό κόνσεπτ συγκροτεί μια τολμηρή πρόταση, που η υλοποίησή της μπορεί να εμπεριέχει και το ενδεχόμενο σύγκρουσης με τον ίδιο τον θεσμό, ως συνεπές στοιχείο της επιμελητικής ποιητικο-πολιτικής. Όμως, σε μια τέτοιου τύπου νεοΠοιητική μεταφορά (τοπολογική και ανθρωπολογική) αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ποιο είναι το περιεχόμενο του επιμελητικού κόνσεπτ προθεσιακά, όσο το πώς κατασκευάζεται, δηλαδή οι ίδιες οι διαδικασίες, στα όρια ή στην υπέρβαση των οποίων θα παραχθεί ο άπειρος νοηματικός και σημασιολογικός πλούτος, ή, μιλώντας με τους όρους ενός σύγχρονου θεωρησιακού λόγου, το είδος της αλήθειας έργων Τέχνης που μπορεί να παράγει μια τέτοιου είδους νεοΠοιητική μεταφορική λειτουργία. Γιατί αυτή η τελευταία μπορεί να δημιουργήσει και να ορίσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός άπειρου πλήθους ενδεχομενικών προτάσεων αλήθειας έργων Τέχνης (ενός εφικτού απολύτου). Ενός άπειρου πλήθους ενδεχομενικών προτάσεων αλήθειας έργων Τέχνης, που αυτονόητα και δυνητικά θα παράγει το ίδιο και καθαυτό το επιμελητικό κόνσεπτ, πέραν των επιτρεπομένων ορίων του σώματος του οργανισμού της d14 και ανεξάρτητα της επιμελητικής προθεσιακότητας.

Αυτές οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός άπειρου πλήθους ενδεχομενικών προτάσεων αλήθειας έργων Τέχνης καθορίζονται κυρίως από το είδος (με την αριστοτελική σημασία του όρου) της θέσμισης, στις προϋποθέσεις και στα όρια της οποίας θα είναι δυνατόν να λειτουργήσει το συγκεκριμένο επιμελητικό κόνσεπτ με νεοΠοιητικό τρόπο. Όμως η σημερινή θέσμιση, τυπική-άτυπη, όχι απλώς ως σύνολο κανόνων, αλλά ως ένας κόμβος στο δίκτυο των θεσμών μιας επικράτειας της d14, δεν μπορεί να είναι έξω από την παράδοση της ίδιας της ταυτότητάς της και μέσα στα πλαίσια του σημερινού ρόλου της σε έναν από τους μεγαλύτερους οικουμενικούς οργανισμούς, που αφορούν την παρουσίαση της σύγχρονης τέχνης. Αυτού του είδους η θέσμιση, στη συγκεκριμένη d14, προσδίδει την εξειδικευμένη ποιητική της λειτουργία στο προτεινόμενο και υπό υλοποίηση επιμελητικό κόνσεπτ, το οποίο, όπως είπαμε, περιέχει δύο κύρια στοιχεία: την αλλαγή του τόπου (σε κυριολεξία και μεταφορά) και την μάθηση από τον Άλλο, δηλαδή την Αθήνα ως τον τόπο της παραδειγματικής κρίσης στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο νεοφιλευθερισμό. Αυτό το είδος θέσμισης εξατομικεύεται ακόμη περισσότερο στο είδος (όρια και περιεχόμενο), που θέτει η ποιητική θεσμική λειτουργία του διαλόγου (από ανθρωπολογική οπτική), ανάμεσα στις δύο διαφορετικές πλευρές (Κάσελ - Αθήνα). Εδώ δεν μπορώ παρά να επικαλεστώ τις προϋποθέσεις μιας, ισότιμης, ισοδύναμης και απροϋπόθετης συνάντησης ανάμεσα στις δύο ομάδες (του Κάσελ και της Αθήνας). Αυτές οι προϋποθέσεις πραγματοποιούνται επιτελεστικά ως πρόταση από την επιμελητική ομάδα d14, και ως απροϋπόθετη απαίτηση από την ομάδα της Αθήνας. Τις ίδιες προϋποθέσεις ισότιμου διαλόγου, μπορεί να τις δει κανείς να τίθενται ανάμεσα σε άλλες από τον Jürgen Habermas (Ηθική της επικοινωνίας), ασφαλώς υπό το κριτικό πλαίσιο του Jacques Derrida, όχι όμως και στο σχεσιακό πλαίσιο του τελευταίου, αλλά στον ορίζοντα παραγωγής ενδεχόμενων άπειρων αληθειών ή σημασιών ή νοημάτων, που ο σύγχρονος θεωρησιακός λόγος προσεγγίζει (Quentin Meillassoux).

Η ύπαρξη μιας τέτοιας παραγωγής ενδεχόμενων αληθειών ή σημασιών με την υλικότητα της Τέχνης, προϋποθέτει ότι η επιμελητική ομάδα (Κάσελ και Αθήνα) μπορεί να εμπεριέχει ως επιλογή και όλο το φάσμα των αρνήσεων, άρα και των ενδεχόμενων συγκρούσεων στο εσωτερικό του θεσμού, επομένως και του ρίσκου για ενδεχόμενη ματαίωση. Γιατί μια τέτοια ποιητική ανοικτότητα (θετική και αρνητική) μπορεί να δώσει εκείνο τον απόλυτο χώρο στο επιμελητικό κόνσεπτ, προκειμένου να υπάρξει το ενδεχόμενο ενός νέου συμβάντος της αλήθειας στην επιμελητική Τέχνη, που υπερβαίνει την υποκειμενική προθεσιακότητα και τις συμβάσεις των ορίων του θεσμού. Τo διακύβευμα, λοιπόν, είναι σημαντικό γιατί λειτουργεί παραδειγματικά, όχι μόνο στο επίπεδο της Τέχνης, αλλά γιατί μπορεί να εξετάσει κανείς πειραματικά (ως case studies) ένα παγκόσμιο θεσμό (μη κυβερνητικό) ως προς την ανατρεπτική ή την αφομοιωτική δύναμή του. Θεωρώ, λοιπόν, ότι αυτό το τελευταίο (η ανατρεπτική ή αφομοιωτική λειτουργία της Τέχνης) σε έναν οικουμενικό θεσμό είναι το κύριο διακύβευμα σε μια δικτυακή εκδοχή του οικουμενικού νεοφιλευθερισμού σήμερα.

Βέβαια, αυτή η αφομοιωτική ή ανατρεπτική λειτουργία δεν παύει να εντάσσεται στο ιεραρχικό στοιχείο του θεσμού (περιφέρεια-κέντρο). Αυτό το τελευταίο συνεχίζει να ανθίσταται για τη συνέχεια της ύπαρξής του, σε αυτή τη μεταβατική περίοδο του καπιταλισμού, με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους και από τις δυο πλευρές (του προτείνοντος - Κάσελ και του υποδοχέα-Αθήνα). Ασφαλώς το θεσμικό ιεραρχικό στοιχείο αφορά κυρίως τους όρους κάθε τύπου διαλόγου (απροϋπόθετου ή μη) στους οποίους αναφέρθηκα. Μάλιστα το διακύβευμα αυτό παίζεται με πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένο τρόπο, στην περίπτωση του πιο μεγάλου και σύγχρονου θεσμικού μηχανισμού πολιτισμού της documenta, ή καλύτερα ενός είδους πολιτικού θεσμού χωρίς όνομα (σύμφωνα με τον όρο του Jacques Rancière). Ένας τέτοιος θεσμός μπορεί, από τη μια μεριά να υιοθετήσει τις αθέατες αφομοιωτικές διαδικασίες του νεοφιλευθερισμού, ενώ από την άλλη, ενδεχομενικά, θα μπορούσε να συμβάλλει στη διαμόρφωση αυτού που θα επιθυμούσε κανείς ποιητικά να παράγεται, δηλαδή την Τέχνη της ζωής σε συνθήκες κρίσης. Από αυτή την άποψη, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το είδος των προ-ποιητικών θεσμικών διαδικασιών της documenta, που αφορούν το επιμελητικό απροϋπόθετο του μηχανισμού, τόσο του θεσμού της καθεαυτού, όσο και του θεσμικού διαλόγου, ή, καλύτερα, την άυλη θεσμική προσέγγισή ανάμεσά τους (θεσμού καθεαυτού και θεσμικού διαλόγου) με τη μορφή επιτελεστικού έργου Τέχνης.

Μετά από αυτά, το ερώτημα που μπορεί να τεθεί είναι: α) μπόρεσε να συγκροτηθεί μια ποιητική ομάδα (ως ενεργών ποιητικό-πολιτικό υποκείμενο) στη βάση μιας ισοδύναμης ανθρωπολογικής συνάντησης (Κάσελ, Αθήνα) και β) αν αυτό το νέο υποκείμενο ενήργησε στα πλαίσια του επιμελητικού κόνσεπτ καθεαυτού, πέρα από την επιμελητική προθεσιακότητα και θεσμικά με την επινοητικότητα ενός έργου Τέχνης (αινιγματικά, ανατρεπτικά, απροϋπόθετα εν τέλει ως συμβάν αλήθειας), σε έναν παραδειγματικό τόπο του δυτικού πολιτισμού σε γενικευμένη κρίση, όπως είναι η Αθήνα, ώστε να ακουστεί οικουμενικά.

Σε αυτό το ερώτημα θα απαντούσα, στον βαθμό που η ποιητική μεταφορά παρήγαγε στο επίπεδο του τόπου: προφανείς θεματικές υλοποιήσεις έργων (Ελευθερία, Δημοκρατία) και μη προφανείς («Κείμενα» στην κρατική τηλεόραση κ.ά.), και θεσμικές συνεργασίες (ΑΣΚΤ, ΕΜΣΤ, κ.ά), και στο οικουμενικό επίπεδο: την επιμέλεια της ποιητικής μεταφοράς έργων υψηλής Τέχνης στον Άλλο τόπο (αμοιβαία), και θα έλεγα ότι ο θεσμός λειτούργησε, κυρίως ως επανάληψη του ίδιου του εαυτού του, και η ριζικότητα της ποιητικής του, τόσο σε τοπικό όσο και σε οικουμενικό επίπεδο επεκτάθηκε σε όσες σημασίες ή ενδεχόμενες αλήθειες ήταν δυνατόν να αναδυθούν από την υπάρχουσα θέσμισή του καθεαυτή, μεταφερμένη στον Άλλο τόπο. Αυτό σημαίνει ότι η d14, παράγοντας τοπικές θεματικές υλοποιήσεις έργων και μεταφορά υψηλής οικουμενικής Τέχνης, λειτουργεί μέχρι τώρα κατά βάση μέσα στην αφομοιωτική λογική που οι μεγάλοι παγκόσμιοι θεσμοί (μη κυβερνητικοί) μπορούν και παράγουν στην εξευγενισμένη εκδοχή τους, χωρίς τις ριζικές (χειραφετικές) ανατροπές ενός συμβάντος της αλήθειας, αλλά στο πλαίσιο ενός πολύ σημαντικού καλλιτεχνικού γεγονότος.

Αυτό σημαίνει ότι η d14, ως μεγάλο παγκόσμιο πολιτισμικό εικαστικό γεγονός, μας προσφέρει την απόλαυση και τη γνώση από ένα πανόραμα της σύγχρονης υψηλής παγκόσμιας Τέχνης, όπου οι επισκέπτες εκτός αυτού μπορούν να έχουν τη σχετική εμπειρία μιας Αθήνας σε κρίση και με το προσφυγικό σε ανοιχτή θέαση. Σε αυτή την περίπτωση η θετική μάθηση από τη μεριά της Αθήνας είναι μια σημαντική εμπειρία από την άμεση κριτική δοκιμασία σε σχέση με ένα παγκόσμιο θεσμό, τόσο ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τους επιμελητές, τους κριτικούς τέχνης, τους τοπικούς θεσμούς (δημόσιους και ιδιωτικούς), όσο και ανάμεσα στο κοινό, το οποίο έχει τη δυνατότητα να έρθει σε άμεση και κριτική σχέση με την παγκόσμια υψηλή Τέχνη.

Από την άλλη, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προβληματικής, θεωρώ πολύ σημαντικές τις παράλληλες οργανώσεις, καλλιτεχνικές και ακαδημαϊκές, που κινηθήκαν κριτικά ως προς αυτό το μεγάλο γεγονός αναστοχάζοντας τους παγκόσμιους θεσμούς Τέχνης.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι η d14 δεν συγκροτεί ένα συμβάν στη σχέση οικουμενικό-τοπικό και vice versa, αλλά ένα πολύ σημαντικό γεγονός σε αυτή τη σχέση, μια και λειτουργεί με έναν θετικό τρόπο, αλλά αφομοιωτικό, ως προς την αμφισβήτηση, που θέτει, τόσο το παράδειγμα της Αθήνας για την ηγεμονία ενός οικουμενικού θεσμού, όσο και το ίδιο το αντιηγεμονικό περιεχόμενο του επιμελητικού κόνσεπτ καθεαυτού. Αυτό σημαίνει ότι το τελευταίο λειτουργεί αντιφατικά. Διατυπώνοντας την παραπάνω άποψη με ένα θετικό, αλλά υποθετικό τρόπο, θα μπορούσα να πω ότι: εάν η θέσμιση της documenta διέθετε καθεαυτή τη λογική και τη μορφή ενός έργου Τέχνης (όπως περιέγραψα παραπάνω), τότε η d14 δεν θα ήταν απλώς ένα μεγάλο παγκόσμιο εικαστικό γεγονός, αλλά ενδεχομενικά ένα χειραφετητικό συμβάν ως προς τα είδη των παραγόμενων έργων (υλικά ή άυλα-θεσμικού χαρακτήρα), ένα συμβάν ανάμεσα στο οικουμενικό και στο τοπικό, ανάμεσα στο Κάσελ και στην Αθήνα.

 

Φίλιππος Ωραιόπουλος είναι αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια