Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η αγωνία για το αγωνιστικό

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

ΤΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ, Αναζητώντας το κλειδί, δοκίμια, εκδόσεις Ερατώ, σελ. 240

Προκαταβολικά, θα ήθελα να επισημάνω ότι το σύνολο των δοκιμίων που απαρτίζουν αυτόν τον τόμο, μα και το καθένα ξεχωριστά, θέτουν ζητήματα τα οποία μόνον υπαινικτικά μπορούν να θιχτούν σε μία συνοπτική παρουσίαση. Απαιτούν κλειδιά από ποικίλους κλάδους της γνώσης, αν και σε όλα υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, ένα κοινό κλειδί.

Το κλειδί, γράφει η Τζίνα Πολίτη είναι «πανάρχαιο σύμβολο, και διαχρονικό, όπως το φως και το σκοτάδι, δεν χάνεται ποτέ, από εποχή σε εποχή, μέσα από τη γλώσσα, την ποίηση, τη σκέψη, πάντα, ως τον τελευταίο άνθρωπο». Τη γλώσσα των συμβόλων λοιπόν, έχει ως υπόβαθρο αυτό το νέο βιβλίο της Τζίνας Πολίτη. Κι όταν μιλάμε για σύμβολα προϋποθέτουμε κάτι παραπάνω από σκέτη ανταλλαγή σημάτων, πράγμα που παραπέμπει στον φυσικό μεταβολισμό του ζωικού κόσμου. Κάθε γλωσσικό σύμβολο είναι σκέψη, λέξεις, και πράξη μαζί. Κι ο τρόπος με τον οποίο συνυφαίνονται αξεδιάλυτα τα τρία αυτά στοιχεία στο σύμβολο σχετίζεται με τη σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που αναπαριστούν.

Η αισθητική αναπαράσταση του ιστορικού κόσμου μέσω γλωσσικών συμβόλων, είναι το κλειδί του αρχικού δοκιμίου της Τζίνας Πολίτη με τίτλο «Δαιμονοποίηση και εξιδανίκευση του Νότου». Εδώ φανερώνεται με υποδειγματικό τρόπο πώς μια γενική έννοια -βορράς, νότος, ανατολή, δύση- όταν γίνεται σύμβολο εξιδανικεύεται ή δαιμονοποιείται.

Έτσι, η «αυτοεικόνα» στην οποία αναφέρεται η Τζίνα Πολίτη αναπαριστά την ιστορική πραγματικότητα του κόσμου της εμπειρίας στην συμβολική προοπτική του εκάστοτε υποκειμένου. Αυτοεικόνα (και κοσμοεικόνα) είναι η ταυτότητα ατόμων και συλλογικοτήτων μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Κι αυτή η ταυτότητα, ο αυτοπροσδιορισμός, δημιουργείται (κυριολεκτικά εκ του μηδενός) μέσω εγκλεισμών και αποκλεισμών. Μ’ αυτόν τον τρόπο εκδηλώνεται στον ιστορικό κόσμο η διαλεκτική κίνηση, τόσο μέσα στον χώρο μα και μέσα στον χρόνο: το μέλλον εμφανίζεται στο παρόν ως άρνηση του παρελθόντος.

Στη γλώσσα των συμβόλων, τώρα, η διαλεκτική παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος γεννά ασύμμετρες έννοιες, αντιθέσεις, ό,τι δηλαδή αφορά το πολιτικό. Ο αυτοπροσδιορισμός, η δημιουργία μιας αυτοεικόνας μέσω αντιθετικών, ασύμμετρων πολιτικών εννοιών, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ρέινχαρντ Κόζελεκ, είναι η ιστορική εκδήλωση γενικών εννοιών, όπως θρησκευτικών, ανθρωπιστικών, επιστημονικών. Το κράτος, το έθνος, η εκκλησία, η δικαιοσύνη, ο γεωγραφικός χώρος και χρόνος, στον ιστορικό κόσμο γίνονται αντικείμενο ιδιοποίησης από τα εκάστοτε πολιτικά υποκείμενα. Αυτά ταυτοποιούν τον εαυτό τους και δημιουργούν αποκλεισμούς των άλλων ή του άλλου. Στην ίδια προοπτική, οι αποκλεισμένοι, οι άλλοι, δημιουργούν τη δική τους αυτοεικόνα επιδιώκοντας την αναγνώριση βάσει των ίδιων γενικών εννοιών. Ας θυμηθούμε εδώ τη χωρική αντίθεση Έλληνας - βάρβαρος, η οποία έχει νατουραλιστικά χαρακτηριστικά (οι βάρβαροι είναι φύσει κατώτεροι από τους Έλληνες), μα και τη χρονική-πνευματική τού χριστιανός - εθνικός, ή χριστιανός - μουσουλμάνος. Η χρονική - πνευματική διάσταση έχει ως έσχατο γόνο της τους ανταγωνισμούς για την ιδιοποίηση του ανθρωπιστικού ιδεώδους από την κομμουνιστική και τη φιλελεύθερη ουτοπία. Τέλος, η εκπνευμάτωση των ασύμμετρων πολιτικών εννοιών έχει ως συνέπεια την ενοποίηση του χώρου (του κτιστού κόσμου) και τη χρονοποίηση των αντιθέσεων (η λυτρωτική διάσταση του μέλλοντος αιώνος). Η χώρα του πνευματικού και το πνεύμα της χώρας, -ως ιδιοποίηση γενικών εννοιών- είναι αντιθέσεις που διαπερνούν όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας, και βέβαια την αισθητική. Αυτή τη διείσδυση των ασύμμετρων εννοιών του πολιτικού στο αισθητικό αποδεικνύει η Τζίνα Πολίτη μέσω της δαιμονοποίησης και της εξιδανίκευσης του εκάστοτε άλλου.

Η περιγραφή της στηρίζεται στο μέγιστο δυνατό υλικό από την αγγλική γραμματεία. Με αναλυτικές παρεκβάσεις για τη γραμματεία του 16ου και 17ου αιώνα στην Αγγλία, καθώς και την ανάλυση έργων σταθμών, αναδεικνύει όχι μόνον τις γεωπολιτικές, ας πούμε, οροθετήσεις μα και τις κοινωνικές. Οι τελευταίες εξ άλλου περιγράφονται γλαφυρά σ’ ένα επόμενο δοκίμιο, αφιερωμένο στην κοινωνική ιδιοποίηση της προσωπικότητας του Σαίξπηρ. Στο δοκίμιο «Εγώ είναι ένας άλλος: Σαίξπηρ 1616-2016» καταδεικνύεται πώς ο αποχωρισμός της «ανώτερης» κουλτούρας από τον κοινό κόσμο της εμπειρίας και η καθαρότητά της -ο διαχωρισμός των σφαιρών της νεοτερικότητας- έχει ως συνέπεια την αποδόμηση της ίδιας της προσωπικότητας του Σαίξπηρ και τη διεκδίκησή της από τα «καλλιεργημένα» κοινωνικά στρώματα: ο Σαίξπηρ ήταν κάποιος Άλλος, μια προσωπικότητα με εκείνη την καλλιέργεια που έχει διαχωριστεί από το ευρύ κοινό. Άρα πρέπει να ήταν κάποιος από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, κι όχι λαϊκός.

Για να επανέλθουμε όμως στο αρχικό δοκίμιο, η Τζίνα Πολίτη στο σύνολο του έργου της δεν επιδιώκει μια σκέτη περιγραφή, αδιαφορώντας έτσι για το ζήτημα της δικαιοσύνης και της αδικίας. Η κατάληξη του δοκιμίου περί «Εξιδανίκευσης και δαιμονοποίησης...» είναι μια ριζική κριτική της νεοελληνικής αυτοεικόνας, της εκλαΐκευσης του διονυσιακού και απολλώνειου πνεύματος στην αυτοεικόνα του ζορμπαδισμού. Μια αυτοεικόνα που συμφύρει παρελθόν, παρόν και μέλλον: ξεπερνά δηλαδή την πατριαρχική εικόνα του παρελθόντος, όχι μέσα στην προσδοκία ενός λυτρωτικού μέλλοντος αλλά ενός αιώνιου παρόντος. Αυτή ήταν η μοίρα της αυτοεικόνας τού «άσχημος σαν χρέος» που στήριζε την παραδοσιακή ενότητα αισθητικής και ηθικής, και αντιστράφηκε στο «οι ωραίοι έχουν χρέη» της πολιτιστικής βιομηχανίας∙ μ’ άλλα λόγια η προσδοκία ενός λυτρωτικού μέλλοντος εκμηδενίστηκε στην επιθυμία της αυτοπραγμάτωσης εδώ και τώρα.

Απέναντι σ’ αυτήν την νεοελληνική αυτοεικόνα, μα και στον αμετροεπή ηδονισμό της παγκοσμιοποίησης, η Τζίνα Πολίτη προτάσσει τη συμβολοποιό δύναμη του τραγικού, μεταρσιωμένου στη σφαίρα της κουλτούρας σε τραγικό δράμα. Τι σημαίνει αυτό; Τι δύναμη κουβαλά η τραγωδία; Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σ’ αυτό υπαινικτικά με βάση το δοκίμιο του τόμου «Τα πηγάδια της μνήμης».

Τα πηγάδια της μνήμης, λέει η Τζίνα, είναι μια γλώσσα απ’ όπου «σαν αναλαμπή μέσα στο σκοτάδι» αναδύονται τα μνημονικά θραύσματα. Τα μνημονικά θραύσματα συνθέτουν το ψηφιδωτό που ονομάζει «ζωή» και από κοινού με ό,τι αποκαλεί «πηγάδι των αναγνωσμάτων», μέσω «συναρπαστικών συνειρμών» καταλήγουν στη μετάπλασή τους σ’ ένα ακόμα κλειδί, το κλειδί κατά τη γνώμη μου της τραγωδίας και του τραγικού.

Τα μνημονικά θραύσματα αρνούνται τη συμβατική διάσταση του χρόνου και του χώρου και παραπέμπουν σε μια εσωτερική χρονική και χωρική αίσθηση. Τα μνημονικά θραύσματα είναι οι ψηφίδες που αποκαλύπτουν το ατομικό (και το συλλογικό) εγώ, το πρόσωπο στη σχέση του με τον εαυτό του και τον κόσμο∙ είναι τα κομβικά σημεία της προσωπικότητας, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο της φαινομενολογικής ψυχανάλυσης.

Αυτές τις ψηφίδες, τα κομβικά σημεία, έχει κατά νου ο Β. Μπένγιαμιν όταν αναφέρεται στο ψηφιδωτό που συγκροτεί την προσωπικότητα, και το οποίο δεν σχετίζεται με τη μεταμοντέρνα κατάσταση των ανάλαφρων βιωμάτων, με την ανταλλαγή σημείων, αλλά με μια σύνθεση που έχει σαν κεντρικό άξονα, σαν σπονδυλική στήλη, τη βαθύτερη υπαρξιακή εμπειρία. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η διάκριση μεταξύ καθημερινών βιωμάτων και βαθύτερης εμπειρίας, όπως δηλώνεται από τον Μπένγιαμιν, παραπέμπει σ’ εκείνες τις στάσεις, τις στιγμές που το άτομο εξίσταται, αποσπάται από την τριβή είτε του θεάματος είτε των επιπόλαιων συναναστροφών, κι αναδιπλώνεται στον εαυτό του, αναστοχάζεται. Όμοια με τον απόντα Θεό, συνομιλεί με τον εαυτό του, ανα-λογίζεται, δημιουργεί αποκαλυπτικούς συνειρμούς μέσα από τα μνημονικά θραύσματα. (Επανέρχεται κανείς με κάποιο ξάφνιασμα, μ’ ένα σκούντημα του διπλανού του, καθώς τον ρωτά: «πού τρέχει ο λογισμός σου;»). Αυτή η κατάσταση, μας τοποθετεί μεταξύ του αιώνιου κόσμου των ιδεών, καθώς προσεγγίζει στην ανάμνηση με την πλατωνική σημασία της λέξης, δηλαδή στην α-λήθεια, και του κτιστού κόσμου, της δημιουργίας.

Μια τέτοια κρίσιμη στιγμή, ένα μνημονικό θραύσμα, μας αποκαλύπτει η Τζίνα Πολίτη σ’ έναν κοινό μας τόπο, στην πλατεία Αγάμων, όταν, νεαρή κοπέλα, λίγο μετά τον γιορτινό καλπασμό των γενειοφόρων ανταρτών της απελευθέρωσης, βρέθηκε μπροστά στον φανοστάτη απ’ όπου ήταν κρεμασμένος ένας ελασίτης αντάρτης. Άραγε μια τέτοια σκηνή -το εξεγερμένο υποκείμενο και ο θάνατός του- γεννά τον χομπσιανό φόβο του θανάτου ή το ξεπέρασμά του, την άρνησή του; Το βέβαιο είναι ότι μια τέτοια εμπειρία -η νίκη και η ήττα σε μία και μόνο στιγμή- δεν μπορούσε παρά να είναι τραγική, ένα κλειδί, και να καθορίζει μια υπαρξιακή απόφαση, είτε προς τη δουλική υποταγή είτε προς την εξέγερση. Μια δουλική συνείδηση λοιπόν ή η άρνησή της; Αυτή είναι η κρίσιμη στιγμή της υπαρξιακής απόφασης, που όταν διεισδύει στη σφαίρα του αισθητικού μεταρσιώνει το παιγνιώδες του δράματος σε τραγωδία.

Έτσι, η ανθρώπινη θνητότητα, το ότι ο άνθρωπος διαχωρίζεται από τον φυσικό κύκλο επειδή γνωρίζει πως είναι θνητός, μας λέει στο δοκίμιο το αφιερωμένο στην Αντιγόνη, τίθεται σαν προϋπόθεση του Νόμου και της ηθικής προσωπικότητας, της δικαιοσύνης. [Και θα ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σημείο ότι, καταπώς γνωρίζουμε από τον Ευθύφρονα του Πλάτωνα, δικαιοσύνη χωρίς γνώση (η μαντική) είναι εξ ίσου εσφαλμένη με μια γνώση χωρίς δικαιοσύνη (η σκέτη περιγραφή της αναγκαιότητας). Οι θνητοί αμαρτάνουν με την έννοια της εσφαλμένης κρίσης-δίκης που φανερώνει τα όρια της ανθρώπινης νόησης, της ιδιοποίησης γενικών εννοιών όπως η δικαιοσύνη από τα μεμονωμένα ιστορικά υποκείμενα].

Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα: χρειαζόμαστε την κρίσιμη κατάσταση του τραγικού ή μας αρκεί να περιοριστούμε στη σφαίρα της κουλτούρας, της παιγνιώδους ανταλλαγής σημάτων σ’ ένα δράμα χωρίς τραγωδία, σε μια παρωδία;

Η ηπειρωτική κουλτούρα της Ευρώπης έβλεπε στο σαιξπηρικό δράμα μια βαρβαρικότητα. Η βαθύτερη εμπειρία, ο ιερός πυρήνας της ύπαρξης, το cult, σε αντίθεση με την αγγλική κοινωνία του Σαίξπηρ είχε ήδη αφομοιωθεί στην κουλτούρα (culture) για να γίνει μια παιγνιώδης στιγμή. Σ’ αυτή τη συνάφεια, λοιπόν, το τραγικό είναι η κρίσιμη κατάσταση, ανάλογη με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει δεσμευτικά για το νόημα της υπαρξιακής εμπειρίας. Βαρβαρικό ήταν για τον Βολταίρο η στιγμή της κρίσιμης κατάστασης που μεταρσιώθηκε στον Σαίξπηρ στην τραγική μορφή του Αμλέτου. Ο Μπένγιαμιν, από την άλλη πλευρά, απέβλεπε σε μια νέα βαρβαρικότητα, μια ενότητα της βαθύτερης εμπειρίας με την κουλτούρα.

Έχω την πεποίθηση ότι μια τέτοια στιγμή θα επανακάμψει, άγνωστο κάτω από ποιες σημαίες, όταν τα βιώματα, η σκέτη ανταλλαγή σημάτων της φιλελεύθερης ουτοπίας, θα υποχωρήσουν μπροστά σε εμπειρίες εξ ίσου βαθιές μ’ εκείνες στις οποίες αναφέρεται η Τζίνα. Εάν και όποτε συμβεί κάτι τέτοιο, η εμπειρία θα ξαναδέσει τη θεωρία με την πράξη, την αιώνια ιδέα της δικαιοσύνης με τη συγκεκριμένη πραγμάτωσή της στο εδώ και τώρα.

Επιτρέψτε μου ένα τελευταίο σχόλιο, για το κλειδί των δοκιμίων της Τζίνας Πολίτη. Το κλειδί με το οποίο ανοίγει όλες τις πόρτες η Τζίνα Πολίτη είναι η αριστερή της στράτευση. Αντιπαραθέτω τον όρο στράτευση στη δέσμευση της επικοινωνιακής λογο-διάρροιας, για να αναφερθώ σε κάτι που στις μέρες μας αχνοσβήνει στο βάθος του ορίζοντα. Εδώ δεν έχω κατά νου την κομματική τέτοια, αλλά την στράτευση σε μια ιδέα, σε μια γενική έννοια, σ’ εκείνη του αγώνα. Είναι η αγωνία για το αγωνιστικό που διαπερνά το σύνολο των δοκιμίων της Τζίνας Πολίτη και δίνει απάντηση σε όσα ερωτήματα θέτει. Ερωτήματα αναπάντητα από την αποστειρωμένη φιλολογία, που αρνείται ενσυνείδητα το πολιτικό στοιχείο και τη διείσδυσή του στην αισθητική σφαίρα, βρίσκουν στα δοκίμια της Πολίτη γόνιμες απαντήσεις.

 

Δείτε όλα τα σχόλια