Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το δοκίμιο ως ομολογία

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

ΤΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ, Αναζητώντας το κλειδί, δοκίμια, εκδόσεις Ερατώ, σελ. 240

 

Από εδώ και πολλά χρόνια, διαβάζοντας τα κείμενα της Τζίνας Πολίτη, έχω σχηματίσει την πεποίθηση ότι ενώ η αδιάκοπη συνομιλία της με τις μορφές της λογοτεχνίας θα μπορούσε να την κατατάξει, τόσο ειδολογικά όσο και υφολογικά, στον διευρυμένο χώρο της κριτικής της λογοτεχνίας, έστω και με την κάποια ασάφεια που ενδογενώς εμπεριέχει ο όρος κριτική της λογοτεχνίας, εντούτοις η διαπόρευσή της μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα συγκροτεί έναν λόγο πέραν της κριτικής, με την έννοια ότι στον περί των κειμένων λόγο της το ουσιώδες στοιχείο το οποίο προτάσσεται, και εντέλει προϋποτίθεται απαραίτητα, είναι χωρίς αμφιβολία το στοιχείο του δοκιμιακού λόγου. Θέλω να πω ότι σε όλα σχεδόν τα κείμενά της, όπως και στο υπό συζήτηση βιβλίο της, η Τζίνα Πολίτη είναι μια καθαρόαιμη δοκιμιογράφος, και είναι ακριβώς η δοκιμιογραφία που παρέχει στα κείμενά της τόσο τη μορφή τους ως περιεχόμενο όσο και το περιεχόμενό τους ως μορφή.

Επιμένω στη διάκριση μεταξύ κριτικού της λογοτεχνίας λόγου και δοκιμιακού λόγου, προκειμένου να δείξω ότι η παρατήρηση του Georg Lukacs, σύμφωνα με την οποία "αν θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τις μορφές της λογοτεχνίας με το ηλιακό φως που διαθλάται μέσα από ένα πρίσμα, τότε τα γραπτά του δοκιμιογράφου θα ήταν οι υπεριώδεις ακτίνες", ισχύει απόλυτα και αναδεικνύει κατ' εξοχήν το κειμενικό stimmung της Τζίνας Πολίτη σε όλο της το έργο, σε όλες της τις πολυσχιδείς περιπλανήσεις μέσα στις μορφές της λογοτεχνίας, τις οποίες επιλέγει πάντα κατά το μέτρο που αυτές οι μορφές ανταποκρίνονται σε έναν χώρο σύζευξης των λογοτεχνικών έργων με μια βαθύτερη πράξη προσωπικής έκφρασης και/ή προσωπικής εμπλοκής. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η γραφή της Πολίτη καθίσταται μια σχέση πολυδιάστατη και αμφίδρομη, μια κίνηση των μορφών της λογοτεχνίας έξω από τον εαυτό τους και ταυτοχρόνως μια ανασυγκρότηση των μορφών εξαιτίας της δημιουργικής προβολής σημασιών, τις οποίες επιθέτει ο λόγος της δοκιμιογράφου ως ενδεχομενικότητες -πάντα ισχυρές- του δικού της εγχειρήματος να αναζητήσει μια διαφορετική αυθεντικότητα μέσα στα κείμενα: την αυθεντικότητα της αναζήτησης πολυστρωματικών σημασιών, άλλων εκφραστικών τρόπων και τροπισμών, κατά τη σχέση που διαμορφώνονται εξαιτίας των κειμένων και προς χάριν των κειμένων.

Αντιγράφω το καταληκτικό χωρίο ενός κειμένου της Πολίτη, το οποίο περιλαμβάνεται στο υπό συζήτηση βιβλίο της:

«Το κλεμμένο γράμμα [...] είναι εκεί, μπροστά στα μάτια όλων που το ψάχνουν. Αρκεί να πάψουν να πιστεύουν ότι έχει εξαφανιστεί, για να παρουσιαστεί. Αλλά τότε εξαφανίζεται η πλοκή, και μαζί η γραφή! Γιατί η γραφή, όπως και η γλώσσα, ρέουν χάριν της απουσίας. Μήπως

η Άννα είναι το υποκατάστατη της πλοκής, η απουσία που κρατά εσαεί ανοιχτό το Αρχείο; Μήπως η Άννα είμαι εγώ, η αναγνώστρια, που την αναζητάω σαν τρελή, ενώ είναι μπροστά στα μάτια μου, στον καθρέφτη; - Γίνε κάποιο άλλο όνομα... τι έχει μέσα του ένα όνομα; Θα ήθελα να συνεχίσω, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω».

Κατά την αντίληψή μου, στο ανωτέρω χωρίο εκτίθεται όχι μόνο η αναζήτηση εντός του κειμένου ενός κρίσιμου τόπου βαθιάς προσωπικής εμπλοκής της δοκιμιογράφου, αλλά επιπλέον και η μεθοδολογία της αναζήτησης, ο κεντρικός ρόλος που η μέθοδος αναζήτησης παίζει στην ανασυγκρότηση του λογοτεχνικού κειμένου. Η γραφή, αποφαίνεται ορθά η Πολίτη, "όπως και η γλώσσα, ρέουν χάριν της απουσίας". Άρα, η απουσία είναι ο μόνος τρόπος για να προσεγγίσουμε αυτό που γράφεται και αυτό που λέγεται. Η απουσία ως vis formandi της ερμηνείας και/ή των ερμηνειών που η δοκιμιακή άσκηση επιπροσθέτει στο λογοτεχνικό κείμενο, και με τον τρόπο αυτόν παρακινεί τον αναγνώστη του κειμένου να επινοήσει ένα άλλο όνομα, το όνομα του συγγραφέα, έτσι ώστε ο αναγνώστης να αποκτήσει το δικαίωμα της διερώτησης: "τι, τέλος πάντων, λεγόταν μέσα σε εκείνο που λέχθηκε;".

Αλλά η αναζήτηση του άλλου ονόματος διά και προς χάριν της απουσίας, προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή της δοκιμιακής γλώσσας: την αρχή της οικείωσης του λογοτεχνικού κειμένου μέσω της διαδικασίας ανταλλαγής ψυχικών δυναμικών, στο κέντρο της οποίας τίθεται άλλοτε ο δοκιμιογράφος και άλλοτε το λογοτεχνικό κείμενο, σε μια σχέση αμφίθυμης νοηματικής και ψυχικής εκκρεμότητας. Το "γίνε κάποιο άλλο όνομα" της Πολίτη, σημαίνει, κατά τη δική μου ανάγνωση, να οικειωθείς το άλλο όνομα, να γίνεις συνεργός και συνένοχος στη γραφή αυτού που έχει ήδη γραφεί και στον λόγο αυτού που έχει ήδη ειπωθεί, να ζήσεις μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο ωσάν σε ένα διαρκές παιχνίδι βιωματικής αμφιθυμίας, μέσα από μια πράξη διαρκούς φωτοσκίασης, όπου παρουσία και απουσία χάνουν τα διακριτά τους όρια, ανταλλάσσουν τη μαγεία τους και αντιμετατίθενται.

Σε παλαιότερο κείμενό της, η Τζίνα Πολίτη επικαλείται τον Hans Georg Gadamer, για να δείξει ότι, κατά τη διατύπωσή της, "εκείνο που αναγνωρίζουμε σε ένα έργο τέχνης δεν είναι κάτι που ήδη ξέραμε, αλλά ένα ουσιαστικό παραπλήρωμα που αναδύεται ακριβώς επειδή αναγνωρίζεται". Το παραπλήρωμα, λοιπόν, αναζητά ο δοκιμιακός λόγος της Πολίτη στη συνομιλία της με τις λογοτεχνικές μορφές και τα κείμενα. Και αυτό το παραπλήρωμα αναδύεται και αναγνωρίζεται μέσα στο παιχνίδι της βιωματικής της αμφιθυμίας, μέσα στο εγχείρημά της να φανερώσει αυτό που η λογοτεχνική μορφή αποκρύπτει και να οικειωθεί την απόκρυψη ως πράξη δημιουργίας, ως συνέργεια και συνενοχή.

Βέβαια, κάθε βύθισμα μέσα στην πολυστρωματικότητα της λογοτεχνικής γραφής είναι μια παραπλάνηση -δεν θα έλεγα παρανάγνωση- της γραφής, κατά το μέτρο που η καταβύθιση είναι αγώνας και αγωνία να επανιδρυθεί η γραφή μέσα στον εαυτό της και να εκτεθεί στον κίνδυνο της ανάγνωσης. Η λογοτεχνική κριτική μάλλον δεν γνωρίζει αυτόν τον αγώνα και αυτήν την αγωνία, καθώς, τις περισσότερες φορές, εδράζεται πάνω στο κύρος του κανόνα, από τον οποίο αντλεί και μέσα στον οποίο, άλλωστε, αισθάνεται τη σιγουριά του ήδη κατακτημένου.

Εντελώς διαφορετική είναι η λειτουργική πράξη του δοκιμιογράφου, στην προσπάθειά του να ωθήσει το λογοτεχνικό έργο έξω από τον εαυτό του και να το ανασυγκροτήσει εσωτερικά, να δημιουργήσει έναν κόσμο άλλον, ομοούσιο με το λογοτεχνικό κείμενο, θέτοντας τα δικά του ερωτήματα κατά τη σχέση των ψυχικών και/ή βιωματικών δυναμικών που ανταλλάσσονται μεταξύ του κειμένου και του αναγνώστη του. "Τι έχει μέσα του ένα όνομα;", γράφει η Τζίνα Πολίτη, "θα ήθελα να συνεχίζω, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω". Αυτή δεν είναι μια ομολογία στο πλαίσιο της οποιασδήποτε λογοτεχνικής κριτικής. Είναι η ομολογία της δοκιμιογράφου Τζίνας Πολίτη. Μια ομολογία πολύτιμη.

 

Δείτε όλα τα σχόλια