Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

...και ιστορία οι παρέες

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ, Ιστορίες από το Μετς, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2017, σελ. 91.

Οι συνοικίες είναι διακριτοί μικρόκοσμοι εγκιβωτισμένοι στο σώμα της πόλης. Έτσι και το Μετς, πριν αποτελέσει το αντικείμενο του πόθου ανερχόμενων ευκατάστατων αστών και «αξιοποιηθεί» εντατικά και ποικιλοτρόπως, υπήρξε μια ήσυχη συνοικία με μικρές, λαϊκές στην πλειονότητά τους μονοκατοικίες, διώροφα λιτά νεοκλασικά ή κτίρια με τα γνωρίσματα της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, εργαστήρια καλλιτεχνών, λίγα μικρομάγαζα και γραφικές ταβέρνες. Αυτόνομη και με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αλλά παράλληλα οργανικά συνδεδεμένη με το όμορο Παγκράτι με τη μεγάλη αγορά εμπορικών αγαθών, τους κινηματογράφους, (πάνω από έξη θερινούς και μη μπορώ να μετρήσω προχείρως), τις εμβληματικές καφετέριες και την συνακόλουθη ζωντάνια και κίνηση. Μια γειτονιά που, όπως ήδη ανέφερα, συνoρεύει με το Παγκράτι, τον Άγιο Αρτέμιο και το Πρώτο Νεκροταφείο, αλλά έχει το σπάνιο προνόμιο, σκαρφαλωμένη στη νοτιοδυτική πλευρά του Λόφου του Αρδηττού, να εποπτεύει από ψηλά και εκ του σύνεγγυς όλο το μεγαλείο του αστικού πανοράματος. Μάλιστα ο Λε Κορμπυζιέ εντυπωσιασμένος από τη θέα της συνοικίας την ονόμασε «μπαλκόνι της Αθήνας», καθώς ατενίζει, τουλάχιστον από πολλά σημεία της, το Ζάππειο, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την Πύλη του Αδριανού, το Λόφο της Ακρόπολης, το Παναθηναϊκό Στάδιο, τον Εθνικό Κήπο, την Πλάκα, το Λυκαβηττό. Ένα γοητευτικό αστικό παρατηρητήριο στις όχθες του υπογειοποιημένου, αόρατου πλέον Ιλισσού ποταμού, μια ανάσα από το θεσμικό, εμπορικό και ιστορικό κέντρο της Αθήνας.

Ο συγγραφέας σε μια πρωτοπρόσωπη εξομολογητική αφήγηση θυμάται, ανατρέχει και αποτιμά με νοσταλγία, τρυφερότητα και ελεγχόμενη συγκίνηση σκηνές από την εφηβική περιπλάνηση της γενιάς του σε τόπους, ιδέες και σώματα. Οι διηγήσεις του στήνουν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, με το Μετς να αποτελεί ένα ευδιάκριτο σημείο αναφοράς στο χάρτη της Αθήνας. Ένα κατώφλι στον κόσμο και παράλληλα το εφαλτήριο για πρωτόγνωρες νοητικές και σωματικές εμπειρίες. Για εσωτερικές διεργασίες αυτογνωσίας, ευφορικές τελέσεις, εκστατικές συλλογικές δράσεις και επίμονες ιχνηλατήσεις στα όρια της συνοικίας και έξω από αυτά. Καθώς οι νεανικές παρέες της γειτονιάς με την ορμή και τις καθημερινές πρακτικές τους, τις βόλτες και τα ξενύχτια, τις σχολικές πλάκες και τα πάρτι, τις φιλίες και τους έρωτες, τις συζητήσεις και τους διαξιφισμούς ύφαιναν τον τόπο δίνοντας στον βιωμένο αστικό χώρο τα ιδιαίτερα ταυτοτικά χαρακτηριστικά του.

Ο Γιάννης Μπασκόζος μοιράζεται με τον αναγνώστη του μνημονικά θραύσματα και σύντομες ιστορίες της νεανικής και ενήλικης ζωής του. Γράφει για άγρυπνες νύχτες σε μόνιμα στέκια με σταθερούς και πιστούς θαμώνες, για άγονους έρωτες και πάρτι με ιδρωμένα μπλουζ και βερμούτ, για ευαίσθητους ατάλαντους συγγραφείς που με την απόρριψη του πονήματός τους οδηγήθηκαν στην αυτοχειρία, για ταινίες και βιβλία σταθμούς που άνοιξαν δρόμους διαφυγής σε ανήσυχους νέους, για θνησιγενή λογοτεχνικά περιοδικά και προκλητικά αντι-βραβεία, για τις απόρθητες ωραίες της παρέας ή απλώς για αινιγματικές αταίριαστες φιλίες που ο χρόνος τις ξεθώριασε και παράξενες βραδιές κεφιού πέρα από το ποτάμι. Για τα παλιά γκαρσόνια που συσσωματωμένα στις λαϊκές ταβέρνες με τα πανομοιότυπα εδέσματα, (ρετσίνα, χοιρινή μπριζόλα, τζατζίκι, κολοκυθάκια τηγανητά και πατάτες), από την πολλή συνάφεια καταντούσαν κάτι σαν συγγενικά πρόσωπα. Για την καφετέρια του Λέντζου και το ράθυμο άραγμα στις φερ-φορζέ καρέκλες του, που ήταν μια επαναλαμβανόμενη τελετουργία εξερεύνησης του εαυτού και του άλλου πάνω από ένα ποτήρι παγωμένο καφέ φραπέ ή ένα μπολ με παγωτό πες-μελμπά. Μια διαδικασία χειραφέτησης και κοινωνικοποίησης, μια επιβεβλημένη μύηση στα μυστήρια του έρωτα και της τέχνης, (του λόγου, του κινηματογράφου, της μουσικής, του θεάτρου). Για αποτυχημένες συναυλίες στο Άλσος Παγκρατίου επίδοξων μαθητικών ροκ συγκροτημάτων, εγώ θα πρόσθετα στον κατάλογο και τις επιθεωρήσεις της Ελεύθερης Σκηνής των Φασουλή, Παναγιωτοπούλου, Χρυσομάλλη και λοιπών στον ίδιο χώρο, τις ερασιτεχνικές παραστάσεις στα σινεμά και τις γυμναστικές επιδείξεις στο γήπεδο του Εθνικού. Βλέπετε οι τροχιές μας συναντώνται και διασταυρώνονται με αυτές του συγγραφέα σε κοινούς τόπους αναφοράς, αφού κι εγώ είμαι Παγκρατιώτισα.

Στις διηγήσεις του ανασύρει από τη λήθη και το σφηνωμένο στην κόγχη, που προέκυψε από την ανισόπεδη σχέση των οδών Αρδηττού και Καλλιρόης, καφενεδάκι, με τον λίγο κουφό γέροντα καφετζή και τη θρυλική του γρανίτα φράουλα, (πήγαινα κι εγώ εκεί). Ένα αστικό παράδοξο, καθώς λειτουργούσε αποτελεσματικά σαν ένα σκιερό, δροσερό και καταπράσινο ησυχαστήριο στο κέντρο της πόλης, παρόλο που βρισκόταν ανάμεσα σε δύο οδικούς άξονες με έντονη κυκλοφοριακή κίνηση. Ένα μυστικό καταφύγιο για συναντήσεις παράνομων ζευγαριών. Ένα αινιγματικό στέκι για του γνώστες, που έμοιαζε να έλκει την καταγωγή του από τη θρυλική Μπυραρία του Καρόλου Φιξ στην πλαγιά του Αρδηττού που έφερε την επωνυμία «Μετς», και κληροδότησε το όνομά της στη συνοικία. Ένα κοσμικό στέκι αναψυχής της καλής κοινωνίας μέχρι το 1900 που αργότερα μετεξελίχθηκε σε χώρο παράνομων ερωτικών συναντήσεων στα σεπαρέ που διέθετε. «Την πήγε στα ανοιχτά σεπαρέ του Μετς, όπου παραγγέλεις υποχρεωτικά μπιφτέκια με μπύρες και σου ’ρχονται οι πατάτες κρύες και οι μπύρες ζεστές» γράφει η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της Η αγάπη άργησε μια μέρα. Αν συνυπολογίσουμε μάλιστα ότι η συνοικία στα τέλη του 19ου αιώνα ονομαζόταν παράλληλα και «Παντρεμενάδικα» λόγω των πρόχειρων ξύλινων κατασκευών που υπήρχαν εκεί και χρησιμοποιούνταν από τα ζευγάρια για τα ραντεβού τους σαν ερωτικά κρησφύγετα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο «έρωτας» είχε την ασυλία να περιπλανάται στις κατάφυτες υπώρειες του λόφου, χαρίζοντας στην περιοχή ένα αδιόρατο αλλά επίμονο άρωμα αισθησιασμού. Όπως οι αναστάσιμες λειτουργίες στον ναό της Αγίας Φωτεινής στην όχθη του Ιλισού πλάι στους στύλους του Ολυμπίου Διός ή όπως οι μελωδίες που ξέφευγαν από το αναψυκτήριο της Αίγλης του Ζαππείου και τις ταξίδευε το αεράκι μέχρι τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών της συνοικίας.

Δεκατέσσερις νοσταλγικές εξιστορήσεις παραδομένες στη σαγήνη της οριστικής και ανεπανόρθωτης απώλειας της αθωότητας και της αμεριμνησίας και στον πυρήνα τους μια αθηναϊκή συνοικία, το Μετς, ...και οι παρέες που την κατοίκησαν.

 

 

Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

Δείτε όλα τα σχόλια