Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Διηγήματα - μαρτυρίες

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ, Από-θέματα, εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 160

 

Χωρίζοντας τη λέξη Από - θέματα του Χριστόφορου Μηλιώνη στα συνθετικά της μέρη, λέξη-τίτλο συλλογής κειμένων, η σκέψη μας πάει σε αποθέματα κειμένων, σε υπόλοιπα θεμάτων, σε αποθέματα ψυχικών δυνάμεων και, γενικώς, σε ό,τι περίσσεψε.

Η εισαγωγή του συγγραφέα στα κείμενα, με τον τρόπο της, εμπεριέχει και τον επίλογο στη ζωή του. Έχει συντεθεί από παλιές αναμνήσεις και δείχνει πόσο σε ανύποπτο χρόνο, ήθελε να ξεκαθαρίσει με τις υποχρεώσεις του σε μικροθέματα που ωστόσο, αποδεικνύεται ότι τον απασχολούσαν, εφόσον ήθελε να τα βγάλει στο φως. Και παράλληλα δείχνει πόσο, όταν πλησιάζει ο χρόνος, πράγματα αφημένα στο συρτάρι, αποκτούν μια αξία, επιπλέον της αντικειμενικής, και για τούτο διεκδικούν την εμφάνισή τους, πριν τον προλάβει ο καιρός. Αλλά ο καιρός τον πρόλαβε. Βεβαίως, ήξερε τι τον περίμενε, όλοι ξέρουμε τι μας περιμένει, αλλά ακόμα και έτσι, εκείνη η απροσδιορίστως και προσεχώς αναμενόμενη απειλή, αιφνιδίως έφτασε και δεν τον άφησε να δει δημοσιευμένα τα από-θέματά του.

Τα απο-θέματα, λοιπόν, συνίστανται από τέσσερις ενότητες, με πέντε αφηγήματα, οχτώ μαρτυρίες, δύο σκαλαθύρματα και δύο χρονικά. Συνολικά δεκαεπτά κείμενα τα οποία δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Στο πρώτο διήγημα, το οποίο είδα σαν εισαγωγή και επίλογο, θα αφιερώσω περισσότερο χρόνο και χώρο, γιατί έχει κάτι το οποίο θα μπορούσε να το κατατάξει κανείς σ’ εκείνα που δεν είναι «από-θέματα» αλλά πολύ σημαντικά και μυστικά.

Αρχίζει απλά, με τις πρώτες κουβέντες για την πόλη του σήμερα και την τηλεοπτική τρομοκρατία. Μέσα στο σπίτι - κάστρο του, φορτωμένο κάδρα με φωτογραφίες και συρτάρια με κείμενα, ο νους τρέχει στα παλιά. «Ξαναπήρα, λοιπόν, ‘αρχαία μονοπάτια’... ξαναγύριζα στη ζωή, ύστερα από μακρά περίοδο ανάρρωσης. Ύστερα από πολύμηνη απουσία στον κάτω κόσμο» (ο Άγγελος Σικελιανός στην «Ιερά Οδό»: «σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμο») και ο λόγος γλιστράει στον φίλο του τον Μίμη που μαζί ανέβηκαν στο βουνό κι ανάσαναν τα αρώματα της φύσης. Μια αρκετά μεγάλη παράγραφος με όλα τα ονόματα των άγριων μυριστικών. Μετά η επίσκεψη στο μοναστήρι. Η ηγουμένη με το «καδραρισμένο στον μαύρο κεφαλόδεσμο» πρόσωπο και ο καφές. Κι έπειτα, εκείνο το αεράκι που φυσάει δυνατά, ανοίγει τις πόρτες και μπαίνουν οι πειρασμοί της άνοιξης σε χώρο απαγορευμένο. Ένα σχόλιο στον Σολωμό, ο «πειρασμός» και οι «Πολιορκημένοι» από την άνοιξη. «Η άνοιξη, γιε μου, έχει παντού την ίδια δύναμη», του λέει ο Μίμης.

Χρόνια μετά ο Μηλιώνης ξανανεβαίνει στο μοναστήρι. Μεγάλη Παρασκευή, ο Επιτάφιος μια «μικρή περίληψη» της φύσης έξω, και η γερασμένη πια καλόγρια, πλάι του, φρουρά, με έκδηλο το χρόνο που πέρασε στο πρόσωπό της. Τον γνώρισε. Όταν εκείνος βγήκε έξω στην ανθισμένη κοιλάδα «όλα ήταν έτοιμα για την Ανάσταση» (ο Σικελιανός «Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι». Μεγάλη Παρασκευή, οι γυναίκες, ο Επιτάφιος θρήνος, οι «αναπνοές της άνοιξης», της «Ανάστασης το θάμα»). Πρόκειται για επινοημένες συγκυρίες; Ποιος ξέρει. Η χρονική: η εποχή, οι μυρωδιές και τα λουλούδια. Μια δεύτερη: το μοναστήρι και ο επιτάφιος θρήνος. Μια Τρίτη: Η ηγουμένη του διηγήματος και οι γυναίκες του Στειριού του ποιήματος. Μια τέταρτη, εξωκειμενική αυτή τη φορά: ο Λευκαδίτης ποιητής Άγγελος Σικελιανός και ο Λευκαδίτης φίλος, Δημήτρης Σκλαβενίτης, ο Μίμης, που συνέθεσε και φρόντισε το Χρονολόγιο του Μηλιώνη, στον οποίο αφιερώνει αυτό το πρώτο διήγημα. Τίποτα δεν φαίνεται τυχαίο και όλα έχουν τις μυστικές ανταποκρίσεις τους.

Ο Μηλιώνης με τρία πρόσωπα επί σκηνής, σαν στο αρχαίο δράμα, στήνει όλο το μυστήριο της ζωής και το διαπλέκει με το μυστήριο του θανάτου. Ένα μικρό αριστούργημα που υποβάλλει μια μεγάλη ιδέα, τη μέγιστη της ζωής.

Στα άλλα διηγήματα. Απρίλης και δικτατορία, ο φασισμός που καταδηλώνεται. Αργότερα, ο φασισμός που δεν καταδηλώνεται, αλλά κρύβεται κάτω από το ένδυμα της δημοκρατίας, της τήλε-ενημέρωσης και τήλε-τρομοκρατίας. Ο τρελός που λέει αλήθειες και δεν κρύβεται από κανένα, ο απατεώνας που «ντύνεται» Ιταλός επιχειρηματίας για να του αρπάξει ένα πενηντάρικο, αλλά δεν τα κατάφερε, ο τουρισμός στη γειτονική μας χώρα, ο Ιταλός που μπήκε στην Ελλάδα από την Κακαβιά και τώρα με ένα πόδι πουλάει κάρτες στους τουρίστες, η Λίγεια που έρχεται σαν θεά-Μέντορας να τον συμβουλέψει, όπως η Αθηνά τον Οδυσσέα.

Ο Μηλιώνης γράφει και άλλα. Όλα γεννημένα από μικρές καθημερινές αφορμές. Όμως το διαπεραστικό βλέμμα και η σκέψη πάνε βαθιά στις ρίζες, για να δει την ουσία που κρύβεται πίσω από το επιφαινόμενο.

Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον του αναγνώστη θα διεκδικήσουν εκείνες οι Μαρτυρίες, με τα μικρά σπιρτόζικα περιστατικά με φίλους λογοτέχνες.

Το ποίημα Στους φίλους που φύγανε προβάλλει και η αφανής ιδιότητα του ποιητή.

«Η εξάτμιση των νεκρών»

Με τον ήλιο της άνοιξης οι νεκροί / εξατμίζονται./ Πλήθος αόρατο κι ανεβαίνουν ευφρόσυνα/ απ’ το βρεγμένο χώμα στο γαλάζιο ουρανό./ Όταν όμως έρχεται το βράδυ,/ πρέπει να γυρίσουν πίσω./ Γίνονται τότε μαύρα σύννεφα, βαριά,/ ψιλόβροχο,/ και κατεβαίνουν με δάκρυα ξανά στη γη,/ όπου το χώμα τους καταπίνει.

Κι έτσι, είτε «χους ει» είτε ατμός, «εις χουν απελεύσει».

Εδώ, βρισκόμαστε πάντα στην ενότητα «Μαρτυρίες», όποιος ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για τη λογοτεχνία, είτε ως δημιουργός είτε ως μελετητής, θα βρει κάτι να τον κεντρίσει. Αυτές οι ιδιωτικές συναντήσεις με τα πρόσωπα της Τέχνης, σε όχι επίσημη ώρα και όχι από καθέδρας, έχουν τη νοστιμιά τους. Μια λεπτομέρεια έστω και μικρή φωτίζει μια πτυχή της προσωπικότητας που στην ώρα της ήταν χαριτωμένη ή εκνευριστική ή ενοχλητική ή με τον τρόπο της ενδιαφέρουσα. Παράδειγμα το θέμα της σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη ρεαλιστική ή ψευδορεαλιστική γραφή. Ο Μηλιώνης δεν φείδεται λόγων για να εξάρει την προσφορά του Αλέξανδρου Αργυρίου στην κριτική. Με τον Αλεξανδρόπουλο πήγαν στη Μουργκάνα και στην Καστάνιανη, για να ξαναθυμηθούν τόπους που μαρτύρησαν στον Εμφύλιο. Με τον Πεντζίκη δεν τα πήγε καλά γιατί δεν πίστεψε στα θαύματα του π. Παΐσιου και στην κατ’ επιλογήν προστασία του χωριού από τον Άγιο. Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης δίνει αμέσως την εντύπωση του συγκροτημένου ανθρώπου που πατάει γερά στη γη. Και οι άλλοι, καθένας με την μικρή ενδιαφέρουσα ή πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία του, στην οποία φαίνεται ο άνθρωπος πίσω από τον τίτλο του, ο άνθρωπος με το παράπονό του ή την ικανοποίησή του. Η συνάντηση με τον Δημήτρη Χατζή έχει επίσης πολύ ενδιαφέρον μια και οι δύο -Χατζής, Μηλιώνης- μιλάνε για τα ίδια πράγματα του Εμφυλίου αλλά αλλιώς ο καθένας. Η φυσική τους συνάντηση ολοκληρώνεται με μια μεταφυσική προέκταση. Στο κείμενο από το ταξίδι του με τον Θεόφραστο Γέρου στην Ουγγαρία το 1984, όπου γνώρισε τον «σοσιαλιστικό εγκλεισμό», στο ξενοδοχείο, (πολλοί εκείνα τα χρόνια επισκέφθηκαν τους σοσιαλιστικούς παραδείσους!), είναι ένα ωραίο σχόλιο πάνω στις «ελευθερίες» που παραχωρούνται στους δυο ξένους για να κινηθούν στην ξένη χώρα. Βεβαίως μέχρι να πάρουν εντολές οι υπάλληλοι και ξεκλειδώσουν τις πόρτες (μπας και είναι κατάσκοποι). Ο Μιχάλης Κατσαρός και η «τρέλα» του.

Ακολουθούν Ιντερνετικές φάρσες και αντιφάρσες. «Άλλη είναι η πραγματικότητα που έχουμε μέσα μας και άλλη η πραγματικότητα με την οποία λειτουργεί η Ιστορία και γραφειοκρατία», μας λέει. Την αφορμή του δίνει ένα τηλεγράφημα που δεν μπορεί να στείλει στην Αμμόχωστο γιατί στο ελληνικό τηλεγραφείο η πόλη είναι καταχωρισμένη ως Φαμαγκούστα· έχει γούστο η ειρωνεία. Η εμπειρία από το σχολείο της Κύπρου, οι συνάδελφοι, η οργάνωση, οι δραστηριότητες των παιδιών. Και κοντά σ’ αυτά, η κυπριακή λαλιά, τα παλάτια των Λουζινιάν, το βενετσιάνικο λιοντάρι, ο πύργος του Οθέλου, η γοτθική μητρόπολη του Αγίου Νικολάου, η Βιβλιοθήκη, η Πινακοθήκη, η αρχαία Σαλαμίνα, το θέατρο· όλα ψηφίδες ενός πολιτισμικού παλίμψηστου.

Ωραία και συναισθηματικά τα Από-θέματα. Σαν να είναι ο Χριστόφορος κοντά μας και μας διηγείται τις ιστορίες του και σαν μην έχει εξατμιστεί ακόμα στον ουρανό και να μην έχει γίνει «ψιλόβροχο» και «δάκρυα» που κατάπιε η γη.

 

Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας και κριτικός λογοτεχνίας

Δείτε όλα τα σχόλια