Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το παγωμένο γάλα της άνοιξης

ΕΛΕΝΗ ΝΤΟΥΞΗ, Μείον δεκάξι, ποιήματα, εκδόσεις Μελάνι, σελ. 38

 

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΥ

 

Το πρώτο βιβλίο της Ελένης Ντούξη είναι μια συλλογή με αυθεντικά μα διόλου ανεπεξέργαστα ποιήματα: λεπτοδουλεμένα, ομιχλώδη αποστάγματα πόνου και νοσταλγίας, ανατριχιαστικές ονειρώξεις που συνυφαίνουν το πραγματικό με το φαντασιακό και τη βιαιότητα που συνδαυλίζουν οι κακοφορμισμένες πληγές στον νου με την τρυφερότητα ενός παιδικού φοβισμένου βλέμματος.

Ο ομιχλώδης αυτός χαρακτήρας δεν σημαίνει έλλειψη ποιητικής καθαρότητας, παρά είναι η αχλή με την οποία περικαλύπτονται οι ατμοσφαιρικές, εφιαλτικής πνοής βινιέτες που στήνει η ποιήτρια με λόγο πυκνό, σίγουρο και στακάτο. Ακριβώς όπως στα όνειρα, όπου τα διαδραματιζόμενα δεν συνθέτουν πάντα (τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο ερμηνείας) ένα απτό νοηματικό και αφηγηματικό πλαίσιο, παρά αποτελούν διαθλασμένες κινηματογραφικές αποδόσεις των υποσυνείδητων τρεκλισμάτων και αμυχών του ατόμου. Θυμίζουν έτσι αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής πρώιμο Μπουνιουέλ, αυτόν του Ανδαλουσιανού Σκύλου: εδώ αντί για ξυράφι στο μάτι, έχουμε μαχαίρι· εδώ αντί για μυρμήγκια στην παλάμη, έχουμε μαύρο σεντόνι από μύγες, πάλι στο μάτι.

Συχνά όμως η σαφήνεια των εικόνων είναι συντριπτική, με την ποιήτρια να επιδίδεται σε μια σπαρακτικά βίαιη ανατομία του πόνου, στην οποία υποβόσκει και μια υποψία μαζοχισμού: μια καταφανής σκληρότητα που πηγάζει από και κατευθύνεται πρωτίστως προς τον εαυτό της, εν είδει αυτοτιμωρίας.

Έτσι, ίσως ο ομιχλώδης χαρακτήρας που προαναφέρθηκε να είναι και μια αντανακλαστική, υποσυνείδητη επιλογή του ποιητικού υποκειμένου ώστε να περικαλυφθεί με έναν μανδύα ο πόνος, να μεταπλαστεί σε ένα σύμβολο με τον ίδιο πυρήνα αλλά με άλλο σχήμα που θα μετριάζει τη δυναστευτική επίδραση των αναμνήσεων και θα απομακρύνει τον φόβο.

Δεν λείπουν φυσικά και οι άδολα όμορφες εικόνες που λειτουργούν είτε ως παρείσφρηση των αδιαμφισβήτητα παρόντων, αν και λίγων, στιγμών χαράς του παρελθόντος είτε ως ανομολόγητες ισχνές ελπίδες για περισσότερες και καλύτερες στο μέλλον. Σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, στον Κύκλο, διαβάζουμε:

Ας με ραντίσουν

οι αγαπημένοι μου βροχή

να μεγαλώσω ένα δέντρο

στον πεζόδρομο

Μια εικόνα εξαιρετικά διαυγής η οποία, παρά τη μελαγχολία και τη μοναχικότητα που αποπνέει, αφήνει παράλληλα μια αίσθηση ηρεμίας, ασφάλειας και ανθοφορίας.

Τα ποιήματα της Ντούξη είναι στην πλειονότητά τους όχι μόνο βιωματικά αλλά και σωματικά, θέτουν το σώμα στο βαρύκεντρο της ανθρώπινης εμπειρίας ως υποδοχέα και κύριο πεδίο δράσης του πόνου και των παθών. Αυτή η υποσημείωση, πέρα από την εμφανή καρυωτακική της απόχρωση (Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο… Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου) αντανακλά και μία ορθή υλιστική πρόσληψη του κόσμου, αφού ακόμα και η συνείδηση ως επίπεδο ή διάσταση του σώματος μπορεί να ιδωθεί, έως και την τελευταία στιγμή που επέρχεται η αιώνια καθολική φθορά. Το σώμα δε είναι αυτό που τις πληγές του μπορούμε όχι μόνο να τις αντικρίσουμε άμεσα, αλλά και να τις ψηλαφίσουμε, σαν τυφλοί που έτσι θα βρούμε τον δρόμο μας στον κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση, η ποιήτρια επιδεικνύει έναν αξιοσημείωτο αυτοέλεγχο: παρά τη δριμύτητα των συναισθημάτων και των εμπειριών, χαλιναγωγεί, άλλοτε σκόπιμα κι άλλοτε ενστικτωδώς, τη φόρτιση χωρίς να της επιτρέπει να υπονομεύσει την ουσία των γεγονότων, η οποία δεν είναι άλλη από το ότι αυτά κάποτε, κάπου, πράγματι συνέβησαν. Με τη νηφαλιότητα που συνήθως, αν και όχι πάντα, προικοδοτεί διαβαίνοντας ο χρόνος, ίσως και το μούδιασμα, αυτό το βολικό των Πινκ Φλόιντ μούδιασμα του πόνου, αλλά και μια δυσλειτουργικά πρώιμη ωριμότητα, ανατέμνει τη νοσταλγία και τις προβολές της στο μέλλον σαν μικρό ζωάκι εργαστηρίου, για το οποίο ίσως βουρκώνει μια στιγμή αλλά δεν χύνει δάκρυ. Με έναν ορμέμφυτο θερμοστάτη, καθορίζει την επιθυμητή κάθε φορά θερμοκρασία του ποιήματος, έτσι που στο τέλος μπορεί κανείς να φανταστεί την ποιήτρια σαν ένα παιδί που παρατηρεί μεγάλα κομμάτια πάγου, στα οποία μέσα έχουν φυλακιστεί βίαια διαμελισμένα πτώματα.

 

Σαν παιδί, μεγαλωμένο, κι όμως όχι. Ένα παιδί από τη φύση του φοβάται, πρέπει να φοβάται γιατί έτσι θα προστατευτεί, αν όμως έχει βιώσει στο πετσί του και την διάχυτη του κόσμου οδύνη, φοβάται εις διπλούν κι ακόμη πιο βαθιά. Το παιδί επίσης παρατηρεί, βλέπει, κοιτάζει, παλεύοντας να μάθει, να γνωρίσει τον κόσμο. Κι είναι η όραση το κόσκινο από το οποία περνά η πραγματικότητα με όλα τα χρώματά της και γίνεται βίωμα και εικόνα.

Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου στο μάτι μου, από τότε βλέπω μονόφθαλμα το σκοτάδι - Κάθε φορά που βγάζω τα γυαλιά βρίσκομαι σε μέρος αβέβαιο -Πώς θα είναι τα φώτα της πόλης, όταν στις κόρες των ματιών μαραθούν - Μάτι κλειστό με παγιδευμένο ένα μέλος.

Η όραση του ποιητικού υποκειμένου στη συλλογή «Μείον Δεκάξι» είναι μια αίσθηση στρεβλή, τσακισμένη και στρεβλωτική, θρυμματισμένη και γι’ αυτό και θρυμματισμένη η πραγματικότητα που διαθλάται μέσα από τα μάτια υφιστάμενη επώδυνες παραμορφώσεις, προκαλώντας παραισθήσεις και οράματα τα οποία μετουσιώνονται σε ποιητικές ερμηνείες, παραπλανητικές ή όχι δεν έχει σημασία, του κόσμου.

Ένα άλλο μοτίβο που εμφανίζεται στα ποιήματα είναι αυτό της λευκότητας (Το λευκό δέρμα της νύφης, το σχεδόν λευκό δάχτυλο της μάνας - Πίνω ακόμα γάλα που μεγαλώνει γερά παιδιά - Θηλάσαμε τη θλίψη της πρώτης μας άνοιξης - Θηλάζοντας ύπνο), η οποία πάλι μπορεί να συμβολίζει με τη σειρά της την αγνότητα της εύκολης να κηλιδωθεί παιδικότητας, το γάλα της μητρότητας και τον ύπνο.

Είναι η ανεπίστρεπτα χαμένη αθωότητα, η απώλεια της οποίας υπαγορεύεται όχι μόνο από το αναπόφευκτο του χρόνου αλλά και από την αναπάντεχη σφοδρότητα των καταστάσεων. Είναι η τρυφερότητα του γάλακτος, αυτή η μυθική ουσία που εν είδει πνοής μεταβιβάζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, ζεστή, θρεπτική, υγρό σώμα. Είναι ο ύπνος, απαραίτητος για το μεγάλωμα του παιδιού, καταλύτης του γάλακτος αλλά και γαλακτώδες νεφέλωμα στο οποίο καταφεύγει το παιδί για προστασία, αγνοώντας τους εφιάλτες που καραδοκούν.

Την ποιήτρια του Μείον Δεκάξι θα τη βρούμε «σωριασμένη πάντα στο ίδιο κουτί, μπλεγμένη σε καλώδια να χορταίνει σκοτάδι. Σ’ εκείνο το πατάρι που σκούζει ανάμεσα στις πρόκες. Εκεί στο βάθος φτύνοντας σκόνη και μούχλα στο βραδινό σου γεύμα».

Θα τη βρούμε «Σ’ αυτά τα πατάρια» του Πεσσόα «όπου τις Κυριακές δεν συχνάζει πολύς κόσμος, συναντά κανείς συνήθως τύπους περίεργους, φυσιογνωμίες χωρίς ενδιαφέρον, ανθρώπους αποκομμένους από τη ζωή», αλλά και ανθρώπους καθόλου αποκομμένους, που έχουν βουτήξει με νύχια και με δόντια στη ζωή, χάνοντας πολλά από δαύτα αλλά συνεχίζοντας με εκείνο το βλέμμα, έστω το λειψό, που ξέρει όμως να βλέπει το αληθινό σχήμα των πραγμάτων.

 

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος είναι συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια